Κεντρική σελίδα Επικοινωνία Υποδείγματα Δικογράφων

To Σύνταγμα της Ελλάδας

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Σύνταγμα της Ελλάδας

Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ - Βασικές διατάξεις

ΤΜΗΜΑ Α΄
Μορφή του πολιτεύματος

Άρθρο 1

1. Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.
2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία.
3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.

Άρθρο 2

1. Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
2. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών.

 

ΤΜΗΜΑ Β΄
Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας

Άρθρο 3

1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄ (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.
2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου.
3. Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.





ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕPΟ
Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα



Άρθρο 4

1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.
3. Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπει ειδικότερα ο νόμος.
4. Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους.
5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.
6. Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων.
7. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες.
**Ερμηνευτική δήλωση:
Η διάταξη της παραγράφου 6 δεν αποκλείει να προβλέπεται με νόμο η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας.

Άρθρο 5

1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.
2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.
Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας.
3. Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Κανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος.
**4. Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ' αυτήν. Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως νόμος ορίζει.
**5. Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία κάθε προσώπου έναντι των βιοϊατρικών παρεμβάσεων.
Ερμηνευτική δήλωση:
Στην απαγόρευση της παραγράφου 4 δεν περιλαμβάνεται η απαγόρευση της εξόδου με πράξη του εισαγγελέα, εξαιτίας ποινικής δίωξης, ούτε η λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών, όπως νόμος ορίζει.

**Άρθρο 5Α

1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19.

Άρθρο 6

1. Κανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η προφυλάκιση. Εξαιρούνται τα αυτόφωρα εγκλήματα.
2. Όποιος συλλαμβάνεται για αυτόφωρο έγκλημα ή με ένταλμα προσάγεται στον αρμόδιο ανακριτή το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψη, αν όμως η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του ανακριτή, η προσαγωγή γίνεται μέσα στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταγωγή του. Ο ανακριτής οφείλει, μέσα σε τρεις ημέρες από την προσαγωγή, είτε να απολύσει τον συλληφθέντα είτε να εκδώσει ένταλμα φυλάκισης. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται για δύο ημέρες, αν το ζητήσει αυτός που έχει προσαχθεί, ή σε περίπτωση ανώτερης βίας που βεβαιώνεται αμέσως με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
3. Όταν περάσει άπρακτη καθεμία από τις δύο αυτές προθεσμίες, κάθε δεσμοφύλακας ή άλλος, είτε πολιτικός υπάλληλος είτε στρατιωτικός, στον οποίο έχει ανατεθεί η κράτηση εκείνου που έχει συλληφθεί, οφείλει να τον απολύσει αμέσως. Οι παραβάτες τιμωρούνται για παράνομη κατακράτηση και υποχρεούνται να επανορθώσουν κάθε ζημία που έγινε στον παθόντα και να τον ικανοποιήσουν για ηθική βλάβη με χρηματικό ποσό, όπως νόμος ορίζει.
**4. Νόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης, που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
Απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης.

Άρθρο 7

1. Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης.
2. Τα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται, όπως νόμος ορίζει.
**3. Η γενική δήμευση απαγορεύεται. Θανατική ποινή δεν επιβάλλεται, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο νόμο για κακουργήματα τα οποία τελούνται σε καιρό πολέμου και σχετίζονται με αυτόν.
4. Νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία.

Άρθρο 8

Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος.
Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν.

Άρθρο 9

1. Η κατοικία του καθενός είναι άσυλο. Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας.
2. Οι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικιακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως νόμος ορίζει.
**Άρθρο 9Α
Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 10

1. Καθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Κράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον, που υπέβαλε την αναφορά, σύμφωνα με το νόμο.
2. Μόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά, και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ' αυτή.
**3. Η αρμόδια υπηρεσία ή αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων, ιδίως πιστοποιητικών, δικαιολογητικών και βεβαιώσεων μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 60 ημερών, όπως νόμος ορίζει. Σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής ή παράνομης άρνησης, πέραν των άλλων τυχόν κυρώσεων και έννομων συνεπειών, καταβάλλεται και ειδική χρηματική ικανοποίηση στον αιτούντα, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 11

1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα.
2. Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει.

**Άρθρο 12

1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια.
2. Το σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση του νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση.
3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε ενώσεις προσώπων που δεν συνιστούν σωματείο.
4. Οι γεωργικοί και αστικοί συνεταιρισμοί κάθε είδους αυτοδιοικούνται σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού τους και προστατεύονται και εποπτεύονται από το Κράτος, που είναι υποχρεωμένο να μεριμνά για την ανάπτυξή τους.
5. Επιτρέπεται η σύσταση με νόμο αναγκαστικών συνεταιρισμών που αποβλέπουν στην εκπλήρωση σκοπών κοινής ωφέλειας ή δημόσιου ενδιαφέροντος ή κοινής εκμετάλλευσης γεωργικών εκτάσεων ή άλλης πλουτοπαραγωγικής πηγής, εφόσον πάντως εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση αυτών που συμμετέχουν.

Άρθρο 13

1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται.
3. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας.
4. Κανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους.
5. Κανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.

Άρθρο 14

1. Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους.
2. Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται.
3. Η κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή, απαγορεύεται.
Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία:
α) για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας,
β) για προσβολή του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας,
γ) για δημοσίευμα που αποκαλύπτει πληροφορίες για τη σύνθεση, τον εξοπλισμό και τη διάταξη των ενόπλων δυνάμεων ή την οχύρωση της Χώρας ή που έχει σκοπό τη βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος ή στρέφεται κατά της εδαφικής ακεραιότητας του Κράτους,
δ) για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.
4. Σ' όλες τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο εισαγγελέας, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο, και αυτό, μέσα σε άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, οφείλει να αποφασίσει για τη διατήρηση ή την άρση της κατάσχεσης, διαφορετικά η κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως. Τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης επιτρέπονται στον εκδότη της εφημερίδας ή άλλου εντύπου που κατασχέθηκε και στον εισαγγελέα.
**5. Καθένας ο οποίος θίγεται από ανακριβές δημοσίευμα ή εκπομπή έχει δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση πλήρους και άμεσης επανόρθωσης. Καθένας ο οποίος θίγεται από υβριστικό ή δυσφημιστικό δημοσίευμα ή εκπομπή έχει, επίσης, δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση άμεσης δημοσίευσης ή μετάδοσης της απάντησης. Νόμος ορίζει τον τρόπο με τον οποίο ασκείται το δικαίωμα απάντησης και διασφαλίζεται η πλήρης και άμεση επανόρθωση ή η δημοσίευση και μετάδοση της απάντησης.
6. Το δικαστήριο, ύστερα από τρεις τουλάχιστον καταδίκες μέσα σε μία πενταετία για διάπραξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στην παράγραφο 3, διατάσσει την οριστική ή προσωρινή παύση της έκδοσης του εντύπου και, σε βαριές περιπτώσεις, την απαγόρευση της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος από το πρόσωπο που καταδικάστηκε, όπως νόμος ορίζει. Η παύση ή η απαγόρευση αρχίζουν αφότου η καταδικαστική απόφαση γίνει αμετάκλητη.
**7. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την αστική και ποινική ευθύνη του τύπου και των άλλων μέσων ενημέρωσης και με την ταχεία εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων.
8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.
**9. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η οικονομική κατάσταση και τα μέσα χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης πρέπει να γίνονται γνωστά, όπως νόμος ορίζει. Νόμος προβλέπει τα μέτρα και τους περιορισμούς που είναι αναγκαίοι για την πλήρη διασφάλιση της διαφάνειας και της πολυφωνίας στην ενημέρωση. Απαγορεύεται η συγκέντρωση του ελέγχου περισσότερων μέσων ενημέρωσης της αυτής ή άλλης μορφής. Απαγορεύεται ειδικότερα η συγκέντρωση περισσότερων του ενός ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης της αυτής μορφής, όπως νόμος ορίζει. Η ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών. Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες. Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης, καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγούμενων εδαφίων.

Άρθρο 15

1. Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης.
**2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας.
Νόμος ορίζει τα σχετικά με την υποχρεωτική και δωρεάν μετάδοση των εργασιών της Βουλής και των επιτροπών της, καθώς και προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.

Άρθρο 16

1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες· η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.
2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
3. Τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα.
4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους.
5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει.
Ειδικός νόμος ορίζει όσα αφορούν τους φοιτητικούς συλλόγους και τη συμμετοχή των σπουδαστών σ' αυτούς.
6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων.
Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει.
Νόμος ορίζει το όριο της ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων· εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους.
7. Η επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Κράτος και με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, όπως προβλέπεται ειδικότερα από το νόμο, που ορίζει και τα επαγγελματικά δικαιώματα όσων αποφοιτούν από τις σχολές αυτές.
8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ' αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους.
Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται.
9. Ο αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανώτατη εποπτεία του Κράτους.
Το Κράτος επιχορηγεί και ελέγχει τις ενώσεις των αθλητικών σωματείων κάθε είδους, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει επίσης τη διάθεση των ενισχύσεων που παρέχονται κάθε φορά στις επιχορηγούμενες ενώσεις σύμφωνα με τον προορισμό τους.

Άρθρο 17

1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.
**2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο.
Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Στην απόφαση κήρυξης πρέπει να δικαιολογείται ειδικά η δυνατότητα κάλυψης της δαπάνης αποζημίωσης. Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης της κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου.
3. Η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη.
**4. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Μπορεί να οριστεί και προσωρινά δικαστικώς, ύστερα από ακρόαση ή πρόσκληση του δικαιούχου, που μπορεί να υποχρεωθεί κατά την κρίση του δικαστηρίου να παράσχει για την είσπραξή της ανάλογη εγγύηση, σύμφωνα με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος. Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Με τον ίδιο νόμο μπορεί να ρυθμίζεται ο τρόπος με τον οποίο συνεχίζονται εκκρεμείς δίκες.
Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη.
Προκειμένου να εκτελεστούν έργα γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας είναι δυνατόν, με ειδική απόφαση του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο για τον οριστικό ή προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, να επιτρέπεται η πραγματοποίηση εργασιών και πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή της αποζημίωσης, υπό τον όρο της καταβολής εύλογου τμήματος της αποζημίωσης και της παροχής πλήρους εγγύησης υπέρ του δικαιούχου της αποζημίωσης, όπως νόμος ορίζει. Η δεύτερη πρόταση του πρώτου εδαφίου εφαρμόζεται αναλόγως και στις περιπτώσεις αυτές.
Η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.
5. Νόμος ορίζει τις περιπτώσεις υποχρεωτικής ικανοποίησης των δικαιούχων για την πρόσοδο, την οποία έχασαν από το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε έως το χρόνο καταβολής της αποζημίωσης.
6. Όταν πρόκειται να εκτελεστούν έργα κοινής ωφέλειας ή γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας, νόμος μπορεί να επιτρέψει την απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου ευρύτερων ζωνών, πέρα από τις εκτάσεις που είναι αναγκαίες για την κατασκευή των έργων. Ο ίδιος νόμος καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους μιας τέτοιας απαλλοτρίωσης, καθώς και τα σχετικά με τη διάθεση ή χρησιμοποίηση, για δημόσιους ή κοινωφελείς γενικά σκοπούς, των εκτάσεων που απαλλοτριώνονται επιπλέον όσων είναι αναγκαίες για το έργο που πρόκειται να εκτελεστεί.
7. Νόμος μπορεί να ορίσει ότι για την εκτέλεση έργων με προφανή κοινή ωφέλεια υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισμών κοινής ωφέλειας και δημόσιων επιχειρήσεων, επιτρέπεται να διανοιχθούν υπόγειες σήραγγες στο επιβαλλόμενο βάθος, χωρίς αποζημίωση, υπό τον όρο ότι δεν θα παραβλάπτεται η συνήθης εκμετάλλευση του υπερκείμενου ακινήτου.

Άρθρο 18

1. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διάθεση των μεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και θησαυρών, ιαματικών, ρεόντων και υπόγειων υδάτων και γενικά του υπόγειου πλούτου.
2. Με νόμο ρυθμίζονται τα σχετικά με την ιδιοκτησία, την εκμετάλλευση και διαχείριση των λιμνοθαλασσών και των μεγάλων λιμνών, καθώς και τα σχετικά με τη διάθεση γενικά των εκτάσεων που προκύπτουν από αποξήρανσή τους.
3. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με τις επιτάξεις για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης, ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή υγεία.
4. Επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ειδικός νόμος, ο αναδασμός αγροτικών εκτάσεων για την επωφελέστερη εκμετάλλευση του εδάφους, καθώς και η λήψη μέτρων για την αποφυγή της υπέρμετρης κατάτμησης ή για διευκόλυνση της ανασυγκρότησης της κατατμημένης μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας.
5. Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους, μπορεί να προβλεφθεί με νόμο και κάθε άλλη στέρηση της ελεύθερης χρήσης και κάρπωσης της ιδιοκτησίας που απαιτείται από ιδιαίτερες περιστάσεις. Νόμος ορίζει τον υπόχρεο και τη διαδικασία καταβολής στο δικαιούχο του ανταλλάγματος της χρήσης ή κάρπωσης, το οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται στις υφιστάμενες κάθε φορά συνθήκες.
Μέτρα που επιβλήθηκαν με την εφαρμογή της παραγράφου αυτής αίρονται αμέσως μόλις εκλείψουν οι ιδιαίτεροι λόγοι που τα προκάλεσαν. Σε περίπτωση αδικαιολόγητης παράτασης των μέτρων αποφασίζει για την άρση τους, κατά κατηγορίες περιπτώσεων, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.
6. Με νόμο μπορεί να ρυθμίζονται τα σχετικά με τη διάθεση εγκαταλειμμένων εκτάσεων για την αξιοποίησή τους υπέρ της εθνικής οικονομίας και αποκατάσταση ακτημόνων. Με τον ίδιο νόμο ορίζονται και τα σχετικά με τη μερική ή ολική αποζημίωση των ιδιοκτητών σε περίπτωση επανεμφάνισής τους μέσα σε εύλογη προθεσμία.
7. Με νόμο μπορεί να καθιερωθεί η αναγκαστική συνιδιοκτησία συνεχόμενων ιδιοκτησιών αστικών περιοχών, εφόσον η αυτοτελής ανοικοδόμηση αυτών ή μερικών απ' αυτές δεν ανταποκρίνεται στους όρους δόμησης που ισχύουν ή πρόκειται να ισχύσουν στην περιοχή αυτή.
8. Δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η αγροτική ιδιοκτησία των Σταυροπηγιακών Ιερών Μονών της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική, των Βλατάδων στη Θεσσαλονίκη και του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, με εξαίρεση τα μετόχια. Επίσης δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα των Πατριαρχείων Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων, καθώς και της Ιερής Μονής του Σινά.

Άρθρο 19

1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
**2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1.
**3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α.

Άρθρο 20

1. Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει.
2. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.

Άρθρο 21

1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους.
2. Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Κράτος.
3. Το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.
4. Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους.
**5. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους.
**6. Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.

**Άρθρο 22

1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.
Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.
3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
4. Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται.
Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.
5. Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.
Ερμηνευτική δήλωση:
Στους γενικούς όρους εργασίας περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του τρόπου και του υποχρέου είσπραξης και απόδοσης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις της συνδρομής των μελών τους που προβλέπεται από τα καταστατικά τους.

Άρθρο 23

1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ' αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου.
2. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων.
Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ' αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας. Το δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του.

Άρθρο 24

**1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η σύνταξη δασολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. Απαγορεύεται η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων, εκτός αν προέχει για την Εθνική Οικονομία η αγροτική εκμετάλλευση ή άλλη τους χρήση, που την επιβάλλει το δημόσιο συμφέρον.
**2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης.
Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους.
3. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει.
4. Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής.
5. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Οι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης, όπως νόμος ορίζει.
6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών.
**Ερμηνευτική δήλωση:
Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασής τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά.

Άρθρο 25

**1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
2. Η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη.
3. Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται.
4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.







ΜΕΡΟΣ ΤPΙΤΟ
Οργάνωση και λειτουργίες της Πολιτείας



ΤΜΗΜΑ Α΄
Σύνταξη της Πολιτείας

Άρθρο 26

1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση.
3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού.

Άρθρο 27

1. Καμία μεταβολή στα όρια της Επικράτειας δεν μπορεί να γίνει χωρίς νόμο, που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
2. Χωρίς νόμο, που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ' αυτή ή να περάσει μέσα από αυτή.

Άρθρο 28

1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την ψήφιση νόμου που κυρώνει αυτή τη συνθήκη ή συμφωνία απαιτείται πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
3. Η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας.
**Ερμηνευτική δήλωση:
Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Άρθρο 29

1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Πολίτες που δεν απέκτησαν ακόμη το δικαίωμα να εκλέγουν μπορούν να συμμετέχουν στα τμήματα νέων των κομμάτων.
**2. Τα κόμματα έχουν δικαίωμα στην οικονομική τους ενίσχυση από το Κράτος για τις εκλογικές και λειτουργικές τους δαπάνες, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις διαφάνειας ως προς τις εκλογικές δαπάνες και γενικά την οικονομική διαχείριση των κομμάτων, των βουλευτών, των υποψήφιων βουλευτών και των υποψηφίων στην τοπική αυτοδιοίκηση όλων των βαθμών. Με νόμο επιβάλλεται ανώτατο όριο εκλογικών δαπανών, μπορεί να απαγορεύονται ορισμένες μορφές προεκλογικής προβολής και καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η παράβαση των σχετικών διατάξεων συνιστά λόγο έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα με πρωτοβουλία του ειδικού οργάνου του επόμενου εδαφίου. Ο έλεγχος των εκλογικών δαπανών των κομμάτων και των υποψήφιων βουλευτών διενεργείται από ειδικό όργανο που συγκροτείται και με τη συμμετοχή ανώτατων δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει. Με νόμο μπορούν να επεκταθούν οι ρυθμίσεις αυτές και στους υποψηφίους για άλλες αιρετές θέσεις.
**3. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των
καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο.

 

ΤΜΗΜΑ Β΄
Πρόεδρος της Δημοκρατίας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Ανάδειξη του Προέδρου

Άρθρο 30

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ρυθμιστής του Πολιτεύματος. Εκλέγεται από τη Βουλή για περίοδο πέντε ετών, όπως ορίζεται στα άρθρα 32 και 33.
2. Το αξίωμα του Προέδρου είναι ασυμβίβαστο με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο.
3. Η προεδρική περίοδος αρχίζει από την ορκωμοσία του Προέδρου.
4. Σε περίπτωση πολέμου, η προεδρική θητεία παρατείνεται έως τη λήξη του.
5. Επανεκλογή του ίδιου προσώπου επιτρέπεται μία φορά μόνο.

