ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΛ 1080/ΦΕΚ Β 628/17.04.2015

 

Ειδικά θέματα και λεπτομέρειες εφαρμογής της ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015).

 

Η ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

 

   Εχοντας υπόψη:

 

   1. Τις διατάξεις των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α'), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο δεύτερο της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Κατεπείγουσα ρύθμιση για τη βιωσιμότητα της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης Α.Ε. και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές» (ΦΕΚ 35 Α'), και ειδικότερα των άρθρων 16 και 17 του ως άνω νόμου, σύμφωνα με τις οποίες παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών:

   α) να ρυθμίζει ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1-15 του πρώτου κεφαλαίου του Ν. 4321/2015 «Ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση», όπως ισχύουν,

   β) να εξαιρεί οφειλές από την υπαγωγή στις διατάξεις του ίδιου κεφαλαίου,

   γ) να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα χορήγησης ρύθμισης των διατάξεων του ιδίου κεφαλαίου σε άλλα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.

 

   2. Τις διατάξεις του Ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α') «Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.)», όπως ισχύουν.

 

   3. Τις διατάξεις του Ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170 Α') «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.)», όπως ισχύουν.

 

   4. Τις διατάξεις του Ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α'), όπως ισχύουν.

 

   5. Τις διατάξεις των άρθρων 306 παρ. 4 και 312 του Ν. 4072/2012 (ΦΕΚ 86 Α').

 

   6. Την απόφαση του Πρωθυπουργού Υ57/2015 (ΦΕΚ 256 Β') «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών Όλγα-Νάντια Βαλαβάνη».

 

   7. Την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1212/23.11.2012 (ΦΕΚ 338 Β') «Πληρωμή βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. ατομικών οφειλών σε πιστωτικά ιδρύματα και στα ΕΛ.ΤΑ.», όπως ισχύει.

 

   8. Την ανάγκη καθορισμού θεμάτων και λεπτομερειών για την εφαρμογή των διατάξεων ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση και μεταβίβασης της αρμοδιότητας σε άλλα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.

 

   9. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

 

Άρθρο 1

Υποβολή Αίτησης

 

   Η αίτηση για υπαγωγή σε πρόγραμμα ρύθμισης των διατάξεων του άρθρου 1 του πρώτου κεφαλαίου «Ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση» του Ν. 4321/2015, υποβάλλεται μέχρι και την 26η Μαΐου 2015 ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής για όλες τις περιπτώσεις που αυτό υποστηρίζεται τεχνικά.

   Εξαιρετικά και σε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

 

Άρθρο 2

Καταβολή δόσεων

 

   Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (Τράπεζες, ΕΛ.ΤΑ.) με την χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής (Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής -Τ.Ρ.Ο.) ή στην κατά περίπτωση υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης.

   Η πρώτη δόση της ρύθμισης είναι καταβλητέα μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και την χορήγηση μοναδικού κωδικού πληρωμής, οι δε επόμενες δόσεις την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών.

   Ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης του Ν.4321/2015, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 (ΦΕΚ 35 Α'), μετά την εκούσια καταβολή της πρώτης δόσης αυτής. Ο συμψηφισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν, η απόδοση προϊόντος κατάσχεσης, πλειστηριασμού, πτωχευτικής διανομής ή άλλης μορφής συλλογικής εκτέλεσης και η παρακράτηση επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του ΚΦΔ, όπως ισχύει, δεν αποτελούν εκούσια καταβολή, αλλά καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

   Η καταβολή των δόσεων της ρύθμισης δύναται να πραγματοποιείται μέσω εντολής αυτόματης χρέωσης λογαριασμού με την υποβολή σχετικής αίτησης του οφειλέτη σε φορέα είσπραξης.

 

Άρθρο 3

Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση

 

   Στη ρύθμιση υπάγονται οφειλές ως εξής:

   Α) Υποχρεωτικά:

   Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλών, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, έχουν βεβαιωθεί στη Φορολογική Διοίκηση και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία αυτής και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης.

   Β) Μετά από επιλογή του οφειλέτη:

   Β1) ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής έχουν βεβαιωθεί και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης και

   α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου ή

   β) έχουν υπαχθεί σε διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης, η οποία είναι σε ισχύ.

   Στην περίπτωση υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή νομοθετικών ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής χρεών.

Σε περίπτωση που στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις περιλαμβάνονται οφειλές που δεν μπορούν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση, αυτές δύνανται να τακτοποιηθούν από τον οφειλέτη κατά νόμιμο τρόπο, με εκ νέου υπαγωγή τους στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις, ή με υπαγωγή τους σε άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, σύμφωνα με τους οικείους όρους και προϋποθέσεις.

   Σε περίπτωση οφειλών η αποπληρωμή των οποίων έχει ρυθμιστεί με συμφωνία που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση κατ' άρθρα 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, 44 Ν. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις, για την υπαγωγή στη ρύθμιση απαιτείται προηγούμενη ανατροπή της συμφωνίας ως προς το Δημόσιο, με συνέπεια την αναβίωση των οφειλών που είχαν υπαχθεί σε αυτή, η οποία επέρχεται με σχετική μονομερή δήλωση του οφειλέτη, που υποβάλλεται στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Ποσά που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο της ανατραπείσας συμφωνίας πιστώνονται κατά το χρόνο που έλαβε χώρα κάθε καταβολή στις οφειλές που είχαν υπαχθεί στη συμφωνία, με τις αναλογούσες κατά το χρόνο καταβολής προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.

   Β2) οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση και θα καταχωρισθούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων έως και την 26η Μαΐου 2015, μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής.

   Β3) οφειλές που είναι βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση, έχουν καταχωρισθεί μέχρι την ημερομηνία της αίτησης στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014 πλην των οφειλών από τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014, οι οποίες εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο.

   Στη ρύθμιση του άρθρου 1 δύνανται επίσης να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την 26η Μαΐου 2015 και έχουν βεβαιωθεί ύστερα από φορολογικό έλεγχο και αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι 31/12/2014, καθώς και τα πρόστιμα ανακριβούς δήλωσης της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 58 του Ν. 4174/2013 και μη υποβολής δήλωσης των διατάξεων των άρθρων 58 παρ. 2 και 54 του ίδιου ως άνω νόμου.

   Οι οφειλές των υποπεριπτώσεων Β2) και Β3) υπάγονται στη ρύθμιση ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που καθίστανται ληξιπρόθεσμες.

 

Άρθρο 4

Οφειλές που εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση

 

   Εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση:

   α. οι οφειλές οι οποίες δεν δύνανται να ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του νόμου 4002/2011, όπως ισχύει, και αφορούν σε ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών ή σύμφωνα με άλλες ειδικές διατάξεις.

   β. οφειλές από τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014.

 

Άρθρο 5

Απαλλαγές από προσαυξήσεις, πρόσθετους φόρους, τόκους και πρόστιμα

 

   Οι απαλλαγές του άρθρου 1 του Ν. 4321/2015 διενεργούνται επί των πρόσθετων φόρων ή τελών του Ν. 2523/1997, του προστίμου του άρθρου 58 του Ν. 4174/2013, του προστίμου του άρθρου 54 του ίδιου νόμου, όταν αυτό επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου 58 κατ' εφαρμογή της παραγράφου 6 του άρθρου 62 του Ν. 4174/2013 καθώς και επί προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής των άρθρων 6 του Κ.Ε.Δ.Ε. και 53 του Κ.Φ.Δ., τα οποία υπολογίζονται κατά την είσπραξη, όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση.

   Όταν το πρόστιμο του άρθρου 54 επιβάλλεται αυτοτελώς λόγω εκπρόθεσμης υποβολής δήλωσης και δεν συμβεβαιώνεται με την κύρια οφειλή δεν διενεργείται επ' αυτού απαλλαγή.

   Σε αυτή την περίπτωση το πρόστιμο δύναται να ρυθμίζεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν. 4321/2015 και την παρούσα απόφαση.

   Με την υπαγωγή και καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 57 και 59 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ.

   Δεν εμπίπτουν στις απαλλαγές του άρθρου 1 του Ν. 4321/2015 τα πρόστιμα και τα πολλαπλά τέλη που έχουν βεβαιωθεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα.

 

Άρθρο 6

Ελάχιστο ποσό δόσης - Επιβαρύνσεις κατά τη διάρκεια της ρύθμισης

 

   Το ελάχιστο ποσό δόσης ρύθμισης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 20 ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές βεβαιωμένες σε περισσότερες της μίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, και ληξιπρόθεσμες την 1η Μαρτίου 2015, το ελάχιστο ποσό δόσης διαμορφώνεται σε 10 ευρώ.

   Οι υπαχθείσες στη ρύθμιση οφειλές δεν επιβαρύνονται εφεξής με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. Βασική οφειλή άνω των 5.000 ευρώ, που υπάγεται σε ρύθμιση, επιβαρύνεται με τόκο 3% ετησίως, ήτοι 0.25% ανά μήνα. Το όριο των 5.000 ευρώ αφορά σε βασική ρυθμιζόμενη οφειλή κατά το άρθρο 1 του Ν.4321/2015, ανά υπηρεσία στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή και ανά ρύθμιση.

 

Άρθρο 7

Απώλεια της ρύθμισης

 

   Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξης αυτής με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:

   α) κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες δόσεις ή

   β) μετά την πάροδο του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες δόσεις ή

   γ) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ανεξαρτήτως του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης ή

   δ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., τις οποίες έχει υποχρέωση να υποβάλλει κατά την τελευταία πενταετία, καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή.

   Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων του πρώτου κεφαλαίου του νόμου 4321/2015 και της παρούσας απόφασης, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης.

   Εάν η απώλεια της ρύθμισης επέλθει εντός της προθεσμίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει εκ νέου αίτηση και να υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1 του Ν.4321/2015.

 

Άρθρο 8

Εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή

 

   1. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης με χορήγηση ισόποσης απαλλαγής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν.4321/2015 υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτυακής εφαρμογής για όλες τις περιπτώσεις που αυτό υποστηρίζεται τεχνικά. Σε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

 

   2. Η αίτηση-δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση δύναται να υποβληθεί έως και την 27η Απριλίου 2015.

 

   3. Το ελάχιστο ποσό προκαταβολής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των διακοσίων ευρώ (200 ευρώ). Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές βεβαιωμένες σε περισσότερες της μίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης και ληξιπρόθεσμες την 1η Μαρτίου το ελάχιστο ποσό προκαταβολής διαμορφώνεται σε εκατό ευρώ (100 ευρώ). Η προκαταβολή είναι καταβλητέα άπαξ, με εκούσια καταβολή, μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, αλλά όχι πέραν της 27ης Απριλίου 2015.

 

   4. Η υπολειπόμενη οφειλή υπάγεται υποχρεωτικά σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου 1 του Ν. 4321/2015. Οι δόσεις της ρύθμισης είναι καταβλητέες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που έπονται της προκαταβολής. Η προκαταβολή δεν προσμετράται στον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.

 

   5. Ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 4321/2015 μετά την καταβολή της προκαταβολής, εφόσον αυτή είναι ίση ή μεγαλύτερη από την πρώτη δόση της ρύθμισης.

 

   6. Η καταβολή της προκαταβολής διενεργείται στους φορείς είσπραξης (Τράπεζες, ΕΛ.ΤΑ.) με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής ή στην κατά περίπτωση υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης.

 

   7. Εφόσον ο οφειλέτης δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από τις δέκα (10) πρώτες δόσεις της ρύθμισης που έπονται της προκαταβολής ή, στην περίπτωση που οι δόσεις της ρύθμισης είναι λιγότερες των δέκα δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από αυτές, ή επέλθει απώλεια της ρύθμισης με υπαιτιότητα του οφειλέτη για οποιοδήποτε λόγο, βεβαιώνεται σε βάρος του οφειλέτη, ο οποίος έχει υποβάλει την αίτηση, στον Κ.Α.Ε 3739, ποσό ίσο με την απαλλαγή που του χορηγήθηκε κατά την καταβολή της προκαταβολής.