**Άρθρο 31

Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκλεγεί όποιος είναι Έλληνας πολίτης πριν από πέντε τουλάχιστον έτη, έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή, έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του και έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.

Άρθρο 32

*1. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη Βουλή γίνεται με ονομαστική ψηφοφορία και σε ειδική συνεδρίαση, που συγκαλείται από τον Πρόεδρο της Βουλής έναν τουλάχιστο μήνα πριν λήξει η θητεία του εν ενεργεία Προέδρου της Δημοκρατίας, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής.
Σε περίπτωση οριστικής αδυναμίας του Προέδρου της Δημοκρατίας να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, κατά τους ορισμούς του άρθρου 34 παράγραφος 2, καθώς επίσης και σε περίπτωση που ο Πρόεδρος παραιτηθεί, πεθάνει ή κηρυχθεί έκπτωτος κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, η συνεδρίαση της Βουλής για την εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας συγκαλείται μέσα σε δέκα ημέρες το αργότερο αφότου έληξε πρόωρα η θητεία του προηγούμενου Προέδρου.
2. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται σε κάθε περίπτωση για πλήρη θητεία.
3. Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών.
Αν δεν συγκεντρωθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ύστερα από πέντε ημέρες.
Αν δεν επιτευχθεί ούτε στη δεύτερη ψηφοφορία η οριζόμενη πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά ύστερα από πέντε ημέρες, οπότε εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
*4. Αν δεν επιτευχθεί ούτε και στην τρίτη ψηφοφορία η αυξημένη αυτή πλειοψηφία, η Βουλή διαλύεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ψηφοφορία, και προκηρύσσεται εκλογή για ανάδειξη νέας Βουλής.
Η Βουλή που αναδεικνύεται από τις νέες εκλογές, αμέσως μόλις συγκροτηθεί σε σώμα, εκλέγει με ονομαστική ψηφοφορία Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
Αν δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία αυτή, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μέσα σε πέντε ημέρες και εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Αν δεν επιτευχθεί ούτε αυτή η πλειοψηφία, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται ακόμη μία φορά, ύστερα από πέντε ημέρες, μεταξύ των δύο προσώπων που πλειοψήφησαν και θεωρείται ότι έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκείνος που συγκέντρωσε τη σχετική πλειοψηφία.
5. Αν η Βουλή είναι απούσα, συγκαλείται εκτάκτως για να εκλέξει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατά τους ορισμούς της παραγράφου 4.
Αν η Βουλή έχει διαλυθεί με οποιονδήποτε τρόπο, η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αναβάλλεται ώσπου να συγκροτηθεί σε σώμα η νέα Βουλή και μέσα σε είκοσι ημέρες, το αργότερο, από τη συγκρότησή της, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4, αφού τηρηθούν και οι ορισμοί της παραγράφου 1 του άρθρου 34.
6. Αν η διαδικασία για την εκλογή νέου Προέδρου, που ορίζεται στις προηγούμενες παραγράφους, δεν περατωθεί εγκαίρως, ο ήδη Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του και μετά τη λήξη της θητείας του ώσπου να αναδειχθεί νέος Πρόεδρος.
Ερμηνευτική δήλωση:
Πρόεδρος της Δημοκρατίας που παραιτείται πριν από τη λήξη της θητείας του δεν μπορεί να λάβει μέρος στην εκλογή που επακολουθεί εξαιτίας της παραίτησής του.

Άρθρο 33

1. Ο εκλεγόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του από την επομένη της ημέρας που έληξε η θητεία του απερχόμενου Προέδρου· σε όλες τις άλλες περιπτώσεις από την επομένη της εκλογής του.
2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του, δίνει ενώπιον της Βουλής τον ακόλουθο όρκο:
"Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού".
3. Νόμος ορίζει τη χορηγία που καταβάλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τη λειτουργία των υπηρεσιών που οργανώνονται για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Άρθρο 34

1. Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν απουσιάζει στο εξωτερικό περισσότερο από δέκα ημέρες, αν πεθάνει, παραιτηθεί, κηρυχθεί έκπτωτος ή αν κωλύεται για οποιονδήποτε λόγο να ασκήσει τα καθήκοντά του, τον αναπληρώνει προσωρινά ο Πρόεδρος της Βουλής· αν δεν υπάρχει Βουλή, ο Πρόεδρος της τελευταίας Βουλής και, αν αυτός αρνείται ή δεν υπάρχει, η Κυβέρνηση συλλογικά.
Κατά την περίοδο της αναπλήρωσης του Προέδρου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη διάλυση της Βουλής, με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 32 παράγραφος 4, καθώς και οι διατάξεις για την παύση της Κυβέρνησης και την προσφυγή σε δημοψήφισμα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παράγραφος 2 και του άρθρου 44 παράγραφος 2.
2. Αν η αδυναμία του Προέδρου της Δημοκρατίας να ασκήσει τα καθήκοντά του παρατείνεται πέρα από τριάντα ημέρες, συγκαλείται υποχρεωτικά η Βουλή, ακόμη και αν αυτή έχει διαλυθεί, για να αποφασίσει με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνόλου των μελών της, αν συντρέχει περίπτωση εκλογής νέου Προέδρου. Σε καμία πάντως περίπτωση η εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας δεν μπορεί να καθυστερήσει περισσότερο από έξι συνολικά μήνες, αφότου άρχισε η αναπλήρωσή του που προκλήθηκε από αδυναμία του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕPΟ
Εξουσίες και ευθύνη από τις πράξεις του Προέδρου

Άρθρο 35

*1. Καμία πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν ισχύει ούτε εκτελείται χωρίς την προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού, ο οποίος με μόνη την υπογραφή του γίνεται υπεύθυνος, και χωρίς τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στην περίπτωση που η Κυβέρνηση απαλλαγεί από τα καθήκοντά της σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1, αν ο Πρωθυπουργός δεν προσυπογράφει το οικείο διάταγμα, αυτό υπογράφεται μόνο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
*2. Κατ' εξαίρεση δεν απαιτείται προσυπογραφή για τις ακόλουθες πράξεις:
α) το διορισμό Πρωθυπουργού,
β) την ανάθεση διερευνητικής εντολής σύμφωνα με το άρθρο 37 παράγραφοι 2, 3 και 4,
γ) τη διάλυση της Βουλής κατά το άρθρο 32 παράγραφος 4 και κατά το άρθρο 41 παράγραφος 1, αν δεν την προσυπογράψει ο Πρωθυπουργός, και κατά το άρθρο 53 παράγραφος 1, αν δεν την προσυπογράψει το Υπουργικό Συμβούλιο,
δ) την αναπομπή κατά το άρθρο 42 παράγραφος 1 νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου που έχει ψηφιστεί από τη Βουλή,
ε) το διορισμό του προσωπικού των υπηρεσιών της Προεδρίας της Δημοκρατίας.
*3. Το διάταγμα με το οποίο προκηρύσσεται δημοψήφισμα για νομοσχέδιο, σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2, προσυπογράφεται από τον Πρόεδρο της Βουλής.

Άρθρο 36

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τήρηση οπωσδήποτε των ορισμών του άρθρου 35 παράγραφος 1, εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις και τις ανακοινώνει στη Βουλή, με τις αναγκαίες διασαφήσεις, όταν το συμφέρον και η ασφάλεια του Κράτους το επιτρέπουν.
2. Οι συνθήκες για εμπόριο, φορολογία, οικονομική συνεργασία και συμμετοχή σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, και όσες άλλες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες, σύμφωνα με άλλες διατάξεις του Συντάγματος, τίποτε δεν μπορεί να οριστεί χωρίς νόμο, ή οι οποίες επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει.
3. Μυστικά άρθρα συνθήκης δεν μπορούν ποτέ να ανατρέψουν τα φανερά.
4. Η κύρωση διεθνών συνθηκών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης κατά το άρθρο 43 παράγραφοι 2 και 4.

Άρθρο 37

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει τον Πρωθυπουργό και, με πρότασή του, διορίζει και παύει τα λοιπά μέλη της Κυβέρνησης και τους Υφυπουργούς.
*2. Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος το οποίο διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής.
*3. Αν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Αν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή.
*4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ανατίθεται, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης ή διερευνητική εντολή σε αρχηγό κόμματος, αν το κόμμα δεν έχει αρχηγό ή εκπρόσωπο, ή αν ο αρχηγός ή ο εκπρόσωπός του δεν έχει εκλεγεί βουλευτής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει την εντολή σ' αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος. Η πρόταση για την ανάθεση εντολής γίνεται μέσα σε τρεις ημέρες από την ημέρα που ο Πρόεδρος της Βουλής ή ο αναπληρωτής του ανακοινώνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη δύναμη των κομμάτων στη Βουλή· η ανακοίνωση αυτή γίνεται πριν από κάθε ανάθεση εντολής.
*Ερμηνευτική δήλωση:
Στις διερευνητικές εντολές, αν κόμματα είναι ισοδύναμα σε βουλευτικές έδρες, προηγείται εκείνο που έλαβε περισσότερες ψήφους στις εκλογές· νεοσχηματισμένο κόμμα με κοινοβουλευτική ομάδα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής, έπεται του παλαιότερου με ίσο αριθμό εδρών. Στις δύο αυτές περιπτώσεις δεν παρέχονται διερευνητικές εντολές σε περισσότερα από τέσσερα κόμματα.

Άρθρο 38

*1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απαλλάσσει από τα καθήκοντά της την Κυβέρνηση, αν αυτή παραιτηθεί, καθώς και αν η Βουλή αποσύρει την εμπιστοσύνη της κατά το άρθρο 84. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 37.
Αν ο Πρωθυπουργός της παραιτούμενης Κυβέρνησης είναι αρχηγός ή εκπρόσωπος κόμματος που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών, εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄.
*
** 2. Αν ο Πρωθυπουργός παραιτηθεί, εκλείψει ή αδυνατεί για λόγους υγείας να ασκήσει τα καθήκοντά του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει Πρωθυπουργό αυτόν που προτείνει η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος στο οποίο ανήκει ο απερχόμενος Πρωθυπουργός, εφόσον αυτό διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Η πρόταση γίνεται το αργότερο σε τρεις ημέρες από την παραίτηση ή την έκλειψη του Πρωθυπουργού ή από τη διαπίστωση της αδυναμίας του να ασκήσει τα καθήκοντά του. Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, εφαρμόζεται αναλογικά η παράγραφος 4 και στη συνέχεια το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του προηγούμενου άρθρου.
Η αδυναμία του Πρωθυπουργού να ασκήσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας διαπιστώνεται από τη Βουλή με ειδική απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ύστερα από πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος στο οποίο ανήκει ο Πρωθυπουργός, εφόσον αυτό διαθέτει στη Βουλή την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Σε κάθε άλλη περίπτωση η πρόταση υποβάλλεται από τα δύο πέμπτα τουλάχιστον του όλου αριθμού των βουλευτών.
Εωσότου διοριστεί ο νέος Πρωθυπουργός τα καθήκοντα του Πρωθυπουργού ασκεί ο πρώτος κατά σειρά Αντιπρόεδρος και εφόσον δεν έχουν διοριστεί Αντιπρόεδροι ο πρώτος κατά σειρά Υπουργός.
*Ερμηνευτική δήλωση:
Η διάταξη της παραγράφου 2 εφαρμόζεται και σε περίπτωση αναπλήρωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το άρθρο 34.

Άρθρο 39

(Το άρθρο 39 καταργείται).

Άρθρο 40

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκαλεί τη Βουλή τακτικά μία φορά κάθε χρόνο, όπως ορίζει το άρθρο 64 παράγραφος 1, και εκτάκτως κάθε φορά που το κρίνει εύλογο· κηρύσσει αυτοπροσώπως ή δια του Πρωθυπουργού την έναρξη και τη λήξη κάθε βουλευτικής περιόδου.
2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μία φορά μόνο μπορεί να αναστείλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου, είτε αναβάλλοντας την έναρξη είτε διακόπτοντας την εξακολούθησή τους.
3. Η αναστολή των εργασιών δεν επιτρέπεται να διαρκέσει περισσότερο από τριάντα ημέρες ούτε να επαναληφθεί κατά την ίδια βουλευτική σύνοδο χωρίς τη συγκατάθεση της Βουλής.

Άρθρο 41

*1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να διαλύσει τη Βουλή, αν έχουν παραιτηθεί ή και καταψηφιστεί από αυτή δύο Κυβερνήσεις και η σύνθεσή της δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα. Οι εκλογές ενεργούνται από την Κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης Βουλής. Σε κάθε άλλη περίπτωση εφαρμόζεται αναλόγως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 37.
*2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Αποκλείεται η διάλυση της νέας Βουλής για το ίδιο θέμα.
3. Το διάταγμα διάλυσης της Βουλής, προσυπογραμμένο στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου από το Υπουργικό Συμβούλιο, πρέπει να περιλαμβάνει συγχρόνως την προκήρυξη εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και τη σύγκληση της νέας Βουλής μέσα σε άλλες τριάντα ημέρες από τις εκλογές.
*4. Η Βουλή που εκλέχθηκε μετά τη διάλυση της προηγούμενης δεν μπορεί να διαλυθεί πριν περάσει ένα έτος αφότου άρχισε τις εργασίες της, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 37 παράγραφος 3 και της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
5. Η Βουλή διαλύεται υποχρεωτικά στην περίπτωση του άρθρου 32 παράγραφος 4.
*Ερμηνευτική δήλωση:
Σε κάθε περίπτωση χωρίς εξαίρεση το διάταγμα για τη διάλυση της Βουλής πρέπει να διαλαμβάνει την προκήρυξη εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και τη σύγκληση της νέας Βουλής μέσα σε τριάντα ημέρες από αυτές.

Άρθρο 42

*1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή μέσα σε ένα μήνα από την ψήφισή τους. Μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτή, εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής.
*2. Πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο που έχει αναπεμφθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη Βουλή εισάγεται στην Ολομέλειά της και, αν επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών κατά τη διαδικασία του άρθρου 76 παράγραφος 2, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε δέκα ημέρες από την επιψήφισή του.

Άρθρο 43

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους.
2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.
3. (Η παράγραφος 3 καταργείται).
4. Με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοσης κανονιστικών διαταγμάτων για τη ρύθμιση των θεμάτων που καθορίζονται σ' αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Με τους νόμους αυτούς χαράζονται οι γενικές αρχές και οι κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί και τίθενται χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης.
5. Τα κατά το άρθρο 72 παράγραφος 1 θέματα της αρμοδιότητας της Ολομέλειας της Βουλής δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εξουσιοδότησης κατά την προηγούμενη παράγραφο.

Άρθρο 44

1. Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 72 παράγραφος 1, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής.
*2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση των δύο πέμπτων του συνόλου και όπως ορίζουν ο Κανονισμός της Βουλής και νόμος για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής. Δεν εισάγονται κατά την ίδια περίοδο της Βουλής περισσότερες από δύο προτάσεις δημοψηφίσματος για νομοσχέδιο.
Αν νομοσχέδιο υπερψηφιστεί, η προθεσμία του άρθρου 42 παράγραφος 1 αρχίζει από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
*3. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε εντελώς εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να απευθύνει προς το Λαό διαγγέλματα, μετά από σύμφωνη γνώμη του Προέδρου της Κυβέρνησης. Τα διαγγέλματα προσυπογράφονται από τον Πρωθυπουργό και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 45

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας, που τη διοίκησή τους ασκεί η Κυβέρνηση, όπως νόμος ορίζει. Απονέμει επίσης τους βαθμούς σε όσους υπηρετούν σ' αυτές, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 46

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει και παύει, σύμφωνα με το νόμο, τους δημόσιους υπαλλήλους, εκτός από τις εξαιρέσεις που ορίζει ο νόμος.
2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απονέμει τα προβλεπόμενα παράσημα σύμφωνα με τις διατάξεις του σχετικού νόμου.

Άρθρο 47

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί.
2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μόνο με τη συγκατάθεση της Βουλής έχει το δικαίωμα να απονέμει χάρη σε Υπουργό που καταδικάστηκε κατά το άρθρο 86.
*3. Αμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
4. Αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο.

Άρθρο 48

*1. Σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Βουλή, με απόφασή της, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης, θέτει σε εφαρμογή, σε ολόκληρη την Επικράτεια ή σε τμήμα της, το νόμο για την κατάσταση πολιορκίας, συνιστά εξαιρετικά δικαστήρια και αναστέλλει την ισχύ του συνόλου ή μέρους των διατάξεων των άρθρων 5 παράγραφος 4, 6, 8, 9, 11, 12 παράγραφοι 1 έως και 4, 14, 19, 22 παράγραφος 3, 23, 96 παράγραφος 4 και 97. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημοσιεύει την απόφαση της Βουλής.
Με την απόφαση της Βουλής ορίζεται η διάρκεια ισχύος των επιβαλλόμενων μέτρων, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τις δεκαπέντε ημέρες.
*2. Σε περίπτωση απουσίας της Βουλής ή αν συντρέχει αντικειμενική αδυναμία να συγκληθεί εγκαίρως, τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου λαμβάνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το διάταγμα υποβάλλεται από την Κυβέρνηση στη Βουλή για έγκριση μόλις καταστεί δυνατή η σύγκλησή της, ακόμη και αν έληξε η βουλευτική περίοδος ή η Βουλή έχει διαλυθεί, και πάντως μέσα σε δεκαπέντε ημέρες το αργότερο.
*3. Η διάρκεια των κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρων μπορεί να παρατείνεται ανά δεκαπενθήμερο μόνο με προηγούμενη απόφαση της Βουλής, η οποία συγκαλείται ακόμη και αν έχει λήξει η βουλευτική περίοδος ή η Βουλή έχει διαλυθεί.
*4. Τα κατά τις προηγούμενες παραγράφους μέτρα αίρονται αυτοδικαίως με τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, εφόσον δεν παρατείνονται με απόφαση της Βουλής, και σε κάθε περίπτωση με τη λήξη του πολέμου, εφόσον είχαν επιβληθεί εξαιτίας πολέμου.
*5. Αφότου αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα των προηγούμενων παραγράφων ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης, μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, για να αντιμετωπιστούν επείγουσες ανάγκες ή για να αποκατασταθεί ταχύτερα η λειτουργία των συνταγματικών θεσμών. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται για κύρωση στη Βουλή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από τη σύγκλησή της σε σύνοδο και παύουν να ισχύουν στο εξής, αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις παραπάνω προθεσμίες ή δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου υποβλήθηκαν.
*6. Οι κατά τις παραγράφους 2 και 3 αποφάσεις της Βουλής λαμβάνονται με την πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των βουλευτών και η κατά την παράγραφο 1 απόφαση με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνολικού αριθμού των βουλευτών. Η Βουλή αποφασίζει σε μία μόνο συνεδρίαση.
*7. Σε όλη τη διάρκεια της εφαρμογής των μέτρων κατάστασης ανάγκης, τα οποία λαμβάνονται κατά το άρθρο αυτό, ισχύουν αυτοδικαίως οι διατάξεις των άρθρων 61 και 62 του Συντάγματος, ακόμη και αν διαλύθηκε η Βουλή ή έληξε η βουλευτική περίοδος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤPΙΤΟ
Ειδικές ευθύνες του Προέδρου της Δημοκρατίας

Άρθρο 49

1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν ευθύνεται οπωσδήποτε για πράξεις που έχει ενεργήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του, παρά μόνο για έσχατη προδοσία ή παραβίαση, με πρόθεση, του Συντάγματος. Για πράξεις που δεν σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων του η δίωξη αναστέλλεται εωσότου λήξει η προεδρική θητεία.
2. Η πρόταση για κατηγορία και παραπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας σε δίκη υποβάλλεται στη Βουλή υπογραμμένη από το ένα τρίτο τουλάχιστον των μελών της και γίνεται αποδεκτή με απόφαση που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των μελών της.
3. Αν η πρόταση γίνει αποδεκτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παραπέμπεται στο δικαστήριο του άρθρου 86· οι σχετικές μ' αυτό διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.
4. Αφότου παραπεμφθεί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του και αναπληρώνεται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 34· αναλαμβάνει πάλι τα καθήκοντά του, αφότου το δικαστήριο του άρθρου 86 εκδώσει απαλλακτική απόφαση, εφόσον δεν εξαντλήθηκε η θητεία του.
5. Νόμος που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής ρυθμίζει τα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 50

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι μ' αυτό.