 

   8. Για την εφαρμογή των οριζομένων στην ανωτέρω παράγραφο απαιτείται σύνταξη χρηματικού καταλόγου από το αρμόδιο για την παρακολούθηση της ρύθμισης όργανο, ο οποίος αποστέλλεται προς βεβαίωση και είσπραξη κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ στην υπηρεσία όπου είναι βεβαιωμένες οι ρυθμισμένες οφειλές. Τα ανωτέρω δύνανται να υλοποιηθούν και με μαζικούς χρηματικούς καταλόγους, τοπικά ή κεντρικά, όταν δημιουργηθεί η κατάλληλη μηχανογραφική εφαρμογή.

 

Άρθρο 9

Αρμόδιο όργανο

 

   Ως αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής, τη βεβαίωση της κύρωσης του άρθρου 15 του Ν.4321/2015 και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία ορίζεται ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου ή άλλης Υπηρεσίας, ο οποίος είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.

   Στην περίπτωση συναρμοδιότητας του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδιος για τα ανωτέρω ορίζεται ο τελευταίος.

 

Άρθρο 10

Συνέπειες ως προς τα αναγκαστικά μέτρα

 

   1. Για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης και ο οφειλέτης συμμορφώνεται με το πρόγραμμα αυτής και εφόσον έχει ελεγχθεί η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής και διατήρησής του, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει (π.χ. έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού) επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα ποσά όμως που θα αποδίδονται από αυτές καλύπτουν δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Με την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

 

   2. Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

   α) έχει εξοφληθεί ποσοστό 25% της αρχικής βασικής βεβαιωμένης ρυθμιζόμενης οφειλής πριν από οποιαδήποτε απαλλαγή, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό της προκαταβολής του άρθρου 15 του Ν. 4321/2015,

   β) έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη,

   γ) έχει κατά περίπτωση εξεταστεί η συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής στη ρύθμιση και μη απώλειας αυτής, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας,

   δ) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί και εξοφληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης και δεν περιλαμβάνει άλλα χρέη που δεν έχουν εξοφληθεί.

 

   3. Λοιπές επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για τις οποίες δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αίρονται.

   Σε κάθε περίπτωση τα αποδιδόμενα ποσά από τις επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, καθώς και από άλλες πράξεις εκτέλεσης (π.χ. απόδοση πλειστηριάσματος) λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Διευκρινίζεται ότι ως τρόπος εξόφλησης της παραγράφου 2. του παρόντος άρθρου νοείται κάθε ποσό που εισπράττεται από οποιαδήποτε αιτία, κατά τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης, ήτοι μετά την ενεργοποίηση αυτής με εκούσια καταβολή, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

   Ποσά που αποδίδονται από επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων πέραν του ανωτέρω ποσοστού δεν επιστρέφονται.

   Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ.

 

Άρθρο 11

Λοιπά στοιχεία της ρύθμισης

 

   1. Όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.

 

   2. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης επιθυμεί την προεξόφληση της ρύθμισης ή την αλλαγή προγράμματος ρύθμισης, υποβάλλει σχετική αίτηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ώστε να τύχει των απαλλαγών του νέου προγράμματος ρύθμισης που τελικά διαμορφώνεται ή και να υπαχθεί στο νέο πρόγραμμα ρύθμισης κατά περίπτωση.

 

   3. Η διάρκεια της ρύθμισης των βεβαιωμένων οφειλών υπέρ αλλοδαπού δημοσίου κατόπιν αιτήσεων αμοιβαίας συνδρομής στην είσπραξη δεν δύναται να υπερβαίνει την ημερομηνία παραγραφής, όπως αυτή ορίζεται από το αλλοδαπό δημόσιο.

 

   4. Τυχόν εκκρεμής πίστωση ποσού έως πενήντα (50) ευρώ από καταβολή ή απόδοση που έχει διενεργηθεί πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση δεν εμποδίζει την υποβολή της σχετικής αίτησης μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.

 

   5. Σε έκτακτες περιπτώσεις που για οποιαδήποτε αιτία δεν εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα των Δ.Ο.Υ. οι πληρωμές που έχουν διενεργηθεί στους φορείς είσπραξης, ο αιτών οφείλει να προσκομίζει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το σχετικό παραστατικό πληρωμής, για την αξιολόγηση του αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.

 

   6. Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν επηρεάζει τον τρόπο χορήγησης των πιστοποιητικών του άρθρου 105 του Κώδικα Φορολογίας κληρονομιών, δωρεών κ.λπ., ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του Ν.2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α') και του άρθρου 54Α του Ν. 4174/2013 (ΦΕΚ 170Α'), όπως ορίζεται στις αποφάσεις ΠΟΛ 1004/2-1-2015 και 1015/14-1-2015, συνεπώς δεν χορηγούνται τα πιστοποιητικά αυτά αν δεν έχει καταβληθεί ο επιμεριστικά αναλογών φόρος.

 

Άρθρο 12

 

   Για το χρονικό διάστημα που είναι δυνατή η υπαγωγή στη ρύθμιση της παρούσας, η αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση της υποπαραγράφου Α1 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του Ν.4152/2013 (ΦΕΚ 107 Α') δεν δύναται να υποβληθεί ηλεκτρονικά.

 

   Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


Νομοθεσία σχετικά με το Υπουργείο Δικαιοσύνης

Α. Νόμοι :

 


Ν. 2776/1999: Σωφρονιστικός Κώδικας (ΦΕΚ 291/Α/24-12-1999).

 

Ν. 1729/87: Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 144/Α/7-8-1987).

 

Ν. 2161/93: Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του Ν. 1729/87 (ΦΕΚ 119/Α/26-7-1993).

 

Ν. 2408/96: Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Βασικών Κανόνων για τη μεταχείριση των Κρατουμένων και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ 104/Α/1996).

 

Ν. 2943/01: Έκτιση ποινών εμπόρων ναρκωτικών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 203/Α/12-9-2001).

 

Νόμος 2928/2001: Τροποποίηση διατάξεων του ποινικού κώδικα και του κώδικα ποινικής δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων (ΦΕΚ 141/Α/2001).

 

Ν. 3090/2002 (ΦΕΚ Α΄ 329/24-12-2002) «Σύσταση Σώματος Επιθεώρησης και Ελέγχου Καταστημάτων Κράτησης και άλλες διατάξεις».

 

Ν. 3459/2006 (ΦΕΚ Α΄ 10325-6-2006) «Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά».

 

Ν. 3727/2008 (ΦΕΚ Α΄ 257/18-12-2008 ) «Κύρωση και εφαρμογή της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των παιδιών κατά της γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης, μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης και άλλες διατάξεις».

 

Ν. 3772/2009 (ΦΕΚ Α΄ 112/107-2009) «Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις».

 

Ν. 3811/2009 (ΦΕΚ Α΄ 231/18-12-2009) «Αποζημίωση των θυμάτων εγκλημάτων βίας από πρόθεση (Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2004/80/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Απριλίου 2004) και άλλες διατάξεις».

 

Ν. 3849/2010 (ΦΕΚ Α΄ 80/26-05-2010) «Τροποποίηση του ν. 3213/2003, διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που αφορούν εγκλήματα σχετικά με την Υπηρεσία και άλλες διατάξεις».

 

Β. Προεδρικά Διατάγματα :

 


Π.Δ. 283/85: Ποινικός Κώδικας (ΦΕΚ 106/Α/31-5-1985).

 

Π.Δ. 258/86: Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (ΦΕΚ 121/Α/1986).

 

Π.Δ. 342/00 "Περί αύξησης του ανωτάτου ορίου του ευεργετικού υπολογισμού ημερών ποινής καταδίκων και υποδίκων λόγω εργασίας" (ΦΕΚ 296/Α/29-11-2000).

 

Π.Δ. 107/01 "Περί ευεργετικού υπολογισμού ημερών ποινής καταδίκων και υποδίκων για εργασία και απασχόληση σε προγράμματα ή σπουδές " (ΦΕΚ 97/Α/2001).

 

Π.Δ. 378/01 "Περί αύξησης του ανωτάτου ορίου του ευεργετικού υπολογισμού ημερών ποινής καταδίκων και υποδίκων λόγω εργασίας" (ΦΕΚ 252/Α/2001).

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘ. 220/2003 (ΦΕΚ Α` 185 /15.7.2003) «Ευεργετικός υπολογισμός ημερών ποινής κρατουμένων του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θηβών λόγω εργασίας στο πλαίσιο του θεραπευτικού προγράμματος».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘ. 300/2003 (ΦΕΚ Α` 256/05.11.2003) «Σύσταση και λειτουργία νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΑΝΟΔΟΣ"».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘ. 333/2003 (ΦΕΚ Α΄ 285/12.12.2003) «Τροποποίηση του Π.Δ/τος 107/2001 (ΦΕΚ 97/τ.Α) «Ευεργετικός υπολογισμός ημερών ποινής καταδίκων και υποδίκων για εργασία ή απασχόληση σε προγράμματα ή σπουδές».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘ. 1/2004 (ΦΕΚ Α΄1/ 9.1.2004) «Επιλογή σε θέσεις Υπαρχιφυλάκων και Αρχιφυλάκων στα Γενικά, Ειδικά και Θεραπευτικά Καταστήματα Κράτησης αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ ΑΡΙΘ. 75/2005 (ΦΕΚ Α΄ 114/16.05.2005) «Τροποποίηση του υπ αριθμ. π.δ. 107/2001 «Ευεργετικός υπολογισμός ημερών ποινής καταδίκων και υποδίκων για εργασία ή απασχόληση σε προγράμματα ή σπουδές» (ΦΕΚ 97 Α΄)».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘΜ. 38/2006 (ΦΕΚ Α΄ 37/27.2.2006) «Ίδρυση Καταστήματος Κράτησης στο Δήμο Τρικκαίων του Νομού Τρικάλων».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘΜ. 52/2007 (ΦΕΚ Α 55/ 8.3.2007) « Ίδρυση Καταστήματος Κράτησης στο Δήμο Γρεβενών του Νομού Γρεβενών».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘΜ. 53/2007 (ΦΕΚ Α 55/ 8.3.2007) «Ίδρυση Καταστήματος Κράτησης στο Δήμο Δομοκού του Νομού Φθιώτιδος».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘΜ. 219/2007 (ΦΕΚ Α 247 6.11.2007) «Προσθήκη διατάξεως στο Προεδρικό διάταγμα 342/2000 (ΦΕΚ Α` 296)».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 240/2007 (ΦΕΚ Α΄ 283/20.12.2007) «Τροποποίηση του Π.Δ. 107/2001 «Ευεργετικός υπολογισμός ημερών ποινής καταδίκων και υποδίκων για εργασία ή απασχόληση σε προγράμματα ή σπουδές» (ΦΕΚ 97 Α)».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 13/2008 (ΦΕΚ Α΄ 32/21.2.2008) « Ίδρυση Καταστήματος Κράτησης στο Δήμο Θηβαίων του Νομού Βοιωτίας».

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 63/2010 (ΦΕΚ Α΄ 108/ 7.7.2010) "Ίδρυση Καταστήματος Κράτησης στο Δήμο Νιγρίτας του Νομού Σερρών".

 

Γ. Υπουργικές Αποφάσεις :

 


Υ.Α. 87392 οικ./7-4-2014 των Υπουργών Εσωτερικών - Παιδείας & Θρησκευμάτων - Υγείας - Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Πρόνοιας - Δικαιοσύνης, Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων & Διαφάνειας με θέμα: «Κατάρτιση νέου πίνακα των φορέων, που συμμετέχουν στην εφαρμογή του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας» (ΦΕΚ 994/22-4-2014).

 

Υ.Α. 137954/00 των Υπουργών Εξωτερικών, Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης "Περί καθορισμού λεπτομερειών εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που διατάσσουν απέλαση αλλοδαπών" (ΦΕΚ 1255/Β/16-10-2000).

 

ΥΑ 6161/2000: (ΦΕΚ Β` 205/23-2-2000) «Άσκηση εκλογικού δικαιώματος κρατουμένων».

 

ΥΑ 17351 ΟΙΚ /2001 (ΦΕΚ Β`529/ 9.5.2001) Καθορισμός του ύψους της επιδότησης κρατουμένων λόγω χρήσης εκπαιδευτικής αδείας.

 

ΥΑ 165195 οικ/2001 (ΦΕΚ Β`1704/19-12-2001) «Ατομικός Λογαριασμός κρατουμένων (χρημάτιο)».

 

ΥΑ 137061 οικ./2002 (ΦΕΚ Β΄ 1154/4-9-2002) «Πιλοτική λειτουργία Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θηβών».

 

ΥΑ 24594 /2003 (ΦΕΚ Β΄ 436/11.4.2003) «Αναπροσαρμογή του ποσού από το χρημάτιο (άρθρο 45 Ν. 2776/99 που θα διαχειρίζεται μηνιαίως ο θεραπευόμενος του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων».

 

YA Υ5γ/Γ.Π. οικ. 69750/2003 (ΦΕΚ Β` 1036/25.07.2003) «Χορήγηση υποκαταστάτων ουσιών σε άτομα που εκτίουν ποινή φυλάκισης ή κρατούνται από τις αστυνομικές και διωκτικές αρχές και είναι ενταγμένα σε προγράμματα υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ».

 

ΥΑ 78628 οικ./2003 (ΦΕΚ Β` 846/27.06.2003) «Συγκρότηση της Θεραπευτικής Ομάδας του Κέντρου Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θηβών».

 

YA 164646/2003 (ΦΕΚ Β` 1799/4.12.2003) "Παράταση λειτουργίας της Ειδικής Επιτροπής για την υποβολή προτάσεων για την ένταξη των Μονάδων Υγείας του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο Ε.Σ.Υ.".

 

ΥΑ 64442/ 2004 (ΦΕΚ Β΄ 856/10.06.2004) «Συγκρότηση Ειδικής Επιτροπής για την υποβολή προτάσεων για την ένταξη των Μονάδων Υγείας του Υπουργείου Δικαιοσύνης στο Ε.Σ.Υ.».

 

ΥΑ 138317/2005 (ΦΕΚ Β΄ 17/13.1.2005) «Αναμόρφωση του πίνακα φορέων υλοποίησης κοινωφελούς εργασίας».

 

ΥΑ 8508/2005 (ΦΕΚ Β΄247/ 24.2.2005) «Προϋποθέσεις κράτησης στις Αγροτικές Φυλακές και την Κεντρική Αποθήκη Yλικού Φυλακών». 

 

ΥΑ 62367 /2005 (ΦΕΚ Β΄ 889/30.6.2005) «Εσωτερικός .κανονισμός λειτουργίας ειδικών καταστημάτων κράτησης νέων»

 

ΥΑ 103822/2006 (ΦΕΚ Β΄24/ 17.1.2006) « Τροποποίηση Υπουργικής Απόφασης αριθ. 58819/03-Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α΄& Β΄»

 

ΥΑ 41841/2006 (ΦΕΚ Β΄ 647/2006) «Τροποποίηση ΥΑ 47503/05. Εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας ειδικών καταστημάτων κράτησης νέων» .

 

ΥΑ 103822/2006  (ΦΕΚ Β΄24 /17.1.2006) «Τροποποίηση της 58819/7.4.2003 Υπουργικής απόφασης "Εσωτερικός Κανονισμός  Λειτουργίας Γενικών Καταστημάτων Κράτησης τύπου Α` και Β`».

 

ΥΑ  11321/27511/1607-2006 (ΦΕΚ Β΄ 375/28.3.2006) «Υπαγωγή στην ασφάλιση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τον κίνδυνο του ατυχήματος των κρατουμένων στις φυλακές της χώρας, που εργάζονται ως ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, μάγειρες και προσωπικό κουζίνας».

 

ΥΑ 418412006 (ΦΕΚ Β 647 /24.5.2006) «Τροποποίηση ΥΑ 47503/05 Εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας ειδικών καταστημάτων κράτησης  νέων»

 

ΥΑ 79289οικ./2007 (ΦΕΚ Β 1264/24.7.2007) «Μερική Μετατροπή του Καταστήματος Κράτησης Τρικάλων τύπου Β σε Θεραπευτικό  Κατάστημα».

 

ΥΑ 79292/2007 (ΦΕΚ Β 1777/5.9.2007) «Λειτουργία Ειδικού Θεραπευτικού Τμήματος (ΕΙ.ΘΕ.Τ) Απεξάρτησης Τοξικομανών  στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων τύπου Β».

 

 ΥΑ 119663/2007 (ΦΕΚ Β΄ 2307/04.12.2007) «Κατάρτιση νέου πίνακα φορέων που συμμετέχουν στην εφαρμογή του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας».

 

ΥΑ 10822/2008 (ΦΕΚ Β΄ 305 /26.2.2008) «Μετατροπή Καταστήματος Κράτησης Γυναικών Κορυδαλλού σε Αυτοτελές Κατάστημα  Κράτησης».

 

ΥΑ  86364 οικ. /2008 (ΦΕΚ Β  1870/12.09.2008) «Κατάρτιση νέου πίνακα φορέων που συμμετέχουν στην εφαρμογή του θεσμού της  παροχής κοινωφελούς εργασίας».

 

ΥΑ 74181/2009 (ΦΕΚ Β΄ 1191/ 18.6.2009) «Μετατροπή του Καταστήματος Κράτησης ΜΑΛΑΝΔΡΙΝΟΥ σε Γενικό Κατάστημα  Κράτησης Β' τύπου».

 

ΥΑ 47376/2009 (ΦΕΚ Β 1191/ 18.6.2009) «Σύσταση πτέρυγας ημιελεύθερης διαβίωσης στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελεώνα Θήβας»

 

ΥΑ 103920/2009  ((ΦΕΚ Β΄ 1544/28.07.2009) «Μερική Μετατροπή του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών τύπου Α, σε Κατάστημα   Κράτησης Τύπου Γ».

 

ΥΑ  11321/15397/1347-2009 (ΦΕΚ Β΄ 2042/22.09.2009) «Υπαγωγή στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., για τον κίνδυνο του ατυχήματος, των κρατούμενων που εργάζονται στο Υφαντουργείο - Στρωματοποιείο του Καταστήματος Κράτησης Χαλκίδας». 

 

Υ.Α.97241 οικ./2014/16.1.2015 των Υπουργών Εσωτερικών - Παιδείας & Θρησκευμάτων - Υγείας - Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης & Πρόνοιας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με θέμα: "Κατάρτιση νέου πίνακα φορέων που συμμετέχουν στην εφαρμογή του θεσμού της παροχής κοινωφελούς εργασίας" (ΑΔΑ: 7Ο1ΟΩ-ΤΥΘ, ΦΕΚ 165/23.1.2015 τ.Β΄)

Δ. Διεθνείς Συμβάσεις:

 


Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη μεταφορά καταδίκων: Ν. 1708/87 (ΦΕΚ 108/Α/26-6-87).

 

Διμερής Ελλάδας - Αλβανίας για τη μεταφορά καταδίκων: Ν. 2313/95 (ΦΕΚ 121/Α/19-6-95).

Διμερής Ελλάδας - Αιγύπτου για τη μεταφορά καταδίκων: Ν. 1765/1988 (ΦΕΚ 58/Α/24-3-88).

 

N. 1782/1988 (ΦΕΚ Α΄ 116/3-6-1988) «Κύρωση της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας».

 

Ν. 1949/1991 (ΦΕΚ Α΄ 83/1991) «Κύρωση της Σύμβασης για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας».

 

Ν. 3351/2005 (ΦΕΚ Α΄147/23-6-2005) «Κύρωση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τη μεταφορά καταδίκων».

 


Μεταρρυθμίσεις ποινικών διατάξεων, κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ’ τύπου

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«Μεταρρυθμίσεις ποινικών διατάξεων, κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ' τύπου και άλλες διατάξεις»
Άρθρο 1
Κατάργηση των καταστημάτων κράτησης Γ' τύπου
1. Τα άρθρα 1, πλην των παρ. 2, 5 και 7, 2 και 3 του ν. 4274/2014 (ΦΕΚ Α' 147) καταργούνται. Επίσης καταργείται το ΠΔ 168 /2014, o Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας Καταστημάτων Κράτησης και Αυτοτελών Τμημάτων Γ΄ Τύπου καθώς και κάθε άλλη διάταξη κατά το μέρος που αναφέρονται στα «καταστήματα κράτησης Γ' τύπου».
2. Η παρ. 2 του άρθρου 19 του Σωφρονιστικού Κώδικα (ν. 2776/1999) αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Τα γενικά καταστήματα κράτησης διακρίνονται σε Α' και Β' τύπου. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 των άρθρων 11, στα καταστήματα Α` τύπου κρατούνται οι υπόδικοι, οι κρατούμενοι για χρέη και οι κατάδικοι σε ποινή φυλάκισης και στα Β` τύπου κρατούνται όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι».

Άρθρο 2
Τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα

1. Το άρθρο 54 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ούτε είναι μικρότερη από δύο».

2. Το άρθρο 56 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 56.
1. Με ιδιαίτερους νόμους κανονίζεται ο τρόπος εκτέλεσης των ποινών, που προβλέπουν τα άρθρα 38 και 51-55 καθώς επίσης και των μέτρων ασφάλειας που προβλέπουν τα άρθρα 69-72.
2. Εκείνος στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης έως δέκα ετών και έχει υπερβεί το εβδομηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, εκτίει την ποινή ή το υπόλοιπο της ποινής στην κατοικία του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κριθεί ότι η έκτιση της ποινής σε κατάστημα κράτησης είναι απολύτως αναγκαία για να αποτραπεί αυτός από την τέλεση άλλων αντίστοιχης βαρύτητας εγκλημάτων. Εάν το πιο πάνω όριο ηλικίας έχει συμπληρωθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, αποφασίζει το δικαστήριο που επιβάλλει την ποινή. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αποφασίζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών μετά από αίτηση του καταδικασμένου.
3. Οι εκτίοντες ποινή στην κατοικία τους δύνανται να λαμβάνουν άδεια εξόδου από αυτήν από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης για λόγους εκπαίδευσης, εργασίας ή νοσηλείας. Οι ίδιοι υποχρεούνται να εμφανίζονται το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας τους. Αν παραλείψουν την υποχρέωση τους αυτή, ο εισαγγελέας έκτισης της ποινής, εκτιμώντας τη συχνότητα των παραλείψεων και τους λόγους στους οποίους οφείλονται, μπορεί να: α) προβαίνει σε συστάσεις, β) διατάξει την έκτιση μέρους της ποινής τους που δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα στο κατάστημα κράτησης ή γ) διατάξει την έκτιση της ποινής τους στο κατάστημα κράτησης. Η διάταξη του άρθρου 105 έχει και εδώ ανάλογη εφαρμογή.».