 

ΤΜΗΜΑ Γ΄
Βουλή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Ανάδειξη και συγκρότηση της Βουλής

Άρθρο 51

1. Ο αριθμός των βουλευτών ορίζεται με νόμο, δεν μπορεί όμως να είναι μικρότερος από διακόσιους ούτε μεγαλύτερος από τριακόσιους.
2. Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος.
3. Οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν εκλογικό δικαίωμα, όπως νόμος ορίζει. Ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.
**4. Οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Επικράτεια. Νόμος που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών μπορεί να ορίζει τα σχετικά με την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκλογείς που βρίσκονται έξω από την Επικράτεια. Ως προς τους εκλογείς αυτούς η αρχή της ταυτόχρονης διενέργειας των εκλογών δεν κωλύει την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον η καταμέτρηση και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων διενεργείται όποτε αυτό γίνεται και σε ολόκληρη την Επικράτεια.
**5. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική.

Άρθρο 52

Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής.

Άρθρο 53

1. Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών. Μόλις λήξει η βουλευτική περίοδος, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, διατάσσεται η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες και η σύγκληση της νέας Βουλής σε τακτική σύνοδο μέσα σε άλλες τριάντα ημέρες από αυτές.
2. Βουλευτική έδρα που κενώθηκε μέσα στο τελευταίο έτος της περιόδου δεν συμπληρώνεται με αναπληρωματική εκλογή, όταν απαιτείται κατά το νόμο, εφόσον οι κενές έδρες δεν είναι περισσότερες από το ένα πέμπτο του όλου αριθμού των βουλευτών.
3. Σε περίπτωση πολέμου η βουλευτική περίοδος παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του. Αν η Βουλή έχει διαλυθεί, η διενέργεια των εκλογών αναστέλλεται εωσότου τελειώσει ο πόλεμος, ανακαλείται δε αυτοδικαίως η Βουλή που έχει διαλυθεί έως το τέλος του.

Άρθρο 54

**1. Το εκλογικό σύστημα και οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός και αν προβλέπεται η ισχύς του άμεσα από τις επόμενες εκλογές με ρητή διάταξη που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
**2. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, με βάση το νόμιμο πληθυσμό της περιφέρειας που προκύπτει, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, από τους εγγεγραμμένους στα οικεία δημοτολόγια, όπως νόμος ορίζει. Τα αποτελέσματα της απογραφής θεωρείται ότι έχουν δημοσιευθεί με βάση τα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας μετά την πάροδο ενός έτους από την τελευταία ημέρα διεξαγωγής της.
3. Μέρος της Βουλής, όχι μεγαλύτερο από το ένα εικοστό του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να εκλέγεται ενιαίως σε ολόκληρη την Επικράτεια, σε συνάρτηση με τη συνολική εκλογική δύναμη του κάθε κόμματος στην Επικράτεια, όπως νόμος ορίζει.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕPΟ
Κωλύματα και ασυμβίβαστα των βουλευτών

Άρθρο 55

1. Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει και να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής.
2. Βουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.

Άρθρο 56

**1. Έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι, άλλοι υπάλληλοι του Δημοσίου, υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, υπάλληλοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος ή επιχειρήσεων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές, αν δεν παραιτηθούν πριν από την ανακήρυξή τους ως υποψηφίων. Η παραίτηση συντελείται με μόνη τη γραπτή υποβολή της. Αποκλείεται η επάνοδος στην ενεργό υπηρεσία των στρατιωτικών που παραιτούνται. Τα ανώτερα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθμού δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας για την οποία εξελέγησαν, ακόμη και αν παραιτηθούν.
2. Από τους περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Νόμος ορίζει τον τρόπο της αναπλήρωσής τους· κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου αναστέλλεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων των σχετικών με την ιδιότητα του καθηγητή που εκλέχθηκε.
**3. Δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι, ούτε να εκλεγούν βουλευτές σε όποια εκλογική περιφέρεια υπηρέτησαν ή σε όποια εκλογική περιφέρεια εκτεινόταν η τοπική αρμοδιότητά τους μέσα στους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες της τετραετούς βουλευτικής περιόδου:
α) Οι διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, διευθύνοντες και εντεταλμένοι σύμβουλοι των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πλην των σωματειακών, των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και των δημόσιων επιχειρήσεων ή άλλων επιχειρήσεων τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος.
β) Τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά το άρθρο 101Α, καθώς και των αρχών που χαρακτηρίζονται με νόμο ως ανεξάρτητες ή ρυθμιστικές.
γ) Οι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας.
δ) Οι έμμισθοι υπάλληλοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των επιχειρήσεών τους, καθώς και των νομικών προσώπων και επιχειρήσεων της περίπτωσης α΄ που κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου διεύθυνσης ή άλλη αντίστοιχη, όπως ειδικότερα νόμος ορίζει. Υπάλληλοι που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο και είχαν ευρύτερη τοπική αρμοδιότητα υπάγονται στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής ως προς εκλογικές περιφέρειες άλλες από αυτήν της έδρας τους, μόνο εφόσον κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας επιπέδου γενικής διεύθυνσης ή άλλη αντίστοιχη, όπως ειδικότερα νόμος ορίζει.
ε) Οι γενικοί ή ειδικοί γραμματείς υπουργείων ή αυτοτελών γενικών γραμματειών ή περιφερειών και όσοι ο νόμος εξομοιώνει με αυτούς.
Δεν υπάγονται στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής οι υποψήφιοι βουλευτές Επικρατείας.
4. Πολιτικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί γενικά, που έχουν κατά το νόμο αναλάβει υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο, δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές όσο χρόνο διαρκεί η υποχρέωσή τους.

**Άρθρο 57

1. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών τους επιχείρησης, η οποία:
α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα.
β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων.
γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας.
δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφέλειας.
ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου.
Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και οι άλλες επιχειρήσεις τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. Μέτοχος επιχείρησης που εμπίπτει στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής είναι όποιος κατέχει ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό.
Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι επίσης ασυμβίβαστα με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος. Νόμος ορίζει τις δραστηριότητες που είναι συμβατές με το βουλευτικό αξίωμα, καθώς και τα σχετικά με τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ζητήματα και τον τρόπο επανόδου των βουλευτών στο επάγγελμά τους μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας. Οι δραστηριότητες του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να περιλαμβάνουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ή του νομικού ή άλλου συμβούλου σε επιχειρήσεις των περιπτώσεων α΄ έως δ΄ της παραγράφου αυτής.
Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων, όπως νόμος ορίζει.
2. Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων. Αν παραλειφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα του βουλευτή.
3. Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό, όπως νόμος ορίζει.
4. Ειδικός νόμος ορίζει τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζονται ή εκχωρούνται ή διαλύονται συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και έχουν αναληφθεί από βουλευτή ή από επιχείρηση στην οποία αυτός μετείχε πριν από την απόκτηση της βουλευτικής ιδιότητας ή με ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του ιδιότητα.

Άρθρο 58

Ο έλεγχος και η εκδίκαση των βουλευτικών εκλογών, κατά του κύρους των οποίων ασκούνται ενστάσεις που αναφέρονται είτε σε εκλογικές παραβάσεις σχετικές με την ενέργεια των εκλογών είτε σε έλλειψη των νόμιμων προσόντων, ανατίθεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤPΙΤΟ
Καθήκοντα και δικαιώματα των βουλευτών

Άρθρο 59

1. Οι βουλευτές πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους δίνουν στο Βουλευτήριο και σε δημόσια συνεδρίαση τον ακόλουθο όρκο:
"Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να είμαι πιστός στην Πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου".
2. Αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι βουλευτές δίνουν τον ίδιο όρκο σύμφωνα με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος.
3. Βουλευτές που ανακηρύσσονται όταν η Βουλή απουσιάζει δίνουν τον όρκο στο Τμήμα της που λειτουργεί.

Άρθρο 60

1. Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση.
2. Η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του βουλευτή, συντελείται μόλις ο βουλευτής υποβάλει γραπτή δήλωση στον Πρόεδρο της Βουλής και δεν ανακαλείται.

Άρθρο 61

1. Ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων.
2. Ο βουλευτής διώκεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά το νόμο, ύστερα από άδεια της Βουλής. Αρμόδιο για την εκδίκαση είναι το Εφετείο. Η άδεια θεωρείται ότι οριστικά δεν δόθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες αφότου η έγκληση περιήλθε στον Πρόεδρο της Βουλής. Αν η Βουλή αρνηθεί να δώσει την άδεια ή αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, η πράξη θεωρείται ανέγκλητη.
Η παράγραφος αυτή έχει εφαρμογή από την προσεχή βουλευτική περίοδο.
3. Ο βουλευτής δεν έχει υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες που περιήλθαν σ' αυτόν ή δόθηκαν από αυτόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ούτε για τα πρόσωπα που του εμπιστεύθηκαν τις πληροφορίες ή στα οποία αυτός τις έδωσε.

Άρθρο 62

1. Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής.
Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής.
Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής.
Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα.

Άρθρο 63

1. Οι βουλευτές, για την άσκηση του λειτουργήματός τους, δικαιούνται από το Δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες· το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής.
2. Οι βουλευτές απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια, που η έκτασή της καθορίζεται με απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής.
3. Αν βουλευτής απουσιάσει αδικαιολόγητα σε περισσότερες από πέντε συνεδριάσεις το μήνα, κρατείται υποχρεωτικά, για κάθε απουσία, το ένα τριακοστό της μηνιαίας αποζημίωσής του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑPΤΟ
Οργάνωση και λειτουργία της Βουλής

Άρθρο 64

1. Η Βουλή συνέρχεται αυτοδικαίως κάθε έτος την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της, εκτός αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τη συγκαλέσει ενωρίτερα σύμφωνα με το άρθρο 40.
2. Η διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από πέντε μήνες, χωρίς να συνυπολογίζεται ο χρόνος της αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 40.
Η τακτική σύνοδος παρατείνεται υποχρεωτικά ώσπου να εγκριθεί, σύμφωνα με το άρθρο 79, ο προϋπολογισμός ή να ψηφιστεί σύμφωνα με το ίδιο άρθρο ειδικός νόμος.

Άρθρο 65

1. Η Βουλή ορίζει τον τρόπο της ελεύθερης και δημοκρατικής λειτουργίας της με Κανονισμό, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια κατά το άρθρο 76 και δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2. Η Βουλή εκλέγει από τα μέλη της τον Πρόεδρο και τα λοιπά μέλη του Προεδρείου, σύμφωνα με τους ορισμούς του Κανονισμού.
3. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι εκλέγονται στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για τον Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους που εκλέχθηκαν στην τρέχουσα πρώτη σύνοδο της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής.
Η Βουλή μπορεί, ύστερα από πρόταση πενήντα βουλευτών, να εκφράσει μομφή κατά του Προέδρου της Βουλής ή μέλους του Προεδρείου, η οποία συνεπάγεται τη λήξη της θητείας του.
4. Ο Πρόεδρος της Βουλής διευθύνει τις εργασίες του Σώματος, μεριμνά για τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης διεξαγωγής των εργασιών του, την κατοχύρωση της ελεύθερης γνώμης και έκφρασης των βουλευτών, και την τήρηση της τάξης· ο Πρόεδρος μπορεί να λάβει και πειθαρχικά μέτρα σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής εναντίον κάθε βουλευτή που παρεκτρέπεται.
5. Με τον Κανονισμό μπορεί να συσταθεί στη Βουλή επιστημονική υπηρεσία για την υποβοήθηση του νομοθετικού της έργου.
6. Ο Κανονισμός καθορίζει την οργάνωση των υπηρεσιών της Βουλής υπό την εποπτεία του Προέδρου, καθώς και όλα όσα αφορούν το προσωπικό της. Οι πράξεις του Προέδρου που αφορούν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Βουλής υπόκεινται σε προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Άρθρο 66

1. Η Βουλή συνεδριάζει δημόσια στο Βουλευτήριο, μπορεί όμως να διασκεφθεί σε μυστική συνεδρίαση, ύστερα από αίτηση της Κυβέρνησης ή δεκαπέντε βουλευτών, αν το αποφασίσει η πλειοψηφία σε μυστική συνεδρίαση. Η Βουλή αποφασίζει κατόπιν αν πρέπει να επαναληφθεί η συζήτηση για το ίδιο θέμα σε δημόσια συνεδρίαση.
2. Οι Υπουργοί και Υφυπουργοί έχουν ελεύθερη είσοδο στις συνεδριάσεις της Βουλής και ακούονται όποτε ζητήσουν το λόγο.
**3. Η Βουλή και οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να ζητήσουν την παρουσία του Υπουργού ή του Υφυπουργού που είναι αρμόδιος για τα θέματα που συζητούν.
Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να καλούν οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρούν χρήσιμο για το έργο τους, ενημερώνοντας και τον αρμόδιο Υπουργό. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές συνεδριάζουν δημόσια, όπως ορίζεται στον Κανονισμό της Βουλής, μπορούν όμως να διασκεφθούν σε μυστική συνεδρίαση, ύστερα από αίτηση της Κυβέρνησης ή πέντε βουλευτών, αν το αποφασίσει η πλειοψηφία σε μυστική συνεδρίαση. Η κοινοβουλευτική επιτροπή αποφασίζει κατόπιν, αν πρέπει να επαναδιεξαχθεί η συζήτηση για το ίδιο θέμα σε δημόσια συνεδρίαση.

Άρθρο 67

Η Βουλή δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, που όμως ποτέ δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ένα τέταρτο του όλου αριθμού των βουλευτών.
Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία και, ύστερα από νέα ισοψηφία, η πρόταση απορρίπτεται.

Άρθρο 68

**1. Η Βουλή στις αρχές κάθε τακτικής συνόδου συνιστά από τα μέλη της διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές για να εξετάζουν και να επεξεργάζονται τα νομοσχέδια και τις προτάσεις νόμων που υποβάλλονται, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
2. Η Βουλή συνιστά από τα μέλη της εξεταστικές επιτροπές, με απόφασή της που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση του ενός πέμπτου του όλου αριθμού των βουλευτών.
Προκειμένου να συσταθούν εξεταστικές επιτροπές για ζητήματα που ανάγονται στην εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα, απαιτείται απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
Τα σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία των επιτροπών αυτών καθορίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής.
3. Οι κοινοβουλευτικές και εξεταστικές επιτροπές, καθώς και τα κατά τα άρθρα 70 και 71 Τμήματα της Βουλής, συνιστώνται ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων, των ομάδων και των ανεξαρτήτων, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

Άρθρο 69

Κανένας δεν εμφανίζεται στη Βουλή αυτόκλητος για να αναφέρει οτιδήποτε προφορικά ή εγγράφως. Οι αναφορές παρουσιάζονται από βουλευτή ή παραδίδονται στον Πρόεδρο. Η Βουλή έχει δικαίωμα να αποστέλλει τις αναφορές που της απευθύνονται στους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς, οι οποίοι υποχρεούνται να δίνουν διευκρινίσεις όποτε τους ζητηθούν.

Άρθρο 70

1. Η Βουλή ασκεί το νομοθετικό της έργο σε Ολομέλεια.
**2. Ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπει ότι το νομοθετικό έργο που καθορίζεται από αυτόν μπορεί να ασκείται και από τις διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά τη διάρκεια της συνόδου, όπως ορίζει ο Κανονισμός και με τους περιορισμούς του άρθρου 72.
**3. Με τον Κανονισμό της Βουλής ορίζεται επίσης η κατανομή της αρμοδιότητας μεταξύ των διαρκών κοινοβουλευτικών επιτροπών κατά Υπουργεία.
**4. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις του Συντάγματος που αφορούν τη Βουλή ισχύουν για τη λειτουργία της σε Ολομέλεια και σε Τμήμα κατά το άρθρο 71, καθώς και για τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών επιτροπών.
**5. Για να λάβουν απόφαση το κατά το άρθρο 71 Τμήμα και οι διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές, όταν ασκούν νομοθετικό έργο κατά την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, απαιτείται πλειοψηφία που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από τα δύο πέμπτα του αριθμού των μελών τους.
**6. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από τη Βουλή σε Ολομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός. Ο Κανονισμός μπορεί να προβλέπει την άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου και από το κατά το άρθρο 71 Τμήμα, καθώς και από τις διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά τη διάρκεια της συνόδου.
**7. Ο Κανονισμός ορίζει τον τρόπο με τον οποίο μετέχουν στις ψηφοφορίες βουλευτές που βρίσκονται σε αποστολή της Βουλής ή της Κυβέρνησης στο εξωτερικό.
**8. Ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο η Βουλή ενημερώνεται από την Κυβέρνηση για τα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο κανονιστικής ρύθμισης στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συζητεί γι' αυτά.