3. Το άρθρο 74 Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη, εάν κρίνει ότι η παραμονή του στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το είδος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, το βαθμό της υπαιτιότητάς του, τις ειδικές συνθήκες τέλεσης της πράξης, τις συνέπειες αυτής, το χρόνο παραμονής του στο ελληνικό έδαφος, τη νομιμότητα ή μη της παραμονής του, την εν γένει συμπεριφορά, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την ύπαρξη οικογένειας και γενικότερα το βαθμό ένταξης αυτού στην ελληνική κοινωνία. Αν ο αλλοδαπός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ανήλικος, για την απέλαση του λαμβάνεται υπόψη και η τυχόν νόμιμη εγκατάσταση και παραμονή της οικογένειας του στη χώρα ή στην περίπτωση που η οικογένεια του διαμένει στην αλλοδαπή, ο υφιστάμενος στη χώρα προορισμού σοβαρός κίνδυνος κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της προσωπικής ή γενετήσιας ελευθερίας του. Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Το ίδιο ισχύει και όταν η απέλαση επιβλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόμενη ποινή.
2. Το δικαστήριο μπορεί επίσης να διατάξει την απέλαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού στον οποίο επιβλήθηκε μέτρο ασφάλειας των άρθρων 69, 71 και 72. Σ` αυτή την περίπτωση, η απέλαση μπορεί να διαταχθεί, σε αντικατάσταση αυτών των μέτρων.
3. Το δικαστήριο που αποφασίζει την απέλαση του αλλοδαπού δράστη επιβάλλει σε αυτόν απαγόρευση επανεισόδου του στη χώρα, για χρονικό διάστημα έως δέκα (10) ετών. Το συμβούλιο πλημμελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, μετά από γνώμη της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα ύστερα από αίτησή του, αφού περάσει μια τριετία από την εκτέλεση της απέλασης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χρονικός περιορισμός του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα και μπορεί να εξετάσει νέα αίτηση για επιστροφή μόνο μετά την πάροδο ενός έτους από την απόρριψη της προηγούμενης.
4. α. Η απέλαση εκτελείται με ενέργειες των αρμόδιων αστυνομικών αρχών, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία περί αλλοδαπών καθώς και τους κανόνες του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου. Πέντε μήνες πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου για την υφ΄ όρον απόλυση του κρατούμενου, ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, ώστε ο τελευταίος να παραγγείλει αμέσως στην αρμόδια αστυνομική αρχή τη διερεύνηση του εφικτού της απέλασης και την προετοιμασία για την υλοποίησή της. Τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου για την υφ' όρον απόλυση, η αρμόδια αστυνομική αρχή αναφέρει, με αιτιολογημένη έκθεσή της, στον εισαγγελέα του τόπου κράτησης εάν η απέλαση είναι εφικτή. Σε περίπτωση που η απέλαση είναι εφικτή, εκτελείται αμέσως μετά την υφ' όρον απόλυση ή την έκτιση της ποινής του κρατουμένου. Με αιτιολογημένη διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, η κράτηση μπορεί να παραταθεί για ένα μήνα μόνο από το χρόνο της υφ' όρον απόλυσης ή έκτισης της ποινής, εφόσον η διαδικασία απέλασης έχει ξεκινήσει και πρόκειται να εκτελεστεί μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα. Μετά την παρέλευση του χρόνου αυτού και εφόσον η απέλαση δεν έχει πραγματοποιηθεί, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλλεται υποχρεωτικά η απέλαση του αλλοδαπού, του επιβάλλονται οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 100 ή ορισμένοι από αυτούς και ο κρατούμενος απολύεται αμέσως.
β. Σε περίπτωση που ο αλλοδαπός παρεμποδίζει την προετοιμασία της απομάκρυνσής του, αρνούμενος να συνεργαστεί με τις αρχές και να αποκαλύψει τα πραγματικά του στοιχεία, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης μπορεί να παρατείνει την κράτηση του μέχρι και τρεις μήνες από το χρόνο της υφ' όρον απόλυσης ή έκτισης της ποινής. Στην περίπτωση αυτή, όπως και στην περίπτωση α, ο αλλοδαπός παραμένει μέχρι την εκτέλεση της απέλασής του σε ειδικό χώρο του καταστήματος κράτησης ή του θεραπευτικού καταστήματος ή σε ειδικό χώρο των αστυνομικών αρχών που δημιουργούνται για το σκοπό αυτό, με εντολή του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης. Κατά της εισαγγελικής διάταξης που παρατείνει την κράτηση, ο κρατούμενος μπορεί να υποβάλει προσφυγή, για την οποία αποφαίνεται αμετάκλητα ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών. Μετά την παρέλευση του τριμήνου, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλλεται υποχρεωτικά η απέλαση του αλλοδαπού, του επιβάλλονται οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 100 ή ορισμένοι από αυτούς και ο κρατούμενος απολύεται αμέσως.
γ. Όταν η απέλαση καταστεί εφικτή κατά την αιτιολογημένη γνώμη της αστυνομικής αρχής, η απόφαση αναστολής αυτής ανακαλείται με την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε και διατάσσεται η κράτηση του αλλοδαπού για την πραγματοποίηση της απέλασης για χρονικό διάστημα το πολύ δεκαπέντε ημερών».
5. Εάν, σύμφωνα με την αιτιολογημένη έκθεση της αστυνομικής αρχής κατά την περίπτωση α τα παραγράφου 4, η απέλαση δεν είναι εφικτή για οποιονδήποτε λόγο και ιδίως επειδή α) ο αλλοδαπός είναι ανιθαγενής, ή ζητεί διεθνή προστασία ή απολαμβάνει διεθνή προστασία, ή β) δεν λειτουργεί ή δεν συνεργάζεται η προξενική αρχή της χώρας καταγωγής του ή γ) η χώρα του δεν συνιστά ασφαλή προορισμό ή τυχόν επιστροφή συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ή δ) δεν τον δέχεται η χώρα καταγωγής του, τότε, μετά την υφ' όρον απόλυση ή την έκτιση ποινής, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλλει υποχρεωτικά με διάταξή του την απέλαση, επιβάλλει τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 ή ορισμένους από αυτούς και ο κρατούμενος απολύεται αμέσως. Όταν η απέλαση καταστεί εφικτή, εφαρμόζεται αναλόγως η περίπτωση γ΄ της προηγούμενης παραγράφου.
6. Αυτός που παραβιάζει τον όρο ή τους όρους που του έχουν επιβληθεί από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών κατά την αναστολή της απέλασης, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 182 παρ. 1».
4. Στο άρθρο 94 ΠΚ προστίθεται παρ. 4 ως εξής:
«4. Ποινές, οι οποίες επιβάλλονται για κακουργήματα ή με δόλο τελούμενα πλημμελήματα και εμπεριέχουν άσκηση σωματικής βίας και έχουν διαπραχθεί από κρατούμενους εντός των καταστημάτων κράτησης κατά άλλων κρατουμένων ή υπαλλήλων των καταστημάτων κράτησης ή κατά τη διάρκεια άδειας, εκτίονται ολόκληρες μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή που θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ήταν κρατούμενος ο υπαίτιος».

5. Το άρθρο 105 παράγραφος 1 περίπτωση γ) του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον δεκαεννέα έτη».
6. Η παρ. 2 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Το χρονικό διάστημα των τριών πέμπτων περιορίζεται στα δύο πέμπτα της ποινής που επιβλήθηκε και προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τα δεκαεννέα έτη περιορίζονται σε δεκαπέντε έτη, αν ο κατάδικος έχει υπερβεί το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας του. Το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε ετών προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει δεκαεννέα έτη. Μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του καταδίκου, κάθε ημέρα παραμονής του σε σωφρονιστικό κατάστημα υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής. Αν ο κατάδικος εργάζεται, κάθε ημέρα απασχόλησης υπολογίζεται ως επιπλέον μισή ημέρα εκτιόμενης ποινής. Αν για τους καταδίκους αυτούς προκύπτει από άλλες διατάξεις ευνοϊκότερος υπολογισμός, εφαρμόζονται εκείνες. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε καταδίκους για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει η παράγραφος 2 του άρθρου 105 του ν. 1492/1950 Κύρωση του Ποινικού Κώδικα».

7. Η παρ. 6 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί πάντως στον κατάδικο η υπό όρο απόλυση, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαπέντε έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός τρίτου ή, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δεκαπέντε ετών, προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει δεκαεννέα έτη. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 5 του ν. 2058/1952. Επίσης, οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της παραγράφου 1 του άρθρου 299, εφόσον η πράξη τελέσθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής τους σε σωφρονιστικό κατάστημα».

8. Η παρ. 7 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Κάθε ημέρα κράτησης κρατουμένων που πάσχουν από ημιπληγία ή παραπληγία, σκλήρυνση κατά πλάκας ή έχουν υποβληθεί σε επέμβαση μεταμόσχευσης καρδιάς, ήπατος, νεφρού ή μυελού ή είναι φορείς του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή πάσχουν από κακοήθη νεοπλάσματα ή από νεφρική ανεπάρκεια για την οποία γίνεται τακτική αιμοκάθαρση ή από φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, υπολογίζεται ευεργετικά ως δύο ημέρες εκτιόμενης ποινής.
Το ίδιο ισχύει και για: α) κρατούμενους με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, β) κρατούμενους με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω, που δεν μπορούν να εργαστούν, εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, γ) κρατούμενους στους οποίους απαγορεύεται ύστερα από γνωμάτευση του ιατρού του καταστήματος η ανάληψη εργασίας ή απασχόλησης που μπορεί βάσιμα να προκαλέσει σοβαρή και μόνιμη βλάβη στην υγεία τους, δ) κρατούμενους οι οποίοι νοσηλεύονται σε θεραπευτικά καταστήματα ή νοσοκομεία εφόσον η νοσηλεία τους έχει διαρκέσει τουλάχιστον τέσσερις μήνες, ε) κρατούμενες μητέρες για όσο διάστημα έχουν μαζί τους τα ανήλικα τέκνα τους, στ) κρατούμενους που συμμετέχουν σε θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής απεξάρτησης από ναρκωτικά εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74) οργανισμού και ζ) κρατούμενους για όσο διάστημα διαρκεί η κράτησή τους σε χώρους αστυνομικών τμημάτων ή αστυνομικών διευθύνσεων.
Η διακρίβωση της αναπηρίας στις περιπτώσεις α και β γίνεται με τη διαδικασία της ειδικής πραγματογνωμοσύνης της παραγράφου 3 του άρθρου 110Α. Ο ευεργετικός υπολογισμός διενεργείται από τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46 παρ. 1 του Σωφρονιστικού Κώδικα και λαμβάνεται υπόψη εκτός από την υφ' όρον απόλυση και για τη λήξη της έκτισης της ποινής, τη μετατροπή της σε χρηματική ποινή ή κοινωφελή εργασία ή την αθροιστική έκτιση των ποινών».

9. Μετά την παρ. 7 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής:
«8. Σε κάθε περίπτωση, η προσμέτρηση για τον ευεργετικό υπολογισμό των ημερών ποινής των καταδίκων ή υποδίκων δεν διακόπτεται λόγω νοσηλείας στο Νοσοκομείο Κρατουμένων, στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ίδρυμα».

10. Το άρθρο 110 Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση ή από ανθεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός ή έχει υποστεί μεταμόσχευση ήπατος, μυελού και καρδιάς ή πάσχει από κακοήθη νεοπλάσματα ή από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας.
2. Η απόλυση χορηγείται, ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω ειδικές περιπτώσεις: α) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας 67% και άνω, β) στους καταδίκους με ποσοστό αναπηρίας 50% και άνω εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, απαιτείται να έχει εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο της ποινής. Σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης ο κρατούμενος, αν έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο δέκα έτη και διαθέτει ποσοστό αναπηρίας 80% ή παραπάνω, εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του στην κατοικία του, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 56 και θεωρείται ότι εκτίθηκε, αν περάσουν δέκα έτη από την απόλυση.
3. Η διακρίβωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2 γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρατούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2 και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπηρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕΠΑ υποβάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρότασή του. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λεπτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας.
4. Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108, η απόλυση υπό όρο κατά τις παραγράφους 1 και 2 σημειώνεται στο Ποινικό Μητρώο του καταδίκου, χορηγείται μόνο μια φορά και επεκτείνεται αυτοδικαίως σε όλες τις συντρέχουσες στην έκτιση ποινές, για τις οποίες μπορεί να καθοριστεί συνολική ποινή κατ' άρθρο 551 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
5. Η καταδίκη κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας για πράξη που τελέστηκε πριν την έναρξη της έκτισης της ποινής, για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση υπό όρο, δεν επιφέρει την ανάκληση της απόλυσης.
6. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, εκτός της επιβολής ισόβιας κάθειρξης, δύναται να επιβληθεί μόνο ο όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Ανάκληση απόλυσης για παραβίαση όρου δεν χωρεί όταν αυτή προκλήθηκε από λόγους υγείας.
7. Σε όσους απολύονται κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν χωρεί προσωποκράτηση».

11. Μετά την παρ. 3 του άρθρου 124 του Ποινικού Κώδικα, προστίθεται παρ. 3 α, ως εξής:
« 3α. Το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει το αναμορφωτικό μέτρο της περ. ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 122 που έχει επιβληθεί σε ποινικά υπεύθυνο ανήλικο για πράξη, την οποία αν τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα και εμπεριέχει στοιχεία βίας, με περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, εφόσον: α) ο ανήλικος διαφεύγει επανειλημμένως από το ίδρυμα αγωγής και ο ποινικός σωφρονισμός κρίνεται απολύτως αναγκαίος, ή β) τελέσει εκ νέου πράξη, που εάν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα που εμπεριέχει στοιχεία βίας».

12. Η παρ. 1 του άρθρου 126 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Η αξιόποινη πράξη που τελέστηκε από ανήλικο οκτώ έως δεκαπέντε ετών δεν καταλογίζεται σε αυτόν».

13. Η παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων επιβάλλεται μόνο σε ανηλίκους που έχουν συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας, εφόσον η πράξη τους, αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3α του άρθρου 124. Η απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου».