Άρθρο 71

Κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής, το νομοθετικό της έργο, εκτός από τα νομοθετήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας κατά το άρθρο 72, ασκείται από Τμήμα της που συγκροτείται και λειτουργεί σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 68 παράγραφος 3 και 70.
Με τον Κανονισμό μπορεί να προβλεφθεί η επεξεργασία των νομοσχεδίων ή των προτάσεων νόμων από κοινοβουλευτική επιτροπή που την αποτελούν μέλη του ίδιου Τμήματος.

**Άρθρο 72

1. Στην Ολομέλεια της Βουλής συζητούνται και ψηφίζονται ο Κανονισμός της, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για τα θέματα των άρθρων 3, 13, 27, 28 παράγραφοι 2 και 3, 29 παράγραφος 2, 33 παράγραφος 3, 48, 51, 54, 86, νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία νόμων, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος ανατίθεται στην Ολομέλεια της Βουλής ή για τη ρύθμιση του οποίου απαιτείται ειδική πλειοψηφία.
Στην Ολομέλεια της Βουλής ψηφίζεται επίσης ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής.
2. Η συζήτηση και ψήφιση όλων των άλλων νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμων μπορεί να γίνεται, κατά τη διάρκεια της συνόδου, από την αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή, κατά τους ορισμούς του άρθρου 70. Γίνεται επίσης από το Τμήμα που συγκροτείται και λειτουργεί σύμφωνα με το άρθρο 71 κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής, όπως ορίζει ο Κανονισμός.
3. Η διαρκής κοινοβουλευτική επιτροπή που επιλαμβάνεται της ψήφισης νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου μπορεί με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της να παραπέμπει στην Ολομέλεια οποιαδήποτε αμφισβήτηση για την αρμοδιότητά της. Η απόφαση της Ολομέλειας δεσμεύει τις επιτροπές.
Μεταξύ της κατάθεσης νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου και της συζήτησής του στη διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή πρέπει να μεσολαβεί τουλάχιστον μία εβδομάδα.
4. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που συζητήθηκε και ψηφίστηκε στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή εισάγεται στην Ολομέλεια σε μία συνεδρίαση, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής, και συζητείται και ψηφίζεται ενιαία επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που έγινε δεκτή στην επιτροπή με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων συζητείται και ψηφίζεται στην Ολομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Νομοθετική λειτουργία της Βουλής

Άρθρο 73

1. Το δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στη Βουλή και στην Κυβέρνηση.
2. Νομοσχέδια που αναφέρονται οπωσδήποτε στην απονομή σύνταξης και στις προϋποθέσεις της υποβάλλονται μόνο από τον Υπουργό Οικονομικών ύστερα από γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου· αν πρόκειται για συντάξεις που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, υποβάλλονται από τον αρμόδιο Υπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών. Τα νομοσχέδια για συντάξεις πρέπει να είναι ειδικά· δεν επιτρέπεται, με ποινή την ακυρότητα, να αναγράφονται διατάξεις για συντάξεις σε νόμους που αποσκοπούν στη ρύθμιση άλλων θεμάτων.
3. Καμία πρόταση νόμου ή τροπολογία ή προσθήκη δεν εισάγεται για συζήτηση, αν προέρχεται από τη Βουλή, εφόσον συνεπάγεται σε βάρος του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου δαπάνες ή ελάττωση εσόδων ή της περιουσίας τους, για να δοθεί μισθός ή σύνταξη ή γενικά όφελος σε κάποιο πρόσωπο.
4. Είναι όμως παραδεκτή τροπολογία ή προσθήκη που την υποβάλλει αρχηγός κόμματος ή εκπρόσωπος ομάδας κατά τους ορισμούς της παραγράφου 3 του άρθρου 74, όταν πρόκειται για νομοσχέδια που αφορούν την οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών και των οργανισμών δημόσιου ενδιαφέροντος, την υπηρεσιακή γενικά κατάσταση των δημόσιων υπαλλήλων, των στρατιωτικών και των οργάνων των σωμάτων ασφαλείας, των υπαλλήλων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και δημόσιων γενικά επιχειρήσεων.
5. Νομοσχέδιο με το οποίο επιβάλλονται τοπικοί ή ειδικοί φόροι ή βάρη οποιασδήποτε φύσης υπέρ οργανισμών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου πρέπει να προσυπογράφεται και από τους Υπουργούς Συντονισμού και Οικονομικών.

Άρθρο 74

1. Κάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση· πριν εισαχθεί στη Βουλή, στην Ολομέλεια ή σε Τμήματα, μπορεί να παραπεμφθεί για νομοτεχνική επεξεργασία στην επιστημονική υπηρεσία της παραγράφου 5 του άρθρου 65, όταν συσταθεί, όπως ορίζει ο Κανονισμός.
2. Τα νομοσχέδια και οι προτάσεις νόμων που κατατίθενται στη Βουλή παραπέμπονται στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή. Αφού υποβληθεί η έκθεση ή περάσει άπρακτη η προθεσμία που είχε ταχθεί για την υποβολή της, εισάγονται στη Βουλή για συζήτηση, μετά παρέλευση τριών ημερών από τότε, εκτός αν ο αρμόδιος Υπουργός τα έχει χαρακτηρίσει ως επείγοντα. Η συζήτηση αρχίζει ύστερα από προφορική εισήγηση του αρμόδιου Υπουργού και των εισηγητών της Επιτροπής.
3. Τροπολογίες βουλευτών σε νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για τα οποία αρμόδια είναι η Ολομέλεια ή τα Τμήματα της Βουλής δεν εισάγονται για συζήτηση, αν δεν υποβληθούν έως και την παραμονή της ημέρας που θα αρχίσει η συζήτηση, εκτός αν συγκατατίθεται και η Κυβέρνηση να συζητηθούν.
4. Δεν εισάγεται για συζήτηση νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που αποσκοπεί στην τροποποίηση διάταξης νόμου, αν δεν έχει καταχωριστεί στην αιτιολογική έκθεση ολόκληρο το κείμενο της διάταξης που τροποποιείται, και στο κείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης ολόκληρη η νέα διάταξη, όπως διαμορφώνεται με την τροποποίηση.
**5. Τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 ισχύουν και για τα νομοσχέδια ή τις προτάσεις νόμων που εισάγονται για συζήτηση και ψήφιση στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση.
Προσθήκη ή τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης νόμου δεν εισάγεται για συζήτηση.
Προσθήκες ή τροπολογίες Υπουργών συζητούνται μόνο αν έχουν υποβληθεί τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη της συζήτησης στην Ολομέλεια, στο κατά το άρθρο 71 Τμήμα ή στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή, όπως ορίζει ο Κανονισμός.
Τα οριζόμενα στα προηγούμενα δύο εδάφια ισχύουν και για τις προσθήκες ή τροπολογίες βουλευτών.
Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή.
Βουλευτές που δεν μετέχουν στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή ή στο κατά το άρθρο 71 Τμήμα έχουν το δικαίωμα να λάβουν το λόγο επί της αρχής και για να υποστηρίξουν προτάσεις νόμων και προσθήκες ή τροπολογίες που έχουν υποβάλει, όπως ορίζει ο Κανονισμός.
6. Μία φορά το μήνα, σε ημέρα που θα προσδιοριστεί από τον Κανονισμό, εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη κατά σειρά προτεραιότητας και συζητούνται εκκρεμείς προτάσεις νόμων.

Άρθρο 75

1. Κάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού, εφόσον υποβάλλεται από Υπουργούς, δεν εισάγεται για συζήτηση, αν δεν συνοδεύεται από έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που καθορίζει τη δαπάνη· εφόσον υποβάλλεται από βουλευτές, διαβιβάζεται πριν από κάθε συζήτηση στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, που υποχρεούται να υποβάλει στη Βουλή σχετική έκθεση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες. Αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, η πρόταση νόμου εισάγεται για συζήτηση και χωρίς έκθεση.
2. Το ίδιο ισχύει και για τις τροπολογίες, αν το ζητήσουν οι αρμόδιοι Υπουργοί. Σ' αυτή την περίπτωση το Γενικό Λογιστήριο υποχρεούται να υποβάλει στη Βουλή την έκθεσή του μέσα σε τρεις ημέρες. Μόνο αν αυτή η προθεσμία περάσει άπρακτη, η συζήτηση προχωρεί και χωρίς έκθεση.
3. Νομοσχέδιο που συνεπάγεται δαπάνη ή ελάττωση εσόδων δεν εισάγεται για συζήτηση, αν δεν συνοδεύεται από ειδική έκθεση για τον τρόπο που θα καλυφθούν, η οποία υπογράφεται από τον αρμόδιο Υπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών.

Άρθρο 76

**1. Κάθε νομοσχέδιο και κάθε πρόταση νόμου συζητείται και ψηφίζεται μία μόνο φορά, καταρχήν, κατ' άρθρο και στο σύνολο με την εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 72.
**2. Ψηφισμένο νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που αναπέμπεται κατά το άρθρο 42 συζητείται και ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής δύο φορές και σε δύο διαφορετικές συνεδριάσεις που απέχουν μεταξύ τους δύο τουλάχιστον ημέρες, στην πρώτη συζήτηση καταρχήν και κατ' άρθρο και στη δεύτερη κατ' άρθρο και στο σύνολο.
**3. Αν κατά τη συζήτηση έγιναν δεκτές προσθήκες ή τροπολογίες, η ψήφιση στο σύνολο αναβάλλεται για ένα εικοσιτετράωρο από τη διανομή του τροποποιημένου νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου με την εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 72.
**4. Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που χαρακτηρίζεται από την Κυβέρνηση κατεπείγον εισάγεται για ψήφιση, ύστερα από περιορισμένη συζήτηση σε μία συνεδρίαση, από την Ολομέλεια ή το κατά το άρθρο 71 Τμήμα, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
**5. Η Κυβέρνηση μπορεί να ζητήσει να συζητηθεί σε ορισμένο αριθμό συνεδριάσεων, νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που έχει επείγοντα χαρακτήρα, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
6. Η επιψήφιση δικαστικών ή διοικητικών κωδίκων, που συντάχθηκαν από ειδικές επιτροπές, οι οποίες έχουν συσταθεί με ειδικούς νόμους, μπορεί να γίνει από την Ολομέλεια της Βουλής με ιδιαίτερο νόμο που τους κυρώνει στο σύνολό τους.
7. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να γίνει κωδικοποίηση διατάξεων που υπάρχουν με απλή ταξινόμησή τους ή επαναφορά στο σύνολό τους καταργημένων νόμων, εκτός από τους φορολογικούς.

Άρθρο 77

1. Η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία.
2. Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Φορολογία και δημοσιονομική διαχείριση

Άρθρο 78

1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος.
2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.
3. Κατ' εξαίρεση, όταν επιβάλλεται ή αυξάνεται εισαγωγικός ή εξαγωγικός δασμός ή φόρος κατανάλωσης, επιτρέπεται η είσπραξή τους από την ημέρα που κατατέθηκε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο, υπό τον όρο ότι ο νόμος θα δημοσιευθεί μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 42 παράγραφος 1 και πάντως το αργότερο μέσα σε δέκα ημέρες από τη λήξη της συνόδου.
4. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Δεν είναι αντίθετος προς την απαγόρευση αυτή ο καθορισμός με νόμο του τρόπου που βεβαιώνεται η συμμετοχή του Κράτους και των δημόσιων γενικά οργανισμών στην αυτόματη υπερτίμηση, που προκαλείται αποκλειστικά από την εκτέλεση δημόσιων έργων στην παρακείμενη ιδιωτική ακίνητη περιουσία.
5. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί, καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της Χώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της Χώρας.

Άρθρο 79

1. Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος.
2. Όλα τα έσοδα και έξοδα του Κράτους πρέπει να αναγράφονται στον ετήσιο προϋπολογισμό και τον απολογισμό.
**3. Προσχέδιο του προϋπολογισμού κατατίθεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου και συζητείται, όπως ορίζει ο Κανονισμός. Ο Υπουργός Οικονομικών, λαμβάνοντας υπόψη και τις παρατηρήσεις της επιτροπής, εισάγει τον προϋπολογισμό στη Βουλή σαράντα τουλάχιστον ημέρες πριν αρχίσει το οικονομικό έτος. Ο προϋπολογισμός συζητείται και ψηφίζεται από την Ολομέλεια σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός, ο οποίος και εξασφαλίζει το δικαίωμα να εκφράζουν τις απόψεις τους όλες οι πολιτικές μερίδες της Βουλής.
4. Αν για οποιονδήποτε λόγο είναι ανέφικτη η διοίκηση των εσόδων και των εξόδων βάσει του προϋπολογισμού, αυτή ενεργείται με βάση ειδικό κάθε φορά νόμο.
5. Αν δεν είναι δυνατή, επειδή έληξε η περίοδος της Βουλής, η ψήφιση του προϋπολογισμού ή του ειδικού νόμου που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, παρατείνεται για τέσσερις μήνες η ισχύς του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους που έληξε ή που λήγει, με διάταγμα το οποίο εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
6. Με νόμο μπορεί να καθιερωθεί η σύνταξη προϋπολογισμού για διετή χρήση.
**7. Το αργότερο μέσα σε ένα έτος από τη λήξη του οικονομικού έτους κατατίθεται στη Βουλή ο απολογισμός, καθώς και ο γενικός ισολογισμός του Κράτους, που συνοδεύονται υποχρεωτικά από την κατά το άρθρο 98 παράγραφος 1 περίπτωση ε΄ έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εξετάζονται από ειδική επιτροπή βουλευτών και κυρώνονται από την Ολομέλεια της Βουλής, σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός.
8. Τα προγράμματα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης εγκρίνονται από την Ολομέλεια της Βουλής, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 80

1. Μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο.
2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την κοπή ή την έκδοση νομίσματος.
**Ερμηνευτική δήλωση:
Η παράγραφος 2 δεν κωλύει τη συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 28.

 


ΤΜΗΜΑ Δ΄
Κυβέρνηση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Συγκρότηση και αποστολή της Κυβέρνησης

Άρθρο 81

1. Την Κυβέρνηση αποτελεί το Υπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό και τους Υπουργούς. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύνθεση και τη λειτουργία του Υπουργικού Συμβουλίου. Με διάταγμα που προκαλεί ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης μπορεί να διοριστούν ένας ή περισσότεροι από τους Υπουργούς Αντιπρόεδροι του Υπουργικού Συμβουλίου.
Νόμος ρυθμίζει τη θέση των αναπληρωτών Υπουργών και των Υπουργών χωρίς χαρτοφυλάκιο, των Υφυπουργών, που μπορεί να αποτελούν μέλη της Κυβέρνησης, καθώς και των μόνιμων υπηρεσιακών Υφυπουργών.
2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, αν δεν συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζει το άρθρο 55 για το βουλευτή.
3. Οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των μελών της Κυβέρνησης, των Υφυπουργών και του Προέδρου της Βουλής αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους.
4. Νόμος μπορεί να καθιερώνει το ασυμβίβαστο του αξιώματος του Υπουργού και του Υφυπουργού και προς άλλα έργα.
5. Αν δεν υπάρχει Αντιπρόεδρος, ο Πρωθυπουργός ορίζει έναν από τους Υπουργούς προσωρινό αναπληρωτή του, όταν παρουσιάζεται ανάγκη.

Άρθρο 82

1. Η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων.
2. Ο Πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των δημόσιων γενικά υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων.
**3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, αποστολή της οποίας είναι η διεξαγωγή του κοινωνικού διαλόγου για τη γενική πολιτική της Χώρας και ιδίως για τις κατευθύνσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, καθώς και η διατύπωση γνώμης επί των νομοσχεδίων και προτάσεων νόμων που παραπέμπονται σε αυτήν.
**4. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής με τη συμμετοχή εκπροσώπων των κομμάτων της Βουλής και προσώπων με ειδικές γνώσεις ή εμπειρία.

Άρθρο 83

1. Κάθε Υπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος. Οι Υπουργοί χωρίς χαρτοφυλάκιο ασκούν όσες αρμοδιότητες τους αναθέτει ο Πρωθυπουργός με απόφασή του.
2. Οι Υφυπουργοί ασκούν τις αρμοδιότητες που τους αναθέτει με κοινή απόφαση ο Πρωθυπουργός και ο οικείος Υπουργός.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕPΟ
Σχέσεις Βουλής και Κυβέρνησης

Άρθρο 84

1. Η Κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού, η Κυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε. Η Βουλή, αν έχουν διακοπεί οι εργασίες της κατά το σχηματισμό της Κυβέρνησης, καλείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες να αποφανθεί για την πρόταση εμπιστοσύνης.
2. Η Βουλή μπορεί με απόφασή της να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Κυβέρνηση ή από μέλος της. Πρόταση δυσπιστίας μπορεί να υποβληθεί μόνο μετά την πάροδο εξαμήνου αφότου η Βουλή απέρριψε πρόταση δυσπιστίας.
Η πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογραμμένη από το ένα έκτο τουλάχιστον των βουλευτών και να περιλαμβάνει σαφώς τα θέματα για τα οποία θα διεξαχθεί η συζήτηση.
3. Κατ' εξαίρεση μπορεί να υποβληθεί πρόταση δυσπιστίας και πριν από την πάροδο εξαμήνου, αν είναι υπογραμμένη από την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
4. Η συζήτηση για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας αρχίζει μετά δύο ημέρες από την υποβολή της σχετικής πρότασης, εκτός αν η Κυβέρνηση, σε περίπτωση πρότασης δυσπιστίας, ζητήσει να αρχίσει αμέσως η συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να παραταθεί πέρα από τρεις ημέρες από την έναρξή της.
5. Η ψηφοφορία για την πρόταση εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας διεξάγεται αμέσως μόλις τελειώσει η συζήτηση, μπορεί όμως να αναβληθεί για σαράντα οκτώ ώρες, αν το ζητήσει η Κυβέρνηση.
6. Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών.
Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
7. Κατά την ψηφοφορία για τις πιο πάνω προτάσεις ψηφίζουν οι Υπουργοί και Υφυπουργοί που είναι μέλη της Βουλής.

Άρθρο 85

Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, καθώς και οι Υφυπουργοί είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένας από αυτούς για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων για την ευθύνη των Υπουργών. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν απαλλάσσει τους Υπουργούς και τους Υφυπουργούς από την ευθύνη τους.

**Άρθρο 86

1. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων.
2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3.
Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση.
3. Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος.
Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.
4. Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος.
Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος.
Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα.
Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.
5. Αν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.