14. Η παρ. 1 του άρθρου 130 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η διάταξη του άρθρου 127 παρ. 1 εφαρμόζεται και για τους ανηλίκους που τέλεσαν αξιόποινη πράξη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου πέμπτου έτους της ηλικίας τους και εισάγονται σε δίκη μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους. Στην περίπτωση αυτή τα αναμορφωτικά μέτρα παύουν αυτοδικαίως όταν ο υπαίτιος συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση ιβ' της παρ. 1 του άρθρου 122 το αναμορφωτικό μέτρο παύει αυτοδικαίως, όταν ο υπαίτιος συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι η επιβολή αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων δεν είναι επαρκής και ότι ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, μολονότι αναγκαίος δεν είναι πλέον σκόπιμος, μπορεί να επιβάλει την ποινή που προβλέπεται για την πράξη που τελέστηκε, ελαττωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83».
15. Το άρθρο 312 του Ποινικού Κώδικα και ο τίτλος του αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 312. Πρόκληση βλάβης με συνεχή σκληρή συμπεριφορά.
1. Αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, τιμωρείται με φυλάκιση, όποιος με συνεχή σκληρή συμπεριφορά προξενεί σε τρίτον σωματική κάκωση ή άλλη βλάβη της σωματικής ή ψυχικής υγείας. Αν η πράξη τελείται μεταξύ ανηλίκων δεν τιμωρείται εκτός αν η μεταξύ τους διαφορά ηλικίας είναι μεγαλύτερη από τρία έτη, οπότε επιβάλλονται μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα.

2. Αν το θύμα δεν συμπλήρωσε ακόμη το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του ή δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του και ο δράστης το έχει στην επιμέλεια ή στην προστασία του ή ανήκει στο σπίτι του δράστη ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή το έχει αφήσει στην εξουσία του ο υπόχρεος για την επιμέλειά του ή του το έχουν εμπιστευθεί για ανατροφή, διδασκαλία, επίβλεψη, ή φύλαξη έστω προσωρινή, αν δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης αξιόποινης πράξης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με συστηματική παραμέληση των υποχρεώσεών του προς τα προαναφερόμενα πρόσωπα γίνεται υπαίτιος να πάθουν σωματική κάκωση ή βλάβη της σωματικής ή ψυχικής τους υγείας.

Άρθρο 3
Τροποποιήσεις στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας
1. Η παρ. 2 του άρθρου 45 Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Στον ανήλικο μπορεί να επιβληθούν με διάταξη του εισαγγελέα ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α` έως και ια` του άρθρου 122 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Με την ίδια διάταξη ορίζεται και η προθεσμία συμμόρφωσης. Αν ο ανήλικος συμμορφωθεί με τα μέτρα και τις υποχρεώσεις που του επιβλήθηκαν, ο εισαγγελέας ενεργεί σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 43 παρ. 2. Σε αντίθετη περίπτωση ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 1. Για την έκδοση της διάταξης απαιτείται προηγούμενη έκθεση του αρμόδιου επιμελητή ανηλίκων».
2. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 239 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:

«Γι` αυτό το σκοπό όποιος ενεργεί την ανάκριση, αναθέτει τη συλλογή των απαιτούμενων πληροφοριών σε έναν από τους επιμελητές που υπηρετούν στις κατά τόπους Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων. Η σχετική έκθεση των επιμελητών τίθεται στη δικογραφία, λαμβάνει δε γνώση αυτής και ο κατηγορούμενος».
3. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Για τους ανηλίκους ως περιοριστικοί όροι είναι δυνατόν να διατάσσονται ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περιπτώσεις α' έως ια' του άρθρου 122 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα. Σε περίπτωση παραβίασης των όρων αυτών είναι δυνατή η αντικατάστασή τους με το μέτρο της περίπτωσης ιβ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα».

4. Το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης β της παρ. 3 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν έχει εφαρμογή σε υποδίκους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Το ίδιο ισχύει και για τους υποδίκους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους σε κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Η διακρίβωση της αναπηρίας γίνεται, μετά από αίτηση του υποδίκου, από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, το οποίο εφόσον δεν υπάρχει σχετική πιστοποίηση αναπηρίας από Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ) διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα».

5. Το έκτο και έβδομο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:
«Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου για την προσωρινή κράτηση δεν εφαρμόζονται για κατηγορούμενου που έχουν αναπηρία σε ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Το ίδιο ισχύει και για τους υποδίκους που έχουν αναπηρία σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους σε κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης. Η διακρίβωση της αναπηρίας γίνεται, μετά από αίτηση του υποδίκου, από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, το οποίο εφόσον δεν υπάρχει σχετική πιστοποίηση αναπηρίας από Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ) διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 110Α του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές, εκτός των άλλων περιοριστικών όρων, μπορεί να επιβληθεί στον κατηγορούμενο και ο κατ' οίκον περιορισμός, καθώς και νοσηλεία σε νοσοκομείο, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 557 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατόπιν αιτήσεώς του».
6. Η παρ. 6 του άρθρου 282 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Η παράγραφος 4 εφαρμόζεται και για ανήλικο κατηγορούμενο που έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας, εφόσον η πράξη του, αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα απειλούμενο με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Στην περίπτωση αυτή η προσωρινή κράτηση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Η παραβίαση των περιοριστικών όρων που έχουν επιβληθεί στον ανήλικο δεν επιτρέπεται να οδηγήσει από μόνη της σε προσωρινή κράτηση. Το ένταλμα προσωρινής κράτησης πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία από την οποία να προκύπτει γιατί τα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα δεν κρίνονται στη συγκεκριμένη περίπτωση επαρκή, λαμβανομένων κατά περίπτωση υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του ανηλίκου».
7. Στο άρθρο 478 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
«Το ένδικο μέσο της έφεσης επιτρέπεται επίσης στον ανήλικο κατηγορούμενο μόνο κατά του βουλεύματος του συμβουλίου πλημμελειοδικών, το οποίο τον παραπέμπει στο δικαστήριο για έγκλημα, που αν το τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα που απειλείται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και μόνο για λόγους που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο».
8. Η περ. ε' της παραγράφου 1 του άρθρου 489 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατά της απόφασης του μονομελούς ή τριμελούς δικαστηρίου ανηλίκων με την οποία ο ανήλικος που κατά την τέλεση της πράξης είχε συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος, δικάστηκε όμως μετά τη συμπλήρωση του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας του, καταδικάστηκε κατά το άρθρο 130 του Ποινικού Κώδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας».
9. Η υποπερίπτωση ββ της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 574 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«ββ) κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων».

10. Η περίπτωση α) της παραγράφου 3 του άρθρου 574 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«α) Η χάρη με άρση των συνεπειών της καταδίκης, η παραγραφή της πράξης ή της ποινής με ειδικό νόμο, η αναστολή εκτέλεσης της ποινής υπό όρους με ειδικό νόμο, η απόλυση από τις φυλακές υπό όρο και η μεταβολή ή η άρση των μέτρων ασφάλειας που έχουν επιβληθεί, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 550 και 551.».

11. Η περίπτωση β της παρ. 1 του άρθρου 578 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«β) Στις περιπτώσεις δελτίων που αφορούν περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, όταν ο ανήλικος συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του».
Άρθρο 4
Τροποποιήσεις στη νομοθεσία για τα ναρκωτικά
1. Οι περιπτώσεις α) και β) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 31 του νόμου 4139/2013 αντικαθίστανται ως εξής:
«Σε περίπτωση εγκλημάτων των άρθρων 20 έως 25, 29 και 30 παράγραφος 4, όπως και σε περίπτωση εγκλήματος που φέρεται ότι τελέστηκε για να διευκολυνθεί η χρήση ναρκωτικών ουσιών, εφόσον τα εγκλήματα αυτά έχουν τελεστεί από πρόσωπο το οποίο απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις κατά το άρθρο 30 παράγραφος 1, τότε:
α) Αν ο κατηγορούμενος δηλώσει ότι επιθυμεί να παρακολουθήσει θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα μπορεί αυτοτελώς ή αντί της προσωρινής κράτησης να επιβάλει ως περιοριστικό όρο την εισαγωγή του σε αντίστοιχο θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης.
β) Σε περίπτωση επιβολής προσωρινής κράτησης ο κατηγορούμενος μπορεί να δηλώσει στο κατά το άρθρο 10 του Σωφρονιστικού Κώδικα Συμβούλιο της Φυλακής ότι επιθυμεί να παρακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα απεξάρτησης εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού εντός θεραπευτικών ή ειδικών καταστημάτων κράτησης ή καταστημάτων κράτησης ή τμημάτων αυτών όπου λειτουργεί τέτοιο πρόγραμμα. Για το σκοπό αυτόν συμμετέχει σε πρόγραμμα διάγνωσης και σωματικής αποτοξίνωσης διάρκειας από μία έως τρείς εβδομάδες, ανάλογα προς τις ανάγκες του, όπως κρίνεται από τον υπεύθυνο του σχετικού προγράμματος. Ειδική επιτροπή που ορίζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και αποτελείται από το ως άνω Συμβούλιο Φυλακής, στη σύνθεση του οποίου προστίθεται ο υπεύθυνος του προγράμματος σωματικής αποτοξίνωσης ή ο υπεύθυνος του προγράμματος ψυχολογικής απεξάρτησης του καταστήματος κράτησης, αφού διαπιστώσει την επιτυχή ολοκλήρωση της παραπάνω φάσης, παρέχει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να παρακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα ψυχολογικής απεξάρτησης. Η παράγραφος 3 του άρθρου 34 εφαρμόζεται αναλόγως. Ο χρόνος παραμονής στα καταστήματα που αναφέρονται ανωτέρω υπολογίζεται ως χρόνος προσωρινής κράτησης ή σε περίπτωση καταδίκης σε ποινή κατά της ελευθερίας ως χρόνος έκτισης της ποινής».
2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 32 του νόμου 4139/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Σε περίπτωση εγκλημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 31 εκτός των εγκλημάτων του άρθρου 23 και εκτός των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 187Α, 299, 310 παρ. 3, 311, 322, 323, 324, 336 και 380 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά έχουν τελεστεί από πρόσωπο που συμμετέχει σε πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης εγκεκριμένων κατ' άρθρο 51 οργανισμών, τότε:
α) Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μπορεί με αιτιολογημένη διάταξή του και με έγκριση του εισαγγελέα εφετών να αναβάλει για ορισμένο χρόνο την άσκηση ποινικής δίωξης, η οποία μπορεί να παρατείνεται, αν λαμβάνει γνώση από έκθεση ή και εκθέσεις του διευθυντή προγράμματος σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης εγκεκριμένων κατ' άρθρο 51 οργανισμών, ότι ο δράστης έχει προσέλθει οικειοθελώς και καταβάλλει σοβαρές προσπάθειες για την απεξάρτησή του. Αν ο δράστης ολοκληρώσει με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα, σύμφωνα με έγγραφη βεβαίωση και έκθεση του διευθυντή του προγράμματος, το συμβούλιο πλημμελειοδικών, μπορεί να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, εφόσον η τελευταία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την επανένταξή του στην κοινωνική ζωή. Τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραπάνω εκθέσεις του διευθυντή θεραπευτικού προγράμματος είναι απόρρητα και απαγορεύεται η ανακοίνωσή τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον ίδιο το χρήστη ναρκωτικών, που υποβλήθηκε σε θεραπεία, επί ανηλίκου δε στον έχοντα την επιμέλεια. Το ευεργέτημα των προηγούμενων εδαφίων παρέχεται μία μόνο φορά.
β) Ο αρμόδιος εισαγγελέας αναστέλλει με διάταξή του την ισχύ εντάλματος σύλληψης προσώπου, που παρακολουθεί θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένων κατ' άρθρο 51 οργανισμών, εάν το ένταλμα αυτό αφορά εγκλήματα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και φέρονται ότι τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του διωκομένου στο παραπάνω πρόγραμμα. Στην περίπτωση που έχει διατηρηθεί η ισχύς του με σύμφωνη γνώμη του προέδρου εφετών ή με βούλευμα, τότε για την αναστολή αποφασίζει το συμβούλιο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η κατηγορία.
γ) Το δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική, τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση αναστέλλει την εκτέλεση των στερητικών της ελευθερίας και των χρηματικών ποινών, προσώπου που παρακολουθεί θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, εκτός σωφρονιστικών καταστημάτων μέχρι την ολοκλήρωσή του, εάν οι ποινές αυτές αφορούν πράξεις που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο και τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του διωκομένου στο θεραπευτικό πρόγραμμα, εφόσον βεβαιώνεται από τον υπεύθυνο αυτού του προγράμματος η συνεπής παρακολούθησή του εκ μέρους του διωκομένου. Η αναστολή αυτή χορηγείται υπό τον όρο συνέχισης της παρακολούθησης και ολοκλήρωσης του προγράμματος απεξάρτησης και ανακαλείται σε περίπτωση παραβίασης των όρων αυτών.
Με τις ίδιες προϋποθέσεις και με διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα αναστέλλεται προσωρινά η εκτέλεση των ανωτέρω ποινών έως ότου εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου επί της αίτησης αναστολής εκτέλεσης που υποβάλλεται κατά το προηγούμενο εδάφιο.
Εάν για οποιονδήποτε λόγο έχει χωρήσει βεβαίωση της χρηματικής ποινής και των εξόδων, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), αναστέλλεται υποχρεωτικά η λήψη κάθε δυσμενούς ατομικού μέτρου και κάθε μέτρου αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής ως και κάθε τοκογονία ή προσαύξηση του βεβαιωθέντος ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου επιμελείται, κατόπιν αιτήσεως του καταδικασθέντος, ο αρμόδιος εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών του δικαστηρίου που εξέδωσε την περί αναστολής απόφαση, ή σε περίπτωση που δεν εξεδόθη τέτοια, ο αρμόδιος εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, η οποία επέβαλε την χρηματική ποινή και τα έξοδα, ενημερώνοντας εγγράφως τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Εάν η αναστολή ανακληθεί, ο εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών ενημερώνει σχετικά τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Στην περίπτωση αυτή η αναστολή των δυσμενών ατομικών μέτρων και των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής ανακαλείται και συνεχίζονται η τοκογονία ή οι προσαυξήσεις του βεβαιωθέντος ποσού.».
3. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 4139/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σε δράστη που κατηγορείται για εγκλήματα της παραγράφου 1 και απέκτησε την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις εφόσον έχει ενταχθεί σε θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης αναγνωρισμένου κατ' άρθρο 51 οργανισμού: ».
4. Το πρώτο εδάφιο και η περίπτωση α) της παραγράφου 1 του άρθρου 33 του ν. 4139/2013 αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Μετά την ολοκλήρωση με επιτυχία θεραπευτικού προγράμματος σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατ' άρθρο 51 οργανισμού, που πιστοποιείται εγγράφως από τον επιστημονικό διευθυντή του οικείου προγράμματος:
α) Ανεξάρτητα από τους όρους που θέτουν οι διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματική ποινή, που επιβλήθηκαν για εγκλήματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 32 παράγραφος 1 και τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του στο θεραπευτικό πρόγραμμα, αναστέλλονται υποχρεωτικά για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία (3) και ανώτερο από έξι (6) έτη, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από το δικαστήριο, οι οποίοι πρέπει να σχετίζονται με τη διαπίστωση της διατήρησης της απεξάρτησης. Όσοι έχουν καταδικαστεί μπορούν να υποβάλουν σχετική αίτηση αναστολής στο δικαστήριο που εξέδωσε την οριστική, τελεσίδικη ή αμετάκλητη απόφαση. Η παραπάνω αναστολή ανακαλείται μόνο αν δεν τηρηθούν οι όροι της απόφασης. Εάν η αναστολή δεν ανακληθεί η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί.
Εάν για οποιονδήποτε λόγο έχει χωρήσει βεβαίωση της χρηματικής ποινής και των εξόδων, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., αναστέλλεται υποχρεωτικά η λήψη κάθε δυσμενούς ατομικού μέτρου και κάθε μέτρου αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής ως και κάθε τοκογονία ή προσαύξηση του βεβαιωθέντος ποσού για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή που χορηγήθηκε κατά τα ανωτέρω εδάφια ή κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του Π.Κ. Εφόσον ο χρόνος δοκιμασίας παρέλθει επιτυχώς, τα σχετικά χρέη διαγράφονται κατά τον ίδιο τρόπο. Κατά τ' άλλα ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1.».