ΤΜΗΜΑ Ε΄
Δικαστική Εξουσία


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Δικαστικοί λειτουργοί και υπάλληλοι

Άρθρο 87

1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.
2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.
3. Η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Εισαγγελέα και τους Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.

Άρθρο 88

1. Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους, και είναι ισόβιοι.
**2. Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους.
Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 94, 95 και 98, διαφορές σχετικά με τις κάθε είδους αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και εφόσον η επίλυση των σχετικών νομικών ζητημάτων μπορεί να επηρεάσει τη μισθολογική, συνταξιοδοτική ή φορολογική κατάσταση ευρύτερου κύκλου προσώπων, εκδικάζονται από το ειδικό δικαστήριο του άρθρου 99. Το δικαστήριο στις περιπτώσεις αυτές συγκροτείται με τη συμμετοχή ενός επιπλέον τακτικού καθηγητή και ενός επιπλέον δικηγόρου, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συνέχιση τυχόν εκκρεμών δικών.
3. Με νόμο μπορεί να προβλεφθεί εκπαιδευτική και δοκιμαστική περίοδος των δικαστικών λειτουργών, διάρκειας έως τριών ετών, πριν διοριστούν ως τακτικοί. Κατά την περίοδο αυτή μπορούν να ασκούν και καθήκοντα τακτικού δικαστή, όπως νόμος ορίζει.
4. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια, που βεβαιώνονται όπως νόμος ορίζει και αφού τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 93.
5. Οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντίστοιχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως ημέρα που συμπληρώνεται το όριο αυτό η 30η Ιουνίου του έτους της αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού.
**6. Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η μετάταξη μεταξύ παρέδρων σε πρωτοδικεία και παρέδρων σε εισαγγελίες, ύστερα από αίτηση των μετατασσομένων, όπως νόμος ορίζει. Οι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προάγονται στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας και στο ένα πέμπτο των θέσεων, όπως νόμος ορίζει.
7. Στα προβλεπόμενα ειδικώς από το Σύνταγμα δικαστήρια ή συμβούλια, στα οποία μετέχουν μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, προεδρεύει όποιος από τα μέλη τους είναι ο αρχαιότερος στο βαθμό.
**Ερμηνευτική δήλωση:
Κατά την αληθινή έννοια του άρθρου 88, επιτρέπεται η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας της πολιτικής δικαιοσύνης και η ρύθμιση της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών του βαθμού αυτού, εφόσον προβλέπεται διαδικασία κρίσης και αξιολόγησης, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 89

1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.
**2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου.
**3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς.
Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει.
4. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς η συμμετοχή στην Κυβέρνηση.
5. Επιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 90

**1. Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. Αυτό συγκροτείται από τον πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστηρίου και από μέλη του ίδιου δικαστηρίου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στο δικαστήριο αυτό, όπως νόμος ορίζει. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, καθώς και δύο Αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, όπως νόμος ορίζει. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας και της διοικητικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτά για τα θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτό.
Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο μετέχουν χωρίς ψήφο και δύο δικαστικοί λειτουργοί του κλάδου στον οποίο αφορούν οι υπηρεσιακές μεταβολές, βαθμού τουλάχιστον εφέτη ή αντίστοιχου, που επιλέγονται με κλήρωση, όπως νόμος ορίζει.
**2. Το συμβούλιο της παραγράφου 1 συγκροτείται με αυξημένη σύνθεση, όπως νόμος ορίζει, όταν κρίνει για προαγωγές στις θέσεις των συμβούλων της Επικρατείας, αρεοπαγιτών, αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου, συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Προέδρων Εφετών και Εισαγγελέων Εφετών, καθώς και για την επιλογή των μελών των Γενικών Επιτροπειών των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν και στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις της παραγράφου 1.
**3. Αν ο Υπουργός Δικαιοσύνης διαφωνεί με την κρίση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, μπορεί να παραπέμπει το ζήτημα στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Δικαίωμα προσφυγής έχει και ο δικαστικός λειτουργός στον οποίον αφορά η κρίση, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος. Κατά τη συνεδρίαση της ολομέλειας του οικείου ανώτατου δικαστηρίου ως δευτεροβάθμιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου ισχύουν οι διατάξεις των εδαφίων τρία έως έξι της παραγράφου 1. Στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου μετέχουν μετά ψήφου και τα μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
**4. Οι αποφάσεις της ολομέλειας ως δευτεροβάθμιου ανώτατου δικαστικού συμβουλίου για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σε αυτήν, καθώς και οι αποφάσεις του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου, με τις οποίες δεν διαφώνησε ο Υπουργός είναι γι' αυτόν υποχρεωτικές.
**5. Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανώτατου δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενεργείται με όμοιο διάταγμα, με επιλογή μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στη θέση του γενικού επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου ενεργείται με όμοιο διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας, όπως νόμος ορίζει. Η προαγωγή στις θέσεις του γενικού επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων ενεργείται με όμοιο επίσης διάταγμα με επιλογή μεταξύ των μελών της αντίστοιχης Γενικής Επιτροπείας και των προέδρων εφετών των διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει.
Η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός που κατέχει τη θέση δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας. Ο τυχόν υπολειπόμενος μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας χρόνος λογίζεται ως πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, όπως νόμος ορίζει.
6. Οι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Άρθρο 91

1. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει.
Την πειθαρχική αγωγή εγείρει ο Υπουργός Δικαιοσύνης.
2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρό του, από δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους της Επικρατείας, δύο αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτες, δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, ως μέλη. Τα μέλη του Συμβουλίου ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν υπηρεσία τριών τουλάχιστον ετών στο οικείο ανώτατο δικαστήριο ή σε νομική σχολή και κάθε φορά που το Συμβούλιο καλείται να αποφασίσει για ενέργεια μέλους ανώτατου δικαστηρίου, εισαγγελέα ή επιτρόπου, αποκλείονται από τη σύνθεσή του τα μέλη που ανήκουν στο οικείο δικαστήριο. Εφόσον πρόκειται για πειθαρχική δίωξη κατά μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
3. Η πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση από τακτικούς δικαστές, κατά τους ορισμούς του νόμου. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης.
4. Οι κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου πειθαρχικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Άρθρο 92

1. Οι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι μόνιμοι. Μπορεί να παυθούν μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης, ή με απόφαση δικαστικού συμβουλίου για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που βεβαιώνονται, όπως νόμος ορίζει.
2. Νόμος ορίζει τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και τα σχετικά με την κατάστασή τους γενικά.
**3. Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους, όπως νόμος ορίζει. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους ιεραρχικά προϊσταμένους τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επιτρόπους ή υπαλλήλους, καθώς και από υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Κατά των αποφάσεων που αφορούν μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων επιτρέπεται προσφυγή, όπως νόμος ορίζει.
**4. Οι υπάλληλοι των υποθηκοφυλακείων είναι δικαστικοί υπάλληλοι. Οι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών είναι μόνιμοι εφόσον υπάρχουν οι σχετικές υπηρεσίες ή θέσεις. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν αναλογική εφαρμογή και σε αυτούς.
5. Οι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας τους και οι λοιποί μόλις συμπληρώσουν το όριο που προβλέπει ο νόμος.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕPΟ
Οργάνωση και δικαιοδοσία των δικαστηρίων

Άρθρο 93

1. Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους.
2. Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.
**3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.
Νόμος ορίζει τις έννομες συνέπειες που επέρχονται και τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβίασης του προηγούμενου εδαφίου. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της.
4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

**Άρθρο 94

1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει.
3. Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια.
4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει. Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 95

1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως:
**α) Η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου.
**β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει.
γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ' αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους.
δ) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα.
2. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στοιχείου δ΄ της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3.
**3. Κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.
4. Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει.
**5. Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης.

Άρθρο 96

1. Στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι.
2. Μπορεί με νόμο: α) να ανατεθεί και σε αρχές που ασκούν αστυνομικά καθήκοντα η εκδίκαση αστυνομικών παραβάσεων που τιμωρούνται με πρόστιμο, β) να ανατεθεί σε αρχές αγροτικής ασφάλειας η εκδίκαση των σχετικών με τους αγρούς πταισμάτων και των ιδιωτικών διαφορών που απορρέουν από αυτά.
Σ' αυτές τις δύο περιπτώσεις οι αποφάσεις που εκδίδονται υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο, η οποία έχει ανασταλτική δύναμη.
3. Ειδικοί νόμοι ορίζουν τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 2 και 97. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.
4. Ειδικοί νόμοι ορίζουν:
α) Τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες.
β) Τα σχετικά με το δικαστήριο λειών.
5. Τα δικαστήρια του στοιχείου α΄ της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος. Για τις συνεδριάσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. Τα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, καθώς και ο χρόνος που θα αρχίσει η ισχύς τους, ορίζονται με νόμο.

Άρθρο 97

1. Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια που συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους, όπως νόμος ορίζει. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών υπόκεινται στα ένδικα μέσα που ορίζει ο νόμος.
2. Κακουργήματα και πολιτικά εγκλήματα, που με συντακτικές πράξεις, ψηφίσματα και ειδικούς νόμους έχουν υπαχθεί έως την ισχύ του Συντάγματος στη δικαιοδοσία των εφετείων, εξακολουθούν να δικάζονται από αυτά, εφόσον δεν υπαχθούν με νόμο στην αρμοδιότητα των μικτών ορκωτών δικαστηρίων.
Με νόμο μπορεί να υπαχθούν στη δικαιοδοσία των ίδιων εφετείων και άλλα κακουργήματα.
3. Τα εγκλήματα κάθε βαθμού που διαπράττονται δια του τύπου υπάγονται στα τακτικά ποινικά δικαστήρια, όπως νόμος ορίζει.

Άρθρο 98

**1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν ιδίως:
α. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό.
β. Ο έλεγχος συμβάσεων μεγάλης οικονομικής αξίας στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή, όπως νόμος ορίζει.
γ. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α΄ έλεγχο.
δ. Η γνωμοδότηση για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις ή αναγνώριση υπηρεσίας για την παροχή δικαιώματος σύνταξης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 73, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που ορίζει ο νόμος.
ε. Η σύνταξη και η υποβολή έκθεσης προς τη Βουλή για τον απολογισμό και ισολογισμό του Κράτους κατά το άρθρο 79 παράγραφος 7.
στ. Η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων, καθώς και με τον έλεγχο των λογαριασμών του εδαφίου γ΄.
ζ. Η εκδίκαση υποθέσεων που αναφέρονται στην ευθύνη των πολιτικών ή στρατιωτικών δημόσιων υπαλλήλων, καθώς και των υπαλλήλων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου για κάθε ζημία που από δόλο ή αμέλεια προκλήθηκε στο Κράτος, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
2. Οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ρυθμίζονται και ασκούνται, όπως νόμος ορίζει.
Στις περιπτώσεις των στοιχείων α΄ έως δ΄ της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 93 παράγραφοι 2 και 3.
3. Οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για υποθέσεις της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 99

1. Αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών δικάζονται, όπως νόμος ορίζει, από ειδικό δικαστήριο που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρό του, και από ένα σύμβουλο της Επικρατείας, έναν αρεοπαγίτη, ένα σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας και δύο δικηγόρους, μέλη του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, ως μέλη, που ορίζονται με κλήρωση.
2. Από τα μέλη του ειδικού δικαστηρίου εξαιρείται κάθε φορά εκείνο που ανήκει στο σώμα ή τον κλάδο της δικαιοσύνης που για ενέργεια ή παράλειψη λειτουργών του καλείται να αποφανθεί το δικαστήριο. Εφόσον πρόκειται για αγωγή κακοδικίας κατά μέλους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή λειτουργών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, στο ειδικό αυτό δικαστήριο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
3. Δεν απαιτείται άδεια για να εγερθεί αγωγή κακοδικίας.

Άρθρο 100

1. Συνιστάται Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται:
α) Η εκδίκαση ενστάσεων κατά το άρθρο 58.
β) Ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2.
γ) Η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή, κατά τα άρθρα 55 παράγραφος 2 και 57.
δ) Η άρση των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφετέρου ή, τέλος, μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων.
ε) Η άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι' αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
στ) Η άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 28.
2. Το δικαστήριο της προηγούμενης παραγράφου συγκροτείται από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από τέσσερις συμβούλους της Επικρατείας και από τέσσερις αρεοπαγίτες, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε δύο χρόνια. Στο δικαστήριο αυτό προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου.
Στις περιπτώσεις δ΄ και ε΄ της προηγούμενης παραγράφου μετέχουν στη σύνθεση του δικαστηρίου και δύο τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, οι οποίοι ορίζονται με κλήρωση.
3. Η οργάνωση και λειτουργία του δικαστηρίου, τα σχετικά με τον ορισμό, την αναπλήρωση και την επικουρία των μελών του, καθώς και τα σχετικά με τη διαδικασία σ' αυτό ορίζονται με ειδικό νόμο.
4. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι αμετάκλητες.
Διάταξη νόμου, που κηρύσσεται αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση.
**5. Όταν τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική παραπέμπει υποχρεωτικά το ζήτημα στην οικεία ολομέλεια, εκτός αν αυτό έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση της ολομέλειας ή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου αυτού. Η ολομέλεια συγκροτείται σε δικαστικό σχηματισμό και αποφαίνεται οριστικά, όπως νόμος ορίζει. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και κατά την επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας.

**Άρθρο 100Α

Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και τα σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση των λειτουργών και υπαλλήλων που υπηρετούν σε αυτό. Στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ανήκουν ιδίως η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου και η αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ή ο συμβιβασμός σε διαφορές με αυτό. Στο κύριο προσωπικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 88 παράγραφοι 2 και 5 και 90 παράγραφος 5.


ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄
Διοίκηση


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Οργάνωση της διοίκησης

Άρθρο 101

1. Η διοίκηση του Κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα.
2. Η διοικητική διαίρεση της Χώρας διαμορφώνεται με βάση τις γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες.
**3. Τα περιφερειακά όργανα του Κράτους έχουν γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις της περιφέρειάς τους. Τα κεντρικά όργανα του Κράτους, εκτός από ειδικές αρμοδιότητες, έχουν τη γενική κατεύθυνση, το συντονισμό και τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των περιφερειακών οργάνων, όπως νόμος ορίζει.
**Ερμηνευτική δήλωση:
Ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση όταν δρα κανονιστικά έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών περιοχών.

**Άρθρο 101Α

1. Όπου από το Σύνταγμα προβλέπεται η συγκρότηση και η λειτουργία ανεξάρτητης αρχής, τα μέλη της διορίζονται με ορισμένη θητεία και διέπονται από προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, όπως νόμος ορίζει.
2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την επιλογή και την υπηρεσιακή κατάσταση του επιστημονικού και λοιπού προσωπικού της υπηρεσίας που οργανώνεται για την υποστήριξη της λειτουργίας κάθε ανεξάρτητης αρχής. Τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις ανεξάρτητες αρχές πρέπει να έχουν τα ανάλογα προσόντα, όπως νόμος ορίζει. Η επιλογή τους γίνεται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και με επιδίωξη ομοφωνίας ή πάντως με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της. Τα σχετικά με τη διαδικασία επιλογής ορίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής.
3. Με τον Κανονισμό της Βουλής ρυθμίζονται όσα αφορούν τη σχέση των ανεξάρτητων αρχών με τη Βουλή και ο τρόπος άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

**Άρθρο 102

1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων, καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους.
2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Οι αρχές τους εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, όπως νόμος ορίζει.
3. Με νόμο μπορεί να προβλέπονται για την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή την άσκηση αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης αναγκαστικοί ή εκούσιοι σύνδεσμοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που διοικούνται από αιρετά όργανα.
4. Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. Ο έλεγχος νομιμότητας ασκείται, όπως νόμος ορίζει. Πειθαρχικές ποινές στα αιρετά όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκτός από τις περιπτώσεις που συνεπάγονται αυτοδικαίως έκπτωση ή αργία, επιβάλλονται μόνο ύστερα από σύμφωνη γνώμη συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από τακτικούς δικαστές, όπως νόμος ορίζει.
5. Το Κράτος λαμβάνει τα νομοθετικά, κανονιστικά και δημοσιονομικά μέτρα που απαιτούνται για την εξασφάλιση της οικονομικής αυτοτέλειας και των πόρων που είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση της αποστολής και την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης με ταυτόχρονη διασφάλιση της διαφάνειας κατά τη διαχείριση των πόρων αυτών. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την απόδοση και κατανομή, μεταξύ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, των φόρων ή τελών που καθορίζονται υπέρ αυτών και εισπράττονται από το Κράτος. Κάθε μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από κεντρικά ή περιφερειακά όργανα του Κράτους προς την τοπική αυτοδιοίκηση συνεπάγεται και τη μεταφορά των αντίστοιχων πόρων. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τον καθορισμό και την είσπραξη τοπικών εσόδων απευθείας από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕPΟ
Υπηρεσιακή κατάσταση των οργάνων της διοίκησης

Άρθρο 103

1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό· οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο.
2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
3. Οργανικές θέσεις ειδικού Επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται.
4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους.
Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει.
5. Με νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και Υφυπουργών.
6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
**7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής.
**8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου.
**9. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες του "Συνηγόρου του Πολίτη" που λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή.

Άρθρο 104

1. Κανένας από τους υπαλλήλους που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο δεν μπορεί να διοριστεί σε άλλη θέση δημόσιας υπηρεσίας ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή δημόσιας επιχείρησης ή οργανισμού κοινής ωφέλειας. Κατ' εξαίρεση μπορεί να επιτραπεί με ειδικό νόμο ο διορισμός και σε δεύτερη θέση, εφόσον τηρούνται οι διατάξεις της επόμενης παραγράφου.
2. Οι κάθε είδους πρόσθετες αποδοχές ή απολαβές των υπαλλήλων του προηγούμενου άρθρου δεν μπορεί να είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης.
3. Δεν απαιτείται προηγούμενη άδεια για να εισαχθούν σε δίκη δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και υπάλληλοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤPΙΤΟ
Καθεστώς του Αγίου Όρους

Άρθρο 105

1. Η χερσόνησος του Άθω, από τη Μεγάλη Βίγλα και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Αγίου Όρους, είναι, σύμφωνα με το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυριαρχία πάνω σ' αυτό παραμένει άθικτη. Από πνευματική άποψη το Άγιο Όρος διατελεί υπό την άμεση δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όλοι όσοι μονάζουν σ' αυτό αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια μόλις προσληφθούν ως δόκιμοι ή μοναχοί, χωρίς άλλη διατύπωση.
2. Το Άγιο Όρος διοικείται, σύμφωνα με το καθεστώς του, από τις είκοσι Ιερές Μονές του, μεταξύ των οποίων είναι κατανεμημένη ολόκληρη η χερσόνησος του Άθω, το έδαφος της οποίας είναι αναπαλλοτρίωτο.
Η διοίκησή του ασκείται από αντιπροσώπους των Ιερών Μονών, οι οποίοι αποτελούν την Ιερή Κοινότητα. Δεν επιτρέπεται καμία απολύτως μεταβολή στο διοικητικό σύστημα ή στον αριθμό των Μονών του Αγίου Όρους, ούτε στην ιεραρχική τάξη και τη θέση τους προς τα υποτελή τους εξαρτήματα. Απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισματικοί.
3. Ο λεπτομερής καθορισμός των αγιορειτικών καθεστώτων και του τρόπου της λειτουργίας τους γίνεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, τον οποίο, με σύμπραξη του αντιπροσώπου του Κράτους, συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι Ιερές Μονές και τον επικυρώνουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Βουλή των Ελλήνων.
4. Η ακριβής τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων τελεί ως προς το πνευματικό μέρος υπό την ανώτατη εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ως προς το διοικητικό μέρος υπό την εποπτεία του Κράτους, στο οποίο ανήκει αποκλειστικά και η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.
5. Οι πιο πάνω εξουσίες του Κράτους ασκούνται από διοικητή, του οποίου τα δικαιώματα και καθήκοντα καθορίζονται με νόμο.
Με νόμο επίσης καθορίζονται η δικαστική εξουσία που ασκούν οι μοναστηριακές αρχές και η Ιερή Κοινότητα, καθώς και τα τελωνειακά και φορολογικά πλεονεκτήματα του Αγίου Όρους.





ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑPΤΟ
Ειδικές τελικές και μεταβατικές διατάξεις

ΤΜΗΜΑ Α΄
Ειδικές διατάξεις

Άρθρο 106

1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών.
2. Η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας.
3. Με την επιφύλαξη της προστασίας που παρέχεται από το άρθρο 107 ως προς την επανεξαγωγή κεφαλαίων εξωτερικού, μπορεί να ρυθμίζονται με νόμο τα σχετικά με την εξαγορά επιχειρήσεων ή την αναγκαστική συμμετοχή σ' αυτές του Κράτους ή άλλων δημόσιων φορέων, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα μονοπωλίου ή ζωτική σημασία για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, ή έχουν ως κύριο σκοπό την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο.
4. Το τίμημα της εξαγοράς ή το αντάλλαγμα της αναγκαστικής συμμετοχής του Κράτους ή άλλων δημόσιων φορέων καθορίζεται απαραιτήτως δικαστικώς και πρέπει να είναι πλήρες, ώστε να ανταποκρίνεται στην αξία της επιχείρησης που εξαγοράζεται ή της συμμετοχής σ' αυτή.
5. Μέτοχος, εταίρος ή κύριος επιχείρησης, της οποίας ο έλεγχος περιέρχεται στο Κράτος ή σε φορέα που ελέγχεται απ' αυτό εξαιτίας αναγκαστικής συμμετοχής, κατά την παράγραφο 3, δικαιούται να ζητήσει την εξαγορά της συμμετοχής του στην επιχείρηση, όπως νόμος ορίζει.
6. Νόμος μπορεί να ορίσει τα σχετικά με τη συμμετοχή στη δαπάνη του Δημοσίου αυτών που ωφελούνται από την εκτέλεση έργων κοινής ωφέλειας ή γενικότερης σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη της Χώρας.
Ερμηνευτική δήλωση:
Δεν περιλαμβάνεται στην κατά την παράγραφο 4 αξία αυτή που οφείλεται στον τυχόν μονοπωλιακό χαρακτήρα της επιχείρησης.

Άρθρο 107

1. Η πριν από την 21 Απριλίου 1967 νομοθεσία με αυξημένη τυπική ισχύ για την προστασία κεφαλαίων εξωτερικού διατηρεί την αυξημένη τυπική ισχύ που είχε και εφαρμόζεται και στα κεφάλαια που θα εισάγονται στο εξής.
Την ίδια ισχύ έχουν και οι διατάξεις των Κεφαλαίων Α΄ έως και Δ΄ του τμήματος Α΄ του νόμου 27/75 "περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξιν της εμπορικής ναυτιλίας, εγκαταστάσεως αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων".
2. Νόμος, που εκδίδεται μία φορά μόνο μέσα σε τρεις μήνες από την ισχύ του Συντάγματος, ορίζει τους όρους και τη διαδικασία για την αναθεώρηση ή λύση των εγκριτικών διοικητικών πράξεων που εκδόθηκαν με οποιονδήποτε τύπο κατ' εφαρμογήν του νομοθετικού διατάγματος 2687/1953 ή των συμβάσεων που έχουν συναφθεί από 21 Απριλίου 1967 έως 23 Ιουλίου 1974 για επενδύσεις κεφαλαίων εξωτερικού, με εξαίρεση εκείνες που αφορούν τη νηολόγηση πλοίων με ελληνική σημαία.

Άρθρο 108

1. Το Κράτος μεριμνά για τη ζωή του απόδημου ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα Πατρίδα. Επίσης μεριμνά για την παιδεία και την κοινωνική και επαγγελματική προαγωγή των Ελλήνων που εργάζονται έξω από την επικράτεια.
**2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την οργάνωση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού, που έχει ως αποστολή του την έκφραση όλων των δυνάμεων του απανταχού ελληνισμού.

Άρθρο 109

1. Δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων διαθήκης, κωδικέλλου ή δωρεάς, ως προς τις διατάξεις τους υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ κοινωφελούς σκοπού.
2. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλείφθηκε ή δωρήθηκε, στην περιοχή που καθόρισε ο δωρητής ή ο διαθέτης ή στην ευρύτερή της περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, για οποιονδήποτε λόγο, καθόλου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμετάλλευσης, όπως νόμος ορίζει.
**3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύνταξη μητρώου κληροδοτημάτων γενικά και ανά περιφέρεια, την καταγραφή και ταξινόμηση των περιουσιακών τους στοιχείων, τη διοίκηση και διαχείριση του κάθε κληροδοτήματος σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη ή δωρητή και κάθε άλλο συναφές ζήτημα.


ΤΜΗΜΑ Β΄
Αναθεώρηση του Συντάγματος

Άρθρο 110

1. Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 1, 4 παράγραφοι 1, 4 και 7, 5 παράγραφοι 1 και 3, 13 παράγραφος 1 και 26.
2. Η ανάγκη της αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται με απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται, ύστερα από πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών, με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν.
3. Αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Βουλή, η επόμενη Βουλή, κατά την πρώτη σύνοδό της, αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις.
4. Αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος έλαβε την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όχι όμως και την πλειοψηφία των τριών πέμπτων, σύμφωνα με την παράγραφο 2, η επόμενη Βουλή κατά την πρώτη σύνοδό της μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της.
5. Κάθε ψηφιζόμενη αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέσα σε δέκα ημέρες αφότου επιψηφιστεί από τη Βουλή και τίθεται σε ισχύ με ειδικό ψήφισμά της.
6. Δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης.


ΤΜΗΜΑ Γ΄
Μεταβατικές διατάξεις

Άρθρο 111

1. Κάθε διάταξη νόμου ή διοικητικής πράξης με κανονιστικό χαρακτήρα, που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, καταργείται από την έναρξη της ισχύος του.
2. Συντακτικές πράξεις που εκδόθηκαν από τις 24 Ιουλίου 1974 έως τη σύγκληση της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής, καθώς και Ψηφίσματά της, εξακολουθούν να ισχύουν και κατά τις διατάξεις τους τις αντίθετες προς το Σύνταγμα και επιτρέπεται να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν με νόμο. Από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος καταργείται η διάταξη του άρθρου 8 της Συντακτικής Πράξης της 3/3.9.1974, ως προς το όριο ηλικίας για την αποχώρηση των καθηγητών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
3. Εξακολουθούν να ισχύουν: α) το άρθρο 2 του π.δ. 700 της 9/9 Οκτωβρίου 1974 "περί μερικής επαναφοράς εν ισχύι των άρθρων 5, 6, 8, 10, 12, 14, 95 και 97 του Συντάγματος και άρσεως του νόμου περί καταστάσεως πολιορκίας" και β) το ν.δ. αριθ. 167 της 16/16 Νοεμβρίου 1974 "περί χορηγήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατά των αποφάσεων του στρατιωτικού δικαστηρίου", τα οποία επιτρέπεται να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν με νόμο.
4. Το ψήφισμα της 16/29 Απριλίου 1952 εξακολουθεί να ισχύει για έξι μήνες από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος. Μέσα στην προθεσμία αυτή επιτρέπεται να τροποποιηθούν, συμπληρωθούν ή καταργηθούν με νόμο οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ψηφίσματος αυτού ή να διατηρηθούν ορισμένες συντακτικές πράξεις και ψηφίσματα, εν όλω ή εν μέρει, και αφού περάσει η προθεσμία αυτή, με τον περιορισμό ότι οι διατάξεις που τροποποιούνται, συμπληρώνονται ή διατηρούνται σε ισχύ δεν μπορεί να είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα.
5. Έλληνες που στερήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο την ιθαγένειά τους έως την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος, την αποκτούν πάλι ύστερα από κρίση ειδικών επιτροπών από δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει.
6. Η διάταξη του άρθρου 19 του ν.δ. 3370/1955 "περί κυρώσεως του Κώδικος Ελληνικής Ιθαγενείας" εξακολουθεί να ισχύει ώσπου να καταργηθεί με νόμο.

Άρθρο 112

1. Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος.
2. Οι διατάξεις των άρθρων 109 παράγραφος 2 και 79 παράγραφος 8 αρχίζουν να εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του νόμου που προβλέπεται ειδικά από καθεμία από αυτές και που θα εκδοθεί το αργότερο έως το τέλος του έτους 1976. Ώσπου να αρχίσει να ισχύει ο νόμος που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 109 εξακολουθεί να εφαρμόζεται η συντακτική και νομοθετική ρύθμιση που υπάρχει κατά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος.
3. Κατά την έννοια της συντακτικής πράξης της 5 Οκτωβρίου 1974, που διατηρείται σε ισχύ, η αναστολή εκτέλεσης των καθηκόντων των καθηγητών αφότου εκλέχθηκαν βουλευτές δεν εκτείνεται, κατά την παρούσα βουλευτική περίοδο, στη διδασκαλία, την έρευνα, τη συγγραφική εργασία και την επιστημονική απασχόληση στα εργαστήρια και τα σπουδαστήρια των οικείων σχολών, αποκλείεται όμως η συμμετοχή τους στη διοίκηση των σχολών και την εκλογή γενικά του διδακτικού προσωπικού ή την εξέταση των σπουδαστών.
4. Η εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 16 για τα έτη υποχρεωτικής φοίτησης θα ολοκληρωθεί με νόμο μέσα σε πέντε έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος.

Άρθρο 113

Ο Κανονισμός της Βουλής καθώς και τα ψηφίσματα που αναφέρονται σ' αυτόν και οι νόμοι για τη λειτουργία της Βουλής εξακολουθούν να ισχύουν έως την έναρξη της ισχύος του νέου Κανονισμού της Βουλής, εκτός αν είναι αντίθετοι προς τους ορισμούς του Συντάγματος.
Για τη λειτουργία των κατά τα άρθρα 70 και 71 του Συντάγματος Τμημάτων της Βουλής εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του τελευταίου Κανονισμού των εργασιών της Ειδικής Νομοθετικής Επιτροπής του άρθρου 35 του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952, σύμφωνα με όσα ορίζει ειδικότερα το άρθρο 3 του Α΄ ψηφίσματος της 24.12.1974. Εωσότου αρχίσει να ισχύει ο νέος Κανονισμός της Βουλής, η Επιτροπή του άρθρου 71 του Συντάγματος συγκροτείται από εξήντα τακτικά μέλη και τριάντα αναπληρωματικά, που ο Πρόεδρος της Βουλής επιλέγει από όλα τα κόμματα και τις ομάδες, ανάλογα με τη δύναμή τους. Αν έως τη δημοσίευση του νέου Κανονισμού υπάρξει αμφισβήτηση για τις διατάξεις που πρέπει να εφαρμόζονται κάθε φορά, αποφαίνεται η Ολομέλεια ή το Τμήμα της Βουλής, κατά τη λειτουργία του οποίου γεννήθηκε το ζήτημα.

Άρθρο 114

1. Η εκλογή του πρώτου Προέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από τη δημοσίευση του Συντάγματος σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής, που προσκαλείται από τον Πρόεδρό της πριν από πέντε τουλάχιστον ημέρες, και εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής για την εκλογή του Προέδρου της.
Ο εκλεγόμενος Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναλαμβάνει τα καθήκοντά του αφότου ορκιστεί, το αργότερο μέσα σε πέντε ημέρες από την εκλογή του.
Ο κατά το άρθρο 49 παράγραφος 5 νόμος για τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν την ευθύνη του Προέδρου της Δημοκρατίας εκδίδεται υποχρεωτικά έως την 31 Δεκεμβρίου 1975.
Εωσότου αρχίσει να ισχύει ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 33 νόμος, τα θέματα που αναφέρονται σ' αυτή διέπονται από τις διατάξεις που αφορούν τον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
2. Αφότου αρχίσει να ισχύει το Σύνταγμα και ώσπου να αναλάβει τα καθήκοντά του ο οριστικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκεί τις αρμοδιότητες που το Σύνταγμα αναγνωρίζει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με τους περιορισμούς του άρθρου 2 του ψηφίσματος Β΄ της 24.12.1974 της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής.

Άρθρο 115

1. Ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται από το άρθρο 86 παράγραφος 1, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις για τη δίωξη, ανάκριση και εκδίκαση των κατά τα άρθρα 49 παράγραφος 1 και 85 πράξεων και παραλείψεων.
2. Ο νόμος που προβλέπεται στο άρθρο 100 πρέπει να εκδοθεί το αργότερο μέσα σε ένα έτος αφότου ισχύσει το Σύνταγμα. Εωσότου εκδοθεί αυτός ο νόμος και αρχίσει να λειτουργεί το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο που συνιστάται:
α) Οι αμφισβητήσεις στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 2 του άρθρου 55 και το άρθρο 57 επιλύονται με απόφαση της Βουλής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού της που αφορούν προσωπικά θέματα.
β) Ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 2, καθώς και η εκδίκαση ενστάσεων κατά του κύρους και των αποτελεσμάτων των βουλευτικών εκλογών σύμφωνα με το άρθρο 58, ασκείται από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 73 του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952, και εφαρμόζεται η διαδικασία των άρθρων 116 επόμενα του Π.Δ. 650/1974.
γ) Η άρση των συγκρούσεων του άρθρου 100 παράγραφος 1 εδάφιο δ΄ υπάγεται στη δικαιοδοσία του κατά το άρθρο 85 του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952 Δικαστηρίου Συγκρούσεως Καθηκόντων· διατηρούνται προσωρινά σε ισχύ και οι νόμοι για την οργάνωση, λειτουργία και διαδικασία στο δικαστήριο αυτό.
3. Ώσπου να αρχίσει να ισχύει ο νόμος που προβλέπεται από το άρθρο 99, οι αγωγές κακοδικίας εκδικάζονται σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 110 του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952 από το δικαστήριο που προβλέπεται από το άρθρο αυτό και κατά τη διαδικασία που ισχύει κατά το χρόνο της δημοσίευσης του παρόντος Συντάγματος.
4. Ώσπου να αρχίσει να ισχύει ο νόμος που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 87 και ώσπου να συγκροτηθούν τα δικαστικά και πειθαρχικά συμβούλια που προβλέπονται από τα άρθρα 90 παράγραφοι 1 και 2, και 91, εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διατάξεις που υφίστανται κατά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος. Οι νόμοι για τα θέματα αυτά πρέπει να εκδοθούν το αργότερο μέσα σε ένα έτος από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος.
5. Ώσπου να αρχίσουν να ισχύουν οι νόμοι που αναφέρονται στο άρθρο 92, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις που υφίστανται κατά την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος. Οι νόμοι αυτοί πρέπει να εκδοθούν το αργότερο μέσα σε ένα έτος από την ισχύ του Συντάγματος.
6. Ο ειδικός νόμος του άρθρου 57 παράγραφος 5 πρέπει να εκδοθεί μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του Συντάγματος.
**7. Το προβλεπόμενο στο προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 57 επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών τίθεται σε ισχύ με τη δημοσίευση του προβλεπόμενου στην ίδια διάταξη νόμου και το αργότερο την 1.1.2003.

Άρθρο 116

1. Διατάξεις υφιστάμενες που είναι αντίθετες προς το άρθρο 4 παράγραφος 2 εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να καταργηθούν με νόμο, το αργότερο έως την 31 Δεκεμβρίου 1982.
**2. Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών.
3. Κανονιστικές υπουργικές αποφάσεις, καθώς και διατάξεις συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων για τη ρύθμιση αμοιβής της εργασίας που είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 εξακολουθούν να ισχύουν έως την αντικατάστασή τους, που συντελείται το αργότερο μέσα σε τρία έτη από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος.

Άρθρο 117

1. Οι νόμοι που εκδόθηκαν έως την 21.4.1967 κατ' εφαρμογήν του άρθρου 104 του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952, θεωρούνται ότι δεν είναι αντίθετοι προς το παρόν Σύνταγμα και διατηρούνται σε ισχύ.
2. Επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 17, η νομοθετική ρύθμιση και διάλυση αγροληψιών και άλλων εδαφικών βαρών που υφίστανται ακόμη, η εξαγορά από εμφυτευτές της ψιλής κυριότητας εμφυτευτικών κτημάτων, καθώς και η κατάργηση και ρύθμιση ιδιόρρυθμων εμπράγματων σχέσεων.
3. Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό.
4. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου επιτρέπεται μόνο υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 17, για λόγους δημόσιας ωφέλειας· διατηρείται πάντως η μορφή τους αμετάβλητη ως δασική.
5. Οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται.
6. Οι παράγραφοι 3 και 5 του άρθρου 24 εφαρμόζονται στις οικιστικές περιοχές που αναγνωρίζονται ή αναμορφώνονται αφότου ισχύσουν οι νόμοι που προβλέπονται στις παραγράφους αυτές.
**7. Η ισχύς της αναθεωρημένης διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 17 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του σχετικού εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1.1.2002.