5. Η παράγραφος 2 του άρθρου 33 του νόμου 4139/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Όποιος έχει βεβαίωση ολοκλήρωσης προγράμματος απεξάρτησης εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία και τουλάχιστον πέντε έτη από αυτήν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών».

6. Το άρθρο 34 του νόμου 4139/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Αν καταδικαστεί για πράξη του άρθρου 32 παράγραφος 1 δράστης που κρίθηκε ως εξαρτημένος και δηλώνει ότι επιθυμεί να συμμετάσχει σε θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, διατάσσεται η εισαγωγή του σε θεραπευτικό ή ειδικό κατάστημα κράτησης ή σε κατάστημα κράτησης ή σε τμήμα αυτού στο οποίο λειτουργεί τέτοιο πρόγραμμα, όπου συμμετέχει σε πρόγραμμα διάγνωσης και σωματικής αποτοξίνωσης διάρκειας από μία έως τρείς εβδομάδες, ανάλογα με τις ανάγκες του, όπως κρίνεται από τον υπεύθυνο του σχετικού θεραπευτικού προγράμματος. Η ειδική επιτροπή του άρθρου 31 περίπτωση β), αφού διαπιστώσει την επιτυχή ολοκλήρωση της παραπάνω φάσης, παρέχει τη δυνατότητα στον κρατούμενο να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό πρόγραμμα ψυχολογικής απεξάρτησης. Ο χρόνος παραμονής στα ανωτέρω καταστήματα υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής».
2. Εάν κρατούμενος για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη ισχυριστεί ότι είναι εξαρτημένος από ναρκωτικά, δηλώνοντας παράλληλα ότι επιθυμεί να συμμετάσχει σε πρόγραμμα απεξάρτησης, διατάσσεται από την ειδική επιτροπή του άρθρου 31 περίπτωση β) η εισαγωγή του σε πρόγραμμα διάγνωσης και σωματικής αποτοξίνωσης εντός σωφρονιστικού καταστήματος, εγκεκριμένου κατ' άρθρο 51 οργανισμού, διάρκειας από μία έως τρείς εβδομάδες, ανάλογα προς τις ανάγκες του, όπως κρίνεται από τον υπεύθυνο του σχετικού προγράμματος. Η ανωτέρω επιτροπή, αφού διαπιστώσει την επιτυχή ολοκλήρωση της παραπάνω φάσης, παρέχει κάθε δυνατότητα στον κρατούμενο, που διαγιγνώσκεται ως ψυχολογικά εξαρτημένος από τη χρήση ναρκωτικών, να παρακολουθήσει ειδικό πρόγραμμα ψυχολογικής απεξάρτησης που λειτουργεί εντός του σωφρονιστικού καταστήματος.
3. Εάν σε κατάστημα κράτησης εφαρμόζεται θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατ' άρθρο 51 οργανισμού, ο κρατούμενος που το παρακολουθεί δεν μετάγεται σε άλλο κατάστημα για όσο διαρκεί η συστηματική παρακολούθηση εκ μέρους του, εκτός εάν παραγγελθεί η μεταγωγή του για λόγους σχετικούς με την ομαλή λειτουργία του καταστήματος κράτησης ή δικαστικούς, οπότε επαναμετάγεται μετά την έκλειψη αυτής της αιτίας. Σε περίπτωση μεταγωγής για λόγους σχετικούς με την ομαλή λειτουργία του καταστήματος κράτησης (άρθρα 72 περ. δ΄ και 76 του Ν. 2776/1999, Α΄ 291) προτιμάται κατάστημα όπου αναπτύσσεται εγκεκριμένο συμβουλευτικό πρόγραμμα, εκτός αν επιβάλλεται η μεταγωγή για σοβαρούς λόγους σε άλλο. Όποιος κρατούμενος έχει κριθεί ως εξαρτημένος κατά τα οριζόμενα παραπάνω και επιθυμεί να παρακολουθήσει θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχολογικής απεξάρτησης, πρέπει να διευκολύνεται ή να μετάγεται σε φυλακή όπου λειτουργεί σχετικό πρόγραμμα και παραμένει αν το παρακολουθεί συστηματικά, εφόσον οι εκάστοτε διαθέσιμοι χώροι το επιτρέπουν.»

7. Το άρθρο 35 του νόμου 4139/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Όποιος έχει καταδικαστεί για εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 σε στερητική της ελευθερίας ποινή και την εκτίει στη φυλακή, αν παρακολούθησε εκεί πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρ. 51 οργανισμού, όπως πιστοποιείται εγγράφως από τον υπεύθυνο του οικείου προγράμματος, μπορεί να απολυθεί με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής και πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου που ορίζεται στα άρθρα 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, με τον όρο παρακολούθησης αντίστοιχου προγράμματος ολοκλήρωσης της απεξάρτησης. Οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν την πρώτη ημέρα κάθε δεύτερου μήνα τη δικαστική αρχή και να συμπληρώνουν ειδικό δελτίο, στο οποίο αναφέρεται ρητά η συνεχής παρακολούθηση, η συναφής πρόοδος, η σταθεροποίηση και η επιτυχής ολοκλήρωση του. Η αδικαιολόγητη διακοπή της παρακολούθησης του προγράμματος αναφέρεται άμεσα στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών και το συμβούλιο πλημμελειοδικών προχωρεί σε ανάκληση της απόλυσης.
2. Όποιος καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης για οποιοδήποτε έγκλημα και υποβάλλεται σε θεραπευτικό πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, εγκεκριμένου κατά το άρθρο 51 οργανισμού, κατά την προηγούμενη παράγραφο, μπορεί με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου της κράτησης, ύστερα από γνώμη της οικείας ειδικής επιτροπής του άρθρου 31 περίπτωση β), να απολυθεί υπό όρο και πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου που ορίζεται στα άρθρα 105 και επόμενα του Π.Κ., εφόσον το παρακολούθησε με επιτυχία. Το συμβούλιο μπορεί να επιβάλει στον απολυόμενο την υποχρέωση να εμφανίζεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε ειδικό θεραπευτικό κατάστημα απεξάρτησης και να υποβάλλεται σε εξετάσεις. Αν από αυτές αποδειχθεί ότι ξανάρχισε τη χρήση ναρκωτικών ή αν αρνείται ή παραλείπει να εξετάζεται, το ειδικό θεραπευτικό κατάστημα υποχρεούται να ειδοποιεί τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, οπότε ανακαλείται η απόλυση με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών.

3. Ο χρόνος παραμονής στο εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης σε κάθε περίπτωση θεωρείται ως χρόνος έκτισης ποινής.

4. Εφόσον εκείνος που καταδικάστηκε έχει απολυθεί υπό όρο, ύστερα από επιτυχή παρακολούθηση εγκεκριμένου θεραπευτικού προγράμματος απεξάρτησης, η καταδικαστική απόφαση για εγκλήματα που αναφέρονται στο άρθρο 32, καθώς και το βούλευμα που διατάσσει την απόλυση κατά τις προηγούμενες παραγράφους αναγράφεται μόνο στα αντίγραφα ποινικού μητρώου που προορίζονται για δικαστική χρήση.

5. Σε περίπτωση που ο απολυθείς παρακολουθεί θεραπευτικό πρόγραμμα, εάν για οποιονδήποτε λόγο έχει χωρήσει βεβαίωση της χρηματικής ποινής και των εξόδων, με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ), αναστέλλεται υποχρεωτικά η λήψη κάθε δυσμενούς ατομικού μέτρου και κάθε μέτρου αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής ως και κάθε τοκογονία ή προσαύξηση του βεβαιωθέντος ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου επιμελείται, κατόπιν αιτήσεως του απολυθέντος, ο αρμόδιος εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, ενημερώνοντας εγγράφως τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ. Σε περίπτωση δε ολοκλήρωσης του προγράμματος, μετά και την επιτυχή παρέλευση του χρόνου δοκιμασίας, τα σχετικά χρέη διαγράφονται με τον ίδιο τρόπο. Η με οποιονδήποτε τρόπο έκτιση της ποινής δεν εμποδίζει την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Εάν η αναστολή ανακληθεί, ο εισαγγελέας εκτέλεσης ποινών ενημερώνει σχετικά τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ. Στην περίπτωση αυτή η αναστολή των δυσμενών ατομικών μέτρων και των μέτρων αναγκαστικής είσπραξης της συναφούς οφειλής ανακαλείται και συνεχίζονται η τοκογονία ή οι προσαυξήσεις του βεβαιωθέντος ποσού».
8. Το άρθρο 51 του νόμου 4139/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«Εγκεκριμένοι οργανισμοί ή φορείς για την υλοποίηση των δράσεων που μνημονεύονται στα άρθρα 30 -35 είναι οι εξής:
1) Οργανισμός κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ)
2) Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ)
3) Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αθηνών (ΨΝΑ)
4) Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (ΨΝΘ)
5) Κέντρο Απεξάρτησης Τοξικομανών Κρατουμένων Ελεώνα Θηβών».