Άρθρο 118

1. Αφότου αρχίσει να ισχύει το Σύνταγμα οι δικαστικοί λειτουργοί, από το βαθμό του προέδρου ή εισαγγελέα εφετών και άνω, ή τον αντίστοιχο με αυτούς, αποχωρούν από την υπηρεσία, όπως έως τώρα, μόλις συμπληρώσουν το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας τους· το όριο αυτό μειώνεται από το έτος 1977 κατά ένα έτος ετησίως έως το εξηκοστό έβδομο έτος.
2. Ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, που δεν υπηρετούσαν κατά την έναρξη της ισχύος της συντακτικής πράξης της 4/5 Σεπτεμβρίου 1974 "περί αποκαταστάσεως της τάξεως και ευρυθμίας εν τη Δικαιοσύνη", και υποβιβάστηκαν σύμφωνα με την πράξη αυτή λόγω του χρόνου που πραγματοποιήθηκε η προαγωγή τους, και κατά των οποίων δεν ασκήθηκε η κατά το άρθρο 6 της ίδιας συντακτικής πράξης πειθαρχική δίωξη, παραπέμπονται υποχρεωτικά από τον αρμόδιο Υπουργό στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο μέσα σε τρεις μήνες από την ισχύ του Συντάγματος.
Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφαίνεται αν οι συνθήκες της προαγωγής μείωσαν το κύρος και την ιδιάζουσα υπηρεσιακή θέση εκείνου που είχε προαχθεί και αποφαίνεται οριστικά αν θα αποκτήσει πάλι ή όχι το βαθμό που έχασε αυτομάτως, καθώς και τα δικαιώματα που συνδέονται με αυτόν· αποκλείεται η είσπραξη αναδρομικά διαφοράς αποδοχών ή σύνταξης.
Η απόφαση εκδίδεται υποχρεωτικά μέσα σε τρεις μήνες από την παραπομπή.
Οι στενότεροι κατά βαθμό συγγενείς του δικαστικού που υποβιβάστηκε και πέθανε, οι οποίοι βρίσκονται στη ζωή, μπορούν να ασκήσουν στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο όλα τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους δικαζομένους.
3. Ώσπου να εκδοθεί ο κατά το άρθρο 101 παράγραφος 3 νόμος εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών. Οι διατάξεις αυτές μπορεί να τροποποιούνται με τη μεταφορά ειδικών αρμοδιοτήτων από τις κεντρικές στις περιφερειακές υπηρεσίες.
**4. Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του σχετικού εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1.1.2002.
**5. Οι πρόεδροι ανώτατων δικαστηρίων, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, οι γενικοί επίτροποι των διοικητικών δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που υπηρετούν κατά την έναρξη ισχύος της αναθεωρημένης διάταξης της παραγράφου 5 του άρθρου 90, αποχωρούν από την υπηρεσία, όπως προβλέπει η παράγραφος 5 του άρθρου 88.
**6. Προβλεπόμενες ή διατηρούμενες στο νόμο 2190/1994, όπως αυτός ισχύει, εξαιρέσεις από την αρμοδιότητα του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού εξακολουθούν να ισχύουν.
**7. Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών.

Άρθρο 119

1. Με νόμο μπορεί να αρθεί το απαράδεκτο που ίσχυσε με οποιονδήποτε τρόπο ως προς την άσκηση αίτησης για ακύρωση πράξεων που εκδόθηκαν από τις 21 Απριλίου 1967 έως τις 23 Ιουλίου 1974, είτε είχε ασκηθεί τέτοια αίτηση είτε όχι· αποκλείεται πάντως η αναδρομική χορήγηση αποδοχών σε όσους τυχόν δικαιωθούν με το ένδικο αυτό μέσο.
2. Οι στρατιωτικοί ή δημόσιοι υπάλληλοι που βάσει νόμου αποκαθίστανται αυτοδικαίως στις δημόσιες θέσεις που κατείχαν, εφόσον ήδη απέκτησαν την ιδιότητα του βουλευτή, μπορούν μέσα σε οκταήμερη προθεσμία να επιλέξουν μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και της δημόσιας θέσης τους.


ΤΜΗΜΑ Δ΄
Ακροτελεύτια διάταξη

Άρθρο 120

1. Το Σύνταγμα αυτό, που ψηφίστηκε από την Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, υπογράφεται από τον Πρόεδρό της, δημοσιεύεται από τον προσωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με διάταγμα που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και αρχίζει να ισχύει από τις ένδεκα Ιουνίου 1975.
2. Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.
3. Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.
4. Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.

 



Αθήνα, 18 Απριλίου 2001
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΧΡ. ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ




ΝΟΜΟΘΕΤ. ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 17 Ιουλ./16 Αυγ. 1923 Περί σχεδίων πόλεων

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014


Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών. 12

Αρθρ. 1.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α`

Σύνταξις, έγκρισις και εφαρμογή σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών και γενικοί όροι αναπτύξεως αυτών.

1. Πάσα πόλις και κώμη του Κράτους δέον να διαρρυθμίζηται και ν` αναπτύσσηται βάσει ωρισμένου εγκεκριμένου κατά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος σχεδίου, εξασφαλίζοντος την θεραπείαν των προβλεπομένων αυτής αναγκών κατά τους υπό της υγιεινής, της ασφαλείας, της οικονομίας και της αισθητικής επιβαλλομένους όρους.

2. Της εγκρίσεως του σχεδίου συστάσεως νέας πόλεως, κώμης ή συνοικισμού οιουδήποτε δέον να προηγήται εξακρίβωσις και αναγνώρισις της ανάγκης της τοιαύτης συστάσεως, ήτις εκτελείται κατά τα δια Β.Δ/τος κανονισθησόμενα.

3. Δια Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, κανονίζονται:

α) Οι γενικοί όροι υγιεινής, συγκοινωνίας, ασφαλείας, οικονομίας και αισθητικής, προς ους δέον να συμμορφώται παν νέον σχέδιον πόλεως, κώμης κλπ. και πάσα αναθεώρησις, τροποποίησις και επέκτασις παλαιού τοιούτου σχεδίου.

β) Τα προς θεραπείαν των αναγκών των πόλεων, κωμών κλπ. εκτελεστέα γενικής φύσεως έργα υδρεύσεως, εξυγιάνσεως, συγκοινωνίας, εξωραϊσμού, αναψυχής κλπ., οι όροι και ο τρόπος μελέτης, εκτελέσεως, συντηρήσεως και χρήσεως των έργων τούτων.

γ) Αι δια την κατασκευήν και συντήρησιν των ανωτέρω έργων υποχρεώσεις των δήμων, κοινοτήτων και ιδιοκτητών, ους (ιδιοκτήτας) εν πάση περιπτώσει βαρύνει μέρος τουλάχιστον των δαπανών διαμορφώσεως, κατασκευής και συντηρήσεως των προ των οικοπέδων των οδών, πλατειών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων, και ο τρόπος επιβολής των υποχρεώσεων τούτων. Πάντως η κατασκευή (διαμόρφωσις, ιδοπέδωσις, οδοστρωσία κλπ.), επισκευή, συντήρησις, δενδροφύτευσις, και πλύσις των περί ων αι παρ. 2 και 3 του άρθρ. 21 χώρων, είτε εφαρμόσθησαν επ` αυτών αι περιοριστικαί διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου τούτου είτε ου, εκτελείται αποκλειστικώς δαπάνη και φροντίδι των ιδιοκτητών των υπό των εν λόγω χώρων κατά την κρίσιν της αρμοδίας τεχνικής υπηρεσίας εξυπηρετουμένων ιδιοκτησιών, του οδοστρώματος αυτών και της επιστρώσεως των πεζοδρομίων κατασκευαζομένων κατά μόνιμον τρόπον. δ) Παν έτερον γενικής φύσεως ζήτημα συναφές τη εξυπηρετήσει των αναγκών της πόλεως.

4. Υπόχρεοι δια την εκπόνησιν των κατά τα ανωτέρω σχεδίων και την εκτέλεσιν των τη μελέτη και εφαρμογή αυτών συναφών προπαρασκευαστικών τεχνικών εργασιών εισίν οι οικείοι δήμοι και κοινότητες, δυναμένων και των ιδιοκτητών να επιβαρύνωνται αμέσως δια μέρους των σχετικών δαπανών. Τας εργασίας ταύτας δύναται να εκτελή, εν μέρει ή εν όλω, εις βάρος και δια λογαριασμόν των υποχρέων και το Δημόσιον κατόπιν σχετικής αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, λαμβανομένης μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Δια Β.Δ/των θα κανονισθή το είδος και ο τρόπος εκπληρώσεως των ανωτέρω υποχρεώσεων και το ποσοστόν της επιβαρύνσεως των ιδιοκτητών δι` εκάστην περίπτωσιν.

5. Αι ανωτέρω κατά τας παρ. 3 και 4 υποχρεώσεις δύνανται, εν μέρει ή εν όλω, να περιορίζωνται και εις απλήν χρηματικήν εισφοράν των εν ταις παραγράφοις ταύταις αναφερομένων προσώπων, καταβαλλομένην δι` εκάστην περίπτωσιν, προ ή μετά την εκτέλεσιν των σχετικών έργων εφ` άπαξ ή κατά δόσεις κατά τα δια Β.Δ/των ειδικώτερον κανονισθησόμενα.

Αρθρ. 2.

1. Τα κατά το προηγούμενον άρθρον σχέδια καθορίζουσιν αναλόγως των προβλεπομένων αναγκών, πλην των άλλων:

α) Τας οδούς και πλατείας, τους κοινοχρήστους κήπους, πρασιάς και άλση και εν γένει τους προς κοινωφελείς σκοπούς αναγκαιούντας κοινοχρήστους χώρους.

β) Τα προς ανέγερσιν δημοσίων, δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων και τα προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε ετέρων κοινής ωφελείας έργων αναγκαιούντα οικόπεδα, και

γ) Τους οικοδομησίμους χώρους και εν γένει την χρησιμοποίησιν εκάστης θέσεως προς ωρισμένον κοινωνικόν σκοπόν.

Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, δύνανται να ορίζωνται λεπτομερώς εν εκάστη περιπτώσει οι ανωτέρω (εδ. α`) κοινωφελείς σκοποί και τα κοινής ωφελείας έργα (εδ. β`). Εν τοις αυτοίς ως άνω σχεδίοις δύνανται να χαρακτηρίζωνται και οι αρχαιολογικοί χώροι κατά τας σχετικάς υποδείξεις της αρμοδίας υπηρεσίας. 3

2. Τα κατά την προηγουμένην παράγραφον σχέδια δέον να συντάσσωνται επί τη βάσει της μεγίστης δυνατής προβλεπομένης επεκτάσεως των πόλεων, κωμών κλπ., να καθορίζωνται δ` εν αυτοίς, αναλόγως των υπαρχουσών αναγκών της πόλεως κλπ, ήν αφορώσι, τα όρια των αμέσως εφαρμοστέων τμημάτων του σχεδίου. Ο καθορισμός των κατά τα ανωτέρω στοιχείων, εκτός των ορίων τούτων, δύναται να περιορίζηται εις γενικότητας, αφιεμένου του λεπτομερειακού αυτών προσδιορισμού, κατά την επέκτασιν των εν λόγω ορίων, όστις εν τη περιπτώσει ταύτη εγκρίνεται ομού μετά της επεκτάσεως ταύτης, συνωδά ταις διατάξεσι της παρ. 2 του άρθρ. 5, κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως του συμβουλίου των δημοσίων έργων.

3. Τα ανωτέρω σχέδια συντάσσονται βάσει τοπογραφικού και χωροσταθμικού χάρτου, εμφαίνοντος υπό κλίμακα την μορφήν του εδάφους και τας κατά την σύνταξιν του σχεδίου επ` αυτού υφισταμένας οδούς, ρεύματα, οικοδομάς και λοιπά αντικείμενα, και συνοδεύονται υπό των αναγκαιούντων επεξηγηματικών πινάκων και υπομνημάτων.

4. Δια Β.Δ/των κανονίζεται ο τρόπος συντάξεως και ελέγχου των κατά τα ανωτέρω τοπογραφικών κλπ, χαρτών και σχεδίων.4

Αρθρο 3. 5

1. Παν σχέδιον πόλεως, κώμης κλπ. προ της εγκρίσεώς του, εκτίθεται μετά του σχετικού αυτώ τοπογραφικού χάρτου εν τω δημαρχείω ή τω κοινοτικώ καταστήματι επί δέκα πέντε ημέρας, ειδοποιημένου του κοινού περί τούτου υπό του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος δια γενικής προσκλήσεως τοιχοκολλημένης εις τα δημοσιώτερα μέρη της πόλεως. Οι ενδιαφερόμενοι δύνανται εντός της προθεσμίας ταύτης να λάβωσι γνώσιν των ανωτέρω στοιχείων και να υποβάλωσιν εγγράφως εις τον δήμον ή την κοινότητα τας κατά τούτων τυχόν ενστάσεις των, άς ο δήμος ή η κοινότης υποχρεούται να διαβιβάση ομού μετά της κατά την επομένην παράγραφον γνωμοδοτήσεως εις το υπουργείον της Συγκοινωνίας.

2. Τα κατά τα ανωτέρω σχέδια πόλεων, κωμών κλπ. μετά των επεξηγηματικών αυτών πινάκων και υπομνημάτων εγκρίνονται δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, κατόπιν προηγουμένης γνωμοδοτήσεως του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Η γνωμοδότησις του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου είναι μόνον συμβουλευτική, του υπουργού δυναμένου εν πάση περιπτώσει, μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, να απορρίπτη ή και να τροποποιή τα υπό των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων προτεινόμενα σχέδια.

3. Οσάκις το υπουργείον ζητεί την γνωμοδότησιν του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου επί της εγκρίσεως σχεδίου, δέον αύτη να εκδίδηται και κοινοποιήται εις το υπουργείον εντός προθεσμίας ορισθησομένης δι` εκάστην πόλιν κλπ. δια Β.Δ/των αναλόγως των μέσων συγκοινωνίας. Εντός της αυτής προθεσμίας δέον να εκπληρώνται και αι κατά την ανωτέρω παρ. 1 διατυπώσεις. Παρερχομένης της ανωτέρω προθεσμίας απράκτου,ο υπουργός δύναται, μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, να προβαίνη εις την έγκρισιν του σχεδίου, και άνευ της γνωμοδοτήσεως του δημοτικού ή κονοτικού συμβουλίου ή και της εκπληρώσεως των ειρημένων διατυπώσεων.

«4. Αν πρόκειται να επαναληφθεί η διαδικασία που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους, το τμήμα ή το σύνολο του προς έγκριση ή τροποποίηση σχεδίου αναρτάται στο οικείο Δημοτικό ή Κοινοτικό Κατάστημα και το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο οφείλει να διαβιβάσει στην αρμόδια υπηρεσία τη γνωμοδότηση, τις ενστάσεις, τις παρατηρήσεις επί των ενστάσεων και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο, μέσα σε προθεσμία σαρανταπέντε (45) ημερών από τη διαβίβαση του ερωτήματος στον Ο.Τ.Α. Μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής το αρμόδιο για την έγκριση ή τροποποίηση του σχεδίου όργανο μπορεί μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Σ.Χ.Ο.Π.) να προωθήσει την έγκρισή του και χωρίς τη γνώμη του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ή και χωρίς τα στοιχεία και τις διατυπώσεις της ανάρτησης του σχεδίου.

5. Το αρμόδιο κατά περίπτωση Συμβούλιο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Σ.Χ.Ο.Π.) γνωμοδοτεί μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη διαβίβαση της γνωμοδότησης του Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου."6

Αρθρ. 4.

1. Εφ` όσον εν τω εγκεκριμένω σχεδίω δεν προβλέπεται υψομετρική θέσις των οδών, πλατειών κλπ. κοινοχρήστων χώρων, ως και των επί της επιφανείας του εδάφους βάσεων των εν γένει οικοδομών,περιτοιχισμάτων, ιδιωτικών πρασιών και κήπων, καθορίζεται αύτη δι` αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, λαμβανομένης, μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Κατά τον αυτόν τρόπον τροποποιούνται τα ανωτέρω υψομετρικά στοιχεία και μετά τον αρχικόν καθορισμόν των.

2. Η εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπεται μόνον μετά τον κατά τα ανωτέρω υψομετρικόν καθορισμόν.

3. Δεν επιτρέπεται η ανέγερσις οικοδομών και η εν γένει εκτέλεσις οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως επί οικοπέδων κειμένων εις οδούς και πλατείας μη διαμορφωθείσας τεχνικώς βάσει του κατά τα ανωτέρω υψομετρικού καθορισμού, τουλάχιστον επί τμήματος αυτών κειμένου προ των εφ` ων αι ανεγερθησόμεναι οικοδομαί οικοπέδων, κατά τα δια Β.Δ/τος κανονισθησόμενα. Εν ανάγκη εις την τοιαύτην διαμόρφωσιν οφείλουσι να προβαίνωσιν εις βάρος και δια λογαριασμόν των υποχρέων αυτοί οι οικοδομούντες. Η παράγραφος αύτη έχει και αναδρομικήν ισχύν ως προς τας ήδη ανεγερθείσας οικοδομάς, οι ιδιοκτήται των οποίων καλούμενοι, δέον να συμμορφωθώσι προς τας ανωτέρω διατάξεις.

Αρθρ. 5.

1. Τα κατά τα ανωτέρω σχέδια πόλεων, κωμών κλπ. μετά την έγκρισίν των εφαρμόζονται βάσει του τοπογραφικού χάρτου, εφ` ου συνετάγησαν, κατά τα λεπτομερέστερον δια Β.Δ/τος κανονισθησόμενα. Εφ` όσον το εγκεκριμένον σχέδιον είναι συντεταγμένον υπό μικράν κλίμακα, δύναται δια την εφαρμογήν να υποτυπωθή υπό μείζονα τοιαύτην, καθοριζομένων άμα τη αποτυπώσει ταύτη σαφέστερον των λεπτομερειών βάσει του εγκεκριμένου σχεδίου. Αι τοιαύται αποτυπώσεις θεωρούνται ως ακριβή αντίγραφα του εγκεκριμένου σχεδίου και ισχύουσι κυρούμεναι δι` αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, λαμβανομένης μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Εν περιπτώσει διαφορών μεταξύ του αρχικώς εγκεκριμένου σχεδίου και των ανωτέρω αντιγράφων, οφειλομένων εις την διαφοράν της κλίμακος, επικρατέστερα θεωρούνται τα αντίγραφα ως προς τα οποία θεωρούνται ισχύουσαι αι διατάξεις του παρόντος Διατάγματος.