Άρθρο 5
Τροποποίηση ν. 2298/1995

1. Η περ. β της παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 2298/1995 (Α΄ 62) αντικαθίσταται, ως εξής:
«β) η τοποθέτηση αυτή επιβάλλεται ως περιοριστικός όρος μόνο υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 282 ΚΠΔ».
2. Η παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 2298/1995 καταργείται.
3. Η παρ. 10 του άρθρου 17 του ν. 2298/1995 αντικαθίσταται ως εξής:
«10. Στους ανήλικους που έχουν εισαχθεί στα Ιδρύματα Αγωγής κατά τις παραγράφους 4 και 5 ο Δικαστής Ανηλίκων μπορεί να χορηγεί άδεια δοκιμασίας ή άδεια για λόγους υγείας. Η άδεια δοκιμασίας χορηγείται ύστερα από αιτιολογημένη γνώμη του Διευθυντή του Ιδρύματος και έχει διάρκεια ως έξι (6) μήνες, και μπορεί να παραταθεί για άλλους έξι (6) μήνες. Η τμηματική χορήγηση της είναι επίσης δυνατή. Η άδεια για λόγους υγείας χορηγείται ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση του ιατρού του καταστήματος και αφορά κατ` οίκον νοσηλεία. Ο χρόνος της δοκιμαστικής άδειας και της άδειας για λόγους υγείας υπολογίζεται ως χρόνος έκτισης του αναμορφωτικού μέτρου της περ. ιβ της παρ. 1 του άρθρου 122 Ποινικού Κώδικα που επιβλήθηκε».

Άρθρο 6
Έκτακτα μέτρα για την αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης
1. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή στερητική της ελευθερίας που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, κατά τις εξής διακρίσεις: α) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μέχρι τρία έτη, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα δέκατο αυτής, β) εάν η ποινή τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τριών και μέχρι πέντε έτη, συμπεριλαμβανομένης της κάθειρξης, καθώς και εάν η ποινή φυλάκισης τους έχει διάρκεια μεγαλύτερη των πέντε ετών, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο αυτής.
2. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής.
3. Κρατούμενοι οι οποίοι κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εκτίουν ποινή κάθειρξης άνω των δέκα ετών απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο πραγματικής έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε.
4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και στους καταδίκους που αποκτούν τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και σε χρονικό διάστημα μέχρι ενός έτους από τη δημοσίευση του.

5. Όσοι απολύονται, κατ' εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 4, αν υποπέσουν, μέσα σε πέντε έτη από την αποφυλάκισή τους, σε νέα από δόλο αξιόποινη πράξη και καταδικαστούν αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη των δύο ετών, εκτίουν αθροιστικά και το υπόλοιπο της ποινής για την οποία είχαν απολυθεί υπό όρο.
6. Στους απολυόμενους, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών με την ίδια διάταξη του, μπορεί να επιβάλλει: α) την υποχρέωση τους να εμφανίζονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις αστυνομικές αρχές του τόπου όπου διαμένουν, β) τη μη απομάκρυνση τους, χωρίς έγγραφη άδεια του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, από τον ως άνω τόπο, γ) οποιονδήποτε άλλον όρο από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 Π.Κ., κρίνει σκόπιμο. Ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, κατά την επιβολή των ως άνω όρων, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την προσωπικότητα, καθώς και τις ατομικές, οικογενειακές και επαγγελματικές ανάγκες του απολυόμενου. Σε περίπτωση που ο τελευταίος παραβαίνει τους όρους που του έχουν τεθεί, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών διατάσσει την ανάκληση της απόλυσης.
7. Οι διευθυντές των καταστημάτων κράτησης υποβάλλουν, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στον εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής τους φακέλους των καταδίκων, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.
8. Απολύσεις που γίνονται, κατά τις διατάξεις του παρόντος, ανακοινώνονται από τους διευθυντές των καταστημάτων κράτησης τόσο στις αρμόδιες υπηρεσίες Ποινικού Μητρώου και καταχωρούνται στα οικεία δελτία των απολυθέντων, όσο και στη Διεύθυνση Αλλοδαπών του Κλάδου Ασφάλειας του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.
9. Η υπό όρον απόλυση, κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, δεν κωλύεται από τη μη καταβολή των δικαστικών εξόδων και της χρηματικής ποινής που τυχόν επιβλήθηκε.
10. Κάθε αμφισβήτηση ως προς την εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού, λύεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, προκειμένου δε για ανηλίκους από το τριμελές δικαστήριο ανηλίκων του τόπου έκτισης.
Άρθρο 7
Μετατροπή ποινών ανεκτέλεστων αποφάσεων
1. Ανεκτέλεστες ποινές στερητικές της ελευθερίας που δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη και έχουν επιβληθεί με δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες κατέστησαν αμετάκλητες πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και δεν έχουν μετατραπεί σε χρηματικές, μετατρέπονται σε χρηματικές ποινές, ύστερα από αίτηση του καταδικασθέντος που υποβάλλεται αυτοπροσώπως ή με πληρεξούσιο στον αρμόδιο για την εκτέλεση των ποινών εισαγγελέα μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Η μετατροπή αποκλείεται, αν η ποινή έχει περιληφθεί ή μπορεί να περιληφθεί σε συνολική ποινή κάθειρξης που εξακολουθεί να ισχύει.
2. Για τη μετατροπή της ποινής αποφασίζει αμετάκλητα το δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση ύστερα από κλήτευση του αιτούντος. Ο αιτών μπορεί να παραιτηθεί από την κλήτευση, καθώς και να εκπροσωπηθεί από συνήγορο, εφόσον προβεί σε σχετική δήλωση στην αίτησή του ή σε μεταγενέστερο έγγραφο προς τον εισαγγελέα ή το δικαστήριο. Κατά τη μετατροπή των ποινών του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 4 έως 8 του άρθρου 82 του Ποινικού Κώδικα.
3. Μετά την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1, δεν επιτρέπεται η άσκηση από τον καταδικασθέντα οποιουδήποτε τακτικού ή έκτακτου ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που επέβαλε την κατά τα άνω ποινή ή η άσκηση αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας ή της απόφασης. Αν ασκηθεί τέτοιο ένδικο μέσο ή βοήθημα, κηρύσσεται απαράδεκτο σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

Άρθρο 8
Άλλες μεταβατικές διατάξεις

1. Ανήλικοι που κατά τον χρόνο δημοσίευσης του παρόντος έχουν καταδικαστεί και εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για πράξεις εκτός απ' αυτές που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα απολύονται με βούλευμα του συμβουλίου πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής υπό τον όρο της επιβολής ενός ή περισσοτέρων από τα αναμορφωτικά μέτρα των περ. α έως ια της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα.
2. Κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος η προσωρινή κράτηση ανηλίκων για πράξεις εκτός απ' όσες προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 127 του Ποινικού Κώδικα, αντικαθίσταται με ένα ή περισσότερα από τα αναμορφωτικά μέτρα των περ. α΄ έως ια΄ της παρ. 1 του άρθρου 122 του Ποινικού Κώδικα.
3. Κρατούμενοι που κατά το χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, εφόσον έχουν εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δύο πέμπτα της ποινής. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
4. Κρατούμενοι που κατά τον χρόνο δημοσίευσης του παρόντος εκτίουν ποινή περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων που υπερβαίνει τα δέκα έτη απολύονται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής, υπό τον όρο της ανάκλησης χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και επόμενα του Ποινικού Κώδικα αν έχουν συμπληρώσει το ένα τρίτο έκτισης της ποινής που τους επιβλήθηκε. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται και αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Η παρούσα διάταξη ισχύει και για τους κρατούμενους που θα αποκτήσουν τις ανωτέρω προϋποθέσεις σε χρονικό διάστημα μέχρι ένα έτος από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
5. Οι διευθυντές των σωφρονιστικών καταστημάτων υποβάλλουν μέσα σε δέκα ημέρες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στον εισαγγελέα του τόπου έκτισης της ποινής τους φακέλους των κρατουμένων, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου. Στους φακέλους των κρατουμένων των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνεται έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του σωφρονιστικού καταστήματος ή της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων με εμπεριστατωμένη αναφορά για την προσωπικότητα και το κοινωνικό περιβάλλον του κρατουμένου προκειμένου να αποφασιστεί η αναγκαιότητα και η προσφορότητα επιβολής αναμορφωτικών μέτρων.
6. Απολύσεις που γίνονται κατά το άρθρο αυτό ανακοινώνονται από τους διευθυντές των καταστημάτων κράτησης στις αρμόδιες υπηρεσίες ποινικού μητρώου και καταχωρούνται στα οικεία δελτία των απολυθέντων.
7. Σε αλλοδαπούς που χορηγήθηκε υφ' όρον απόλυση ή εξέτισαν πλήρως την ποινή τους και τελούν υπό δικαστική απέλαση, εφόσον η απέλαση αυτή δεν έχει καταστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος εφικτή, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, εντός δέκα ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, με διάταξη την αναστέλλει υποχρεωτικά, επιβάλλει όρο ή όρους της παρ. 3 του άρθρου 100 του ΠΚ και απολύει άμεσα τον κρατούμενο, εκτός αν η απέλαση πρόκειται να εκτελεστεί άμεσα και πάντως όχι σε διάστημα μεγαλύτερο των δέκα πέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος. Στους απολυόμενους με οποιονδήποτε τρόπο αλλοδαπούς μπορεί να επιτραπεί η εργασία υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 37 του Ν. 3907/2011 (Α 7) για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή εκτέλεσης της απέλασής τους. Δικαστικές απελάσεις που έχουν επιβληθεί με βάση ποινή φυλάκισης παύουν να ισχύουν και δεν εκτελούνται από τη δημοσίευση του παρόντος.
8. Εντός δεκαπέντε ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ανακαλούνται με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης ανακλήσεις λόγω παραβίασης όρων για λόγους υγείας για απολύσεις που είχαν χορηγηθεί σε κρατούμενους κατ' άρθρο 110Α Π.Κ..
9. Η διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 105 ΠΚ εφαρμόζεται αναδρομικά από την έναρξη της έκτισης της ποινής και μόλις πληρωθούν οι σχετικές προϋποθέσεις.

10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο αριθμός των ωρών νυχτερινής απασχόλησης εργάσιμων ημερών, ημερήσιας και νυχτερινής απασχόλησης κατά τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, προς συμπλήρωση της υποχρεωτικής εβδομαδιαίας εργασίας και καθ' υπέρβαση της εβδομαδιαίας υποχρεωτικής εργασίας για το προσωπικό που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης αυτών, καθώς και της κατανομής αυτών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 21.1.2015

11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται ο αριθμός των ωρών για εργασία πέραν του πενθημέρου του προσωπικού φρούρησης που υπηρετεί εντός των Καταστημάτων Κράτησης και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Φρούρησης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως 15.3.2015
12. Η προθεσμία της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του ν.δ. 3082/1954 (ΦΕΚ Α΄ 257), που παρατάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4111/2013 (Α 18) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2014 παρατείνεται για δύο ακόμη έτη από τη λήξη της, δηλαδή μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Άρθρο 9

Tα μέτρα των παρ. 1 των άρθρων 122 και 123 του Ποινικού Κώδικα υλοποιούνται στις υπάρχουσες δομές σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και σε κέντρα ανοικτής ή ημιελεύθερης διαβίωσης. Η ίδρυση και λειτουργία των κέντρων αυτών θα ρυθμιστεί με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, που θα εκδοθούν με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και των συναρμόδιων Υπουργών.
Άρθρο 10
Αύξηση θέσεων προσωπικού Καταστημάτων Κράτησης

Οι θέσεις του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτησης, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων: α) 49 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112), β) 7 παρ. 3 του ν. 3060/2002 (Α΄ 242), γ) 14 παρ. 13 του ν. 3038/2002 (Α΄ 180), δ) 4Ζ του ν. 3388/2005 (Α΄ 225), ε) 59 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) και στ) 44 του π.δ/τος 101/2014 (Α 168), όπως διαμορφώθηκαν μετά την κατάργηση των κενών με την 110820/23-11-2011 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 2767) και τη διατήρηση ορισμένων από αυτές με τη 14413/9-2-2012 απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 487) κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226), αυξήθηκαν με το άρθρο 80 του ν. 4139/2013 (Α 74) και κατανεμήθηκαν με το π.δ. 101/2014 (Α΄ 168), αυξάνονται ως εξής:

1. Του κλάδου ΠΕ Σωφρονιστικού Ενηλίκων κατά είκοσι (20)
2. Του κλάδου ΤΕ Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας Νοσηλευτικής κατά είκοσι (20)
3. Του κλάδου ΠΕ Κοινωνικής Εργασίας κατά δεκαπέντε (15)
4. Του κλάδου ΤΕ Υγείας Πρόνοιας ειδικότητας Κοινωνικής Εργασίας κατά πέντε(5)
5. Του κλάδου ΔΕ Φύλαξης κατά τριακόσιες σαράντα (340)
6. Του κλάδου ΔΕ Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης κατά εκατόν εξήντα (160)
7. Του κάδου ΔΕ Διοικητικού - Λογιστικού κατά είκοσι (20)
Άρθρο 11
Ρυθμίσεις για το Ταμείο Χρηματοδοτήσεως Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.)