2. Τα περί ων η προηγούμενη παράγραφος εγκεκριμένα σχέδια θεωρούνται εφαρμόσιμα μόνον ως προς τα κατά το άρθρ. 2 παρ. 2 εν αυτοίς καθοριζόμενα αμέσως εφαρμοστέα τμήματα. Η εφαρμογή αυτών πέραν των εν λόγω τμημάτων επιτρέπεται τμηματικώς, εφ` όσον αι πραγματικαί ανάγκαι της πόλεως δικαιολογούσι τούτο και μόνον μετά προηγουμένην έγκρισιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού μετά σχετικήν γνωμοδότησιν του συμβουλίου των δημοσίων έργων.

Αρθρ. 6.

1. Εν περιπτώσει αμφιβολιών ως προς την εφαρμογήν του εγκεκριμένου σχεδίου, οφειλομένων εις ατελή αυτού εφαρμογήν ή εις ελλείψεις του σχετικού τοπογραφικού χάρτου, εφ` ου τούτο συνετάγη, και οιωνδήποτε διαφορών παρατηρουμένων ως εκ τούτου μεταξύ του σχεδίου και της επί του εδάφους πραγματικής καταστάσεως, ο υπουργός της Συγκοινωνίας δύναται δι` ητιολογημένης αποφάσεώς του, λαμβανομένης μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, να αναστέλλη προσωρινώς και μέχρις άρσεως των ειρημένων ανωμαλιών εν όλω ή εν μέρει την εφαρμογήν των σχεδίων και την βάσει τούτου ανέγερσιν οικοδομών, προς δε και να καθορίζη εν επειγούση ανάγκη, και εφ` όσον πρόκειται περί προσαρμογής του σχεδίου προς την πραγματικήν κατάστασιν την διαμορφωθείσαν συνεπεία ατελούς τούτου εφαρμογής επί περιωρισμένης εκτάσεως, το εις τα πράγματα εφαρμοστέον σχέδιον, αναλόγως των δεδομένων του εγκεκριμένου σχεδίου και του βαθμού και της φύσεως των ανωμαλιών. Εφ` όσον ο χρόνος της προσωρινής αναστολής της εφαρμογής του σχεδίου δεν υπερβαίνει τους έξι μήνας, ουδέν εκ της στερήσεως της ακωλύτου χρήσεως ακινήτου δύναται να δημιουργηθή υπέρ οιουδήποτε κατά του Δημοσίου και του δήμου ή της κοινότητος δικαίωμα αποζημιώσεως, εάν δε η αναστολή εξακολουθή και μετά την προθεσμίαν ταύτην, υπόχρεως προς αποζημίωσιν των τυχόν εξ αυτής ζημιουμένων είναι ο οικείος δήμος ή κοινότης. Κατά τα λοιπά η ανωτέρω απόφασις του υπουργού ουδέν δημιουργεί υπέρ οιουδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεως πέραν των υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων τοιούτων δια τα κατά το εις τα πράγματα εφαρμοσθέν σχέδιον απαλλοτριούμενα ακίνητα.

Αρθρ. 7.

1. Προκειμένου περί εγκρίσεως σχεδίων προς ίδρυσιν εξοχικών ή και αστικών περί τας πόλεις και κώμας συνοικισμών επί μεγάλων κτημάτων, ην οπωσδήποτε επισπεύδουσιν οι ιδιοκτήται αυτών ή οι αναλαμβάνοντες την εκμετάλλευσίν των, επιτρέπεται ίνα η τοιαύτη έγκρισις παρέχηται υπό όρους, επιβαλλομένων:

α) Εις τους ιδιοκτήτας των κτημάτων τούτων οιωνδήποτε υποχρεώσεων ως προς την ανέγερσιν οικοδομών, την παραχώρησιν δωρεάν γηπέδων καταλαμβανομένων υπό κοινοχρήστων χώρων ή προοριζομένων δια κοινωφελείς σκοπούς, και την εκτέλεσιν και συντήρησιν εξωραϊστικών, εξυγιαντικών, συγκοινωνιακών και ετέρων οιωνδήποτε εξυπηρετικών των αναγκών του συνοικισμού έργων, και

β) Εις τα εντός του εν λόγω σχεδίου περιλαμβανόμενα ακίνητα, οιωνδήποτε πέραν των υπο του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων περιορισμών. Δια την τήρησιν των ανωτέρω όρων δέον να περέχηται εις το Δημόσιον ή τον οικείον δήμον ή κοινότητα ανάλογος εγγύησις. Δια Β.Δ/τος δύνανται να κανονισθώσι λεπτομερέστερον αι περιπτώσεις, καθ` ας δέον να εφαρμόζηται η υπό τους ανωτέρω όρους έγκρισις σχεδίων, ως προς την οποίαν ισχύουσι κατά τα λοιπά αι ανωτέρω γενικαί διατάξεις.

2. Περί των ανωτέρω όρων, περιορισμών και εγγυήσεων συνομολογείται σύμβασις μεταξύ των ενδιαφερομένων και του δήμου ή του Δημοσίου, εκπροσωπουμένου εν τη περιπτώσει ταύτη υπό του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, και ισχύει από της κυρώσεώς της δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων.

3. Η παράβασις των όρων της κατά τα ανωτέρω συμβάσεως συνεπάγεται, πλην των άλλων, και την εφαρμογήν των υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων εις περίπτωσιν παραβάσεως των διατάξεων αυτού διοικητικών και ποινικών μέτρων.

4. Το παρόν άρθρον έχει και αναδρομικήν ισχύν επί των εγκριθέντων ήδη τη φροντίδι των ενδιαφερομένων σχεδίων συνοικισμών, της τοιαύτης εγκρίσεως δυναμένης ν` ανακληθή εφ` άπαξ και να γίνη εκ νέου κατ` εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Η τοιαύτη ανάκλησις και εκ νέου έγκρισις ουδέν δημιουργεί υπέρ οιουδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεως παρά του Δημοσίου και των Δήμων και κοινοτήτων.

Αρθρ. 8.

1.Προκειμένης της ενάρξεως των σχετικών εργασιών δια την εκπόνησιν νέου σχεδίου πόλεως ή κώμης κλπ. επιτρέπεται ίνα δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, επιβάλληται εν όλω ή εν μέρει, και μέχρις ενός το πολύ έτους, η πλήρης απαγόρευσις των εργασιών δομήσεως εφ` απάσης της πόλεως ή κώμης κλπ. μετά της περιοχής της, ή και επί τμημάτων αυτής μόνον, ή και η εκτέλεσις τοιούτων εργασιών υπό όρους και περιορισμούς κανονιζομένους δια του αυτού Δ/τος. Η ανωτέρω ετησία προθεσμία δύναται να παραταθή κατά τον αυτόν τρόπον και επί δύο έτη, εάν εν τω μεταξύ εξακριβωθή ότι αι προς εκπόνησιν του νέου σχεδίου εργασίαι προώδευσαν σημαντικώς. Οι ανωτέρω περιορισμοί και απαγορεύσεις ουδέν δύνανται να δημιουργήσωσιν υπέρ οιουδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεως παρά του Δημοσίου και των δήμων ή κοινοτήτων.

"2.Διά τους αυτούς ως εις την προηγουμένην παράγραφον λόγους, δύναται δι`αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Εργων εκδιδομένης άνευ των εν αυτή παραγράφω διατυπώσεων και δημοσιευμένης διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως,να επιβάλλεται αναστολή των οικοδομικών εργασιών διά τρίμηνον το πολύ χρονικόν διάστημα,του χρόνου τούτου συνυπολογιζομένου εντός του κατά την προηγουμένην παράγραφον συνολικού χρόνου των τριών ετών".

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β`

Περιορισμοί επί των ακινήτων δια λόγους υγιεινής, ασφαλείας, αισθητικής και κανονικής των πόλεων, κωμών κλπ. αναπτύξεως και όροι εκτελέσεως εργασιών δομήσεως.

Αρθρ. 9.

1. Επιτρέπεται δια λόγους υγιεινής, ασφαλείας, γενικής της πόλεως οικονομίας και αισθητικής η επιβολή οιωνδήποτε όρων κατά τας εν γένει εργασίας δομήσεως και περιορισμών επί των οικοπέδων και των επ` αυτών αναγειρομένων και επισκευαζομένων οικοδομών είτε εν ταις πόλεσι, κώμαις κλπ. είτε εκτός τούτων.

2. "Οι κατά τα ανωτέρω όροι και περιορισμοί καθορίζονται δια Β.Δ/των εκδιδομένων μετά γνώμην του Συμβουλίου των Δημοσίων Εργων και κανονιζόντων δι` έκαστον τμήμα ή δι` έκαστον οικοδομικόν τετράγωνον της πόλεως, κώμης κλπ. ή και δι` ωρισμένην περιοχήν εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου κειμένην, εκτάσεως ουχί μικροτέρας των 6000 μέτρων τετραγωνικών

1) τα ελάχιστα επιτρεπόμενα όρια της επιφανείας και των διαστάσεων των εντός του εγκεκριμένου σχεδίου περιλαμβανομένων οικοπέδων,

2) το μέγιστον και το ελάχιστον επιτρεπόμενον ύψος των οικοδομών,

3) τον αριθμόν των ορόφων και τας ελαχίστας τούτων διαστάσεις αναλόγως του σκοπού δι` ον προορίζονται,

4) το μέγιστον της υπό οικοδομών δυναμένης να καλυφθή επιφανείας εκάστου οικοπέδου,

5) τον συντελεστήν δομήσεως,

6) την θέσιν των οικοδομών και των συναφώς ταύταις εγκαταστάσεων υδρεύσεως, φωτισμού , αποχετεύσεως ακαθάριστων υγρών κλπ. εν σχέσει προς το εγκεκριμένον σχέδιον ρυμοτομίας, προς το οικόπεδον εφ` ου κείνται αύται και προς αλλήλας,

7) τας εν γένει δουλείας, φωτισμού και αερισμού των κτιρίων και των ακαλύπτων χώρων των οικοπέδων,

8) τους εντός των ιδιοκτησιών κοινούς ελευθέρους χώρους και τας δουλείας χρήσεως αυτών,

9) τα ελάχιστα όρια του μεγέθους των οικοδομών, τας περιπτώσεις καθ` ας επιβάλλεται η πραγμάτωσις τουλάχιστον των ορίων τούτων και τους όρους και τον τρόπον εξασφαλίσεως της πραγματώσεως ταύτης,

10) τας επιβαλλομένας εις εκάστην οικοδομήν αναλόγως του προορισμού της εγκαταστάσεις υδρεύσεως, αποχετεύσεως των ακαθάρτων υγρών, θερμάνσεως, αερισμού κλπ.,

11) τους εις εκάστην περίπτωσιν τηρητέους δια λόγους ασφαλείας υγιεινής, και αισθητικής όρους ως προς την εσωτερικήν και εξωτερικήν υπέρ και υπό το έδαφος εν γένει διάταξιν και την θεμελίωσιν των οικοδομών, τας διαστάσεις των, τας εν αυταίς, μηχανικάς ή άλλης φύσεως παγίας ή κινητάς επί των προς τους κοινοχρήστους εν γένει χώρους επιφανειών αυτών προσθήκας (οίον προστεγάσματα, σκιάδας, βιτρίνας κλπ.), τον τρόπον και το είδος δομήσεως και τας ποιότητας, ποσότητας και τρόπον επεξεργασίας, συνθέσεως και χρησιμοποιήσεως των υλικών δομήσεως,

12) τον τρόπον κατασκευής και συντηρήσεως των ιδιωτικών πρασιών και κήπων και των περιστοιχισμάτων αυτών και

13) εν γένει τους όρους και περιορισμούς υφ` ους να εκτελήται οιασδήποτε φύσεως εργασία δομήσεως". 7

3.Η παράγραφος 3 προστέθηκε με την παρ. 1 άρθρ. 2 του Ν.Δ. 3879/1958, η δε πρώην παρ. 3 έλαβε τον αριθμό 4.

4. Καταργήθηκε με την παρ. 6 άρθρ. 9 Νόμ. 960/1979.

4"(7). Οι εκτελούντες οιασδήποτε εργασίας δομήσεως υποχρεούνται εις την τήρησιν των απαιτουμένων όρων υγιεινής, ασφαλείας, συγκοινωνίας και τάξεως ως προς τε τους εις τας εργασίας ταύτας ασχολουμένους εργάτας, τους γείτονας και εν γένει το δια των κοινοχρήστων χώρων κυκλοφορούν κοινόν. Οι όροι ούτοι, εφ` όσον δεν προβλέπονται υπό ετέρων ειδικών διατάξεων, κανονίζονται δια Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού.

Αρθρ. 10.

1. Εκ των κατά το προηγούμενον άρθρον περιορισμών κλπ. οι αναφερόμενοι εις την υγιεινήν και στερεότητα επιβάλλονται αναγκαστικώς και επί των προ της ισχύος του παρόντος Δ/τος ανεγερθεισών οικοδομών, εφ` όσον καθίσταται τούτο τεχνικώς δυνατόν, οι δε λοιποί δύνανται να εφαρμόζωνται εν όλω ή εν μέρει και επί των τοιούτων οικοδομών εις άς περιπτώσεις θέλει ειδικώς κανονίσει Β.Δ/μα, εκδοθησόμενον προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού. Αρμοδία όπως αποφανθή περί του τεχνικώς δυνατού της εφαρμογής των εις την υγιεινήν και την ασφάλειαν αναγομένων περιορισμών, είναι η επί της εφαρμογής του παρόντος Δ/τος τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ` ενστάσεων των ενδιαφερομένων αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός. Πάντως η επιβολή των περιορισμών τούτων ουδέν δημιουργεί υπέρ οιουδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεως, του ιδιοκτήτου υποχρεουμένου να προβαίνη εις την εκτέλεσιν των σχετικών προς πραγμάτωσιν αυτών εργασιών ιδία δαπάνη και φροντίζει εντός της υπό της υπηρεσίας τασσομένης αυτώ προθεσμίας.

2. Εκ των διατάξεων του προηγουμένου άρθρου αι προϋποθέσεις έχουσαι την ύπαρξιν εγκεκριμένου σχεδίου δύνανται να εφαρμόζωνται αναλόγως και εις πόλεις, κώμας κλπ. μη εχούσας ότι εγκεκριμένον σχέδιον ή εις οικοδομάς κειμένας εκτός των πόλεων κλπ., καθ` όν τρόπον θέλει κανονίζει εκάστοτε Β.Δ/μα, εκδιδόμενον κατά τα εν παρ. 2 του άρθρ. 9 οριζόμενα, δυναμένου εν τη περιπτώσει ταύτη να ορίζηται, σύν τοις άλλοις, του ορίου των οικοδομησίμων χώρων εντός των ιδιοκτησιών και πέραν των υφισταμένων κοινοχρήστων οδών, πλατειών κλπ. μέχρι βάθους τριών μέτρων από τούτων.

3. Εάν εν τη εφαρμογή των κατά το προηγούμενον άρθρον περιορισμών, λόγω της εκ τούτων μειώσεως του δυναμένου να οικοδομηθή χώρου επέρχηται εις το ακίνητον ζημία εν σχέσει προς τα έτερα γειτονικά τοιαύτα, εις τα οποία εξ οιασδήποτε αιτίας δεν εφηρμόσθησαν αι ειρημένοι περιορισμοί, τα τελευταία δε ταύτα ωφελούνται οπωσδήποτε ως εκ της ζημίας ταύτης, δύναται διά Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει των υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνίας, εφ` άπαξ δι` εκάστην πόλιν, κώμην κλπ. ή δι` έκαστον αυτών τμήμα, να επιβάλληται εις τους ιδιοκτήτας των ούτω ωφελουμένων ακινήτων χρηματική εισφορά. Η φύσις των ζημιών και ωφελειών, ο τρόπος καθορισμού αυτών και του ποσού των εισφορών εν εκάστη περιπτώσει, και ο τρόπος καταβολής των τελευταίων τούτων κανονίζονται διά των αυτών ως άνω Δ/των, μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων. Η κατά τα ανωτέρω εισφορά παύει εν όλω ή εν μέρει, αφ` ής τα αντικείμενα εις τους ανωτέρω όρους και περιορισμούς τμήματα της οικοδομής καταστώσιν ετοιμόρροπα και άχρηστα, παύει δε οριστικώς όταν τα τμήματα ταύτα κατεδαφισθώσιν.

Αρθρο. 11.

1. Δια Β.Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, δύναται:

α) Να κανονίζηται το είδος της χρήσεως των οικοδομών αναλόγως της θέσεως, των διαστάσεων και της εν γένει διατάξεως των κτιρίων, και ν` απαγορεύηται η χρησιμοποίησις επικινδύνων και ανθυγιεινών οικοδομών δι` ωρισμένους σκοπούς.

β) Να απαγορεύηται διά λόγους γενικωτέρων κοινωνικών αναγκών η χρησιμοποίησις των κτιρίων των περιλαμβανομένων εις ωρισμένα τμήματα των πόλεων, κωμών κλπ. και της περιοχής των ή και εις ολοκλήρους συνοικισμούς, πρός ωρισμένους σκοπούς (π.χ. νοσοκομεία και κλινικαί εντός κέντρων αναψυχής κλπ.) καίτοι ουδένα εκ της τοιαύτης χρησιμοποιήσεως δύναται να διατρέξη κίνδυνον η δημοσία υγεία και ασφάλεια.

γ) Να επιβάλλωνται εις τους ιδιοκτήτας οικοδομών υποχρεώσεις καλής συντηρήσεως τούτων μετά των συναφών εγκαταστάσεων πάσης φύσεως και των περί αυτάς ιδιωτικών πρασιών, αυλών και κήπων και των περιτοιχισμάτων αυτών, από απόψεως υγιεινής, ασφαλείας ευπροσώπου παραστάσεως και δυνατού χρησιμοποιήσεως δι` ούς διατίθενται ούται σκοπούς.

Αρθρο 12.

1. Δύναται να επιβάλληται η εις ωρισμένα τμήματα εντός ή εκτός του σχεδίου της πόλεως (βιομηχανικά τμήματα) ανέγερσις των κτιρίων των αναγκαιούντων διά τάς εν γένει βιομηχανικάς εγκαταστάσεις και αποθήκας:

α) οσάκις αι εγκαταστάσεις αύται συνωδά ταίς περί τούτων σχετικαίς ειδικαίς διατάξεσιν υγιεινής, ασφαλείας κλπ., δεν δύνανται να ευρίσκωνται εντός ή πλησίον κατωκημένων μερών, και

β) οσάκις η εις ωρισμένας θέσεις συγκέντρωσις αυτών θεωρείται αναγκαία ως εκ της διά του σχεδίου διαρρυθμίσεως της οργανικής της πόλεως διατάξεως και του καθορισμού εκάστης αυτής θέσεως δι` ωρισμένους κοινωνικούς