1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 1017/1971 (ΦΕΚ 209 Α΄), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το Ταμείο διοικείται από 7μελές Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από:
α) το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ως Πρόεδρο
β) ένα Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που υποδεικνύεται από τον οικείο Πρόεδρο, ως Αντιπρόεδρο
γ) έναν υπάλληλο της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που είναι τουλάχιστον Προϊστάμενος Διεύθυνσης, αναπληρούμενος από Προϊστάμενο άλλης Διεύθυνσης, ή ένα υπηρεσιακό στέλεχος εποπτευόμενου από το Υπουργείο Δικαιοσύνης φορέα
δ) ένα Πολιτικό ή Μηχανολόγο Μηχανικό του Υπουργείου Μεταφορών, Υποδομών και Δικτύων, που υποδεικνύεται από τον οικείο Υπουργό ή της Εταιρίας ακινήτων του Δημοσίου που υποδεικνύεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της
ε) τρείς Δικηγόρους ένας δε από αυτούς από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών».

2. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 5 του ν.δ. 1017/1971 (Α΄209), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί με απόφασή του να αναθέτει την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων του στον Πρόεδρο, ή σε άλλο μέλος του ή σε δικαστικούς λειτουργούς ή σε Προϊσταμένους Υπηρεσιών αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ή και στον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης του Ταμείου και να εξουσιοδοτεί αυτούς προς ενέργεια ορισμένων πράξεων.»
3. Το άρθρο 6 του ν.δ. 1017/1971, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρμοδιότητες Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου
Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου εκπροσωπεί το Ταμείο ενώπιον πάσης Δικαστικής, Διοικητικής ή άλλης Αρχής, διορίζει τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ταμείου, συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο, καθορίζει την ημερήσια διάταξη, διευθύνει τις συνεδριάσεις και κατευθύνει τις εργασίες του, παρακολουθεί την εφαρμογή των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου που μεταβιβάζονται από αυτό. Επίσης ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου προΐσταται του προσωπικού του Ταμείου, διευθύνει το έργο των υπηρεσιών του, έχει την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του, υπογράφει τις νόμιμες εντολές πληρωμής και υπογράφει κάθε έγγραφο του Ταμείου.
Αν ο Πρόεδρος του Δ.Σ. απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο αυτού και αν αυτός απουσιάζει ή κωλύεται, από μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που ορίζεται από αυτό.
Ο Πρόεδρος με απόφαση του μπορεί να εξουσιοδοτεί τον Διευθυντή του Ταμείου να υπογράφει, κατά περίπτωση «με εντολή Προέδρου» όλες τις αποφάσεις, έγγραφα, εντολές ή άλλες πράξεις που αφορούν στις αρμοδιότητες του Προέδρου. Επίσης μπορεί να μεταβιβάζει στον Διευθυντή του Ταμείου και τον νόμιμο αναπληρωτή του την αρμοδιότητα υπογραφής των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής ή άλλων τίτλων πληρωμής του Ταμείου, μέχρι ορισμένου ποσού το ύψος του οποίου καθορίζεται με την ίδια απόφαση.

4. Το άρθρο 6 Α του ν.δ. 1017/1971 (Α΄209), το οποίο είχε προστεθεί με την παράγραφο 9 άρθρου 7 Ν.4043/2012 (ΦΕΚ Α 25) καταργείται.

Άρθρο 12
Ακροτελεύτια διάταξη
Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, Απριλίου 2015
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΠΑΙΔΕΙΑΣ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
Ν. ΒΟΥΤΣΗΣ Α.Ν.Δ. ΜΠΑΛΤΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΣ Ν. ΚΟΤΖΙΑΣ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΓΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

Γ. ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ Π. ΚΟΥΡΟΥΜΠΛΗΣ

http://www.siderisilias.gr/100



Προτάσεις για το κυκλοφοριακό πρόβλημα του Δήμου Πετρούπολης

Προς τον Δήμαρχο Πετρουπόλεως


Στα πλαίσια της "ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ" για την διευθέτηση των προβλημάτων που αφορούν στο κυκλοφοριακό κομμάτι του Δήμου Πετρούπολης, σας αποστέλλω και σας καταθέτω προτάσεις για τρόπους επίλυσης των προβλημάτων που σχετίζονται με την κυκλοφοριακή συμφόρηση, την παράνομη στάθμευση, την μη τήρηση των κανόνων κυκλοφορίας:


1. Έχει παρατηρηθεί ότι την μεγαλύτερη κυκλοφοριακή συμφόρηση αντιμετωπίζει η πόλη, κυρίως επί της Λεωφόρου Πετρουπόλεως (25ης Μαρτίου), και δη κάτωθεν της πλατείας. Αυτό συμβαίνει γιατί, όχι μόνο κυκλοφορούν πολλά οχήματα, κάτι το οποίο είναι αναπόφευκτο, αλλά και για άλλους δύο λόγους: (α) λόγω της συνεχούς παραβίασης του ΚΟΚ από τους οδηγούς, και κυρίως τα σχετικά με την παράνομη στάση και στάθμευση των οδηγών, στο σύνολο της λεωφόρου και (β) λόγω της κυκλοφορίας των λεωφορείων και των συνεχών στάσεων, όπως, όμως, πρέπει να γίνεται.


(α) Η παράνομη στάθμευση και παραβιάση του ΚΟΚ, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να τεθεί σε διαβούλευση. Αυτά που πρέπει να γίνουν είναι, βέβαια, η τήρηση της νομοθεσίας και η βεβαίωση των διοικητικών προστίμων στους παραβάτες. Αντιλαμβανόμενος ότι σε περιόδους οικονομικής κρίσης η επιβολή προστίμων θα είναι μία ακόμη επιβάρυνση για τους δημότες, θα πρέπει, τα αρμόδια όργανα του δήμου να ενημερώνουν τους παραβάτες του ΚΟΚ, (αντί για κλησεις να τοποθετούν ενημερωτικό φυλλάδιο επί του οχήματος που παραβιάζει τον ΚΟΚ) για ικανό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον έξι μηνών, ότι ο δήμος έχει λάβει την απόφαση να τηρηθεί ο νόμος και να βεβαιώνει διοικητικά πρόστιμα επί των παραβατών.


(β) Η λειτουργία των λεωφορείων και της λαϊκής μαζικής μετακίνησης θα πρέπει να γίνεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον των πολλών, χωρίς όμως, να παραβιάζεται η καλή κυκλοφοριακή λειτουργία του συνόλου της πόλης. Η Λεωφόρος Πετρουπόλεως έχει 2 λωρίδες στάθμευσης και 2 λωρίδες κυκλοφορίας. Όταν επί της μία λωρίδας κυκλοφορίας σταθμεύει προσωρινά λεωφορείο σε στάση για επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών, δημιουργείται πρόβλημα ακριβώς από πίσω (ενώ ταυτοχρόνως από μπροστά ο δρόμος είναι άδειος), αφού τα οχήματα, δεν μπορούν να προσπεράσουν το λεωφορείο. Αν, δε, στη λωρίδα πορείας, έχει σταθμεύσει παράνομα όχημα (έχει δηλ. διπλοπαρκάρει) τότε το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο. Η λύση είναι να μην κυκλοφορούν τα λεωφορεία επί της Πετρουπόλεως, ή τουλάχιστον να μην περνούν όλες οι γραμμές, παρα μόνο τα οχήματα της δημοτικής αστικής συγκοινωνίας. Όλες οι υπόλοιπες γραμμές του ΟΑΣΑ θα πρέπει να εξυπηρετούνται για την Άνω και Κάτω Πετρούπολη από τις παράλληλες οδούς της λεωφόρου, δηλ. της οδού Αθανασίου Διάκου, Δωδεκανήσου, Βορείου Ηπείρου, Ανατολικής Ρωμυλίας.


2. Παρατηρείται, επίσης, συμφόρηση στη διάσταυρωση των οδών 28ης Οκτωβρίου και Ανατολικής Ρωμυλίας. Εκεί ακριβώς, υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες διακοπής της κυκλοφορίας, ενώ δεν χρειάζονται αφού και οι δύο δρόμοι έχουν το απαραίτητο πλάτος για την κυκλοφορία, και τα φανάρια, αντί ν' αμβλύνουν τη συμφόρηση, τη δημιουργούν. Το αυτό δεν συμβαίνει επί παραδείγματι επί Μυστρά και Ανατολικής Ρωμυλίας. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αφαιρεθούν όλα τα φανάρια από την οδό Ανατολικής Ρωμυλίας, πλην των φαναριών διάβασης πεζών που εξυπηρετούν τα παρακείμενα σχολεία.


3. Η σωστή οδική κυκλοφορία και συμπεριφορά, θα πρέπει να γίνει κτήμα των δημοτών της πόλης. Έτσι, θα πρέπει να ενημερωθούν όλοι: και δια του τύπου, και δια ζώσης, και οι μαθητές στα σχολεία, ότι είναι υποχρέωση όλων, να τηρούμε τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας και να έχουμε την ορθή κυκλοφοριακή και οδική συμπεριφορά.



Ηλίας Γ. Σιδέρης

210.64.58.880 - siderisilias.gr@gmail.com


Θέση δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω

Το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης προκηρύσσει την πλήρωση μιας (1) οργανικής θέσης δικηγόρου παρ' Αρείω Πάγω με σχέση έμμισθης εντολής, για την Κεντρική του Υπηρεσία στην Αθήνα

Το αντικείμενο απασχόλησης του δικηγόρου που θα προσληφθεί συνίσταται, ενδεικτικά, στην παράσταση και εκπροσώπηση του Ε.Κ.Κ.Α ενώπιον των δικαστηρίων, στην κατάρτιση και τον έλεγχο των συμβάσεων, στη σύνταξη γνωμοδοτήσεων, στην παρακολούθηση της νομολογίας και στην παροχή κάθε είδους νομικών υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Ε.Κ.Κ.Α. και των δομών του εν γένει, ανάλογα με τις ανάγκες.

Οι παραπάνω υπηρεσίες θα παρέχονται, κατά κανόνα, στα Γραφεία της Νομικής Υπηρεσίας του Ε.Κ.Κ.Α., Βασιλίσσης Σοφίας 135 & Ζαχάρωφ στην Αθήνα σε καθημερινή απασχόληση όλες τις εργάσιμες ημέρες.

Οι όροι της αμοιβής του δικηγόρου καθώς και η υπηρεσιακή του εξέλιξη καθορίζονται με την Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης με αρ. πρωτ. οικ 2/17132/0022/28-2-2012 όπως ισχύει.

Ο δικηγόρος θα ασφαλίζεται στον οικείο ασφαλιστικό Φορέα σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία.

Οι υποψήφιοι καλούνται να υποβάλουν αίτηση στην Κεντρική Υπηρεσία του Ε.Κ.Κ.Α. στη Διεύθυνση Βασιλίσσης Σοφίας 135 και Ζαχάρωφ Τ.Κ. 11521 Αθήνα κατά τις εργάσιμες ημέρες και από ώρα 8.00 π.μ έως 14.30 μ.μ ή να τη στείλουν ταχυδρομικώς με απόδειξη στην ίδια διεύθυνση.

Η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων των υποψηφίων ορίζεται σε τριάντα (30) ημέρες, αρχίζει την επομένη της τελευταίας δημοσίευσης σε εφημερίδα των Αθηνών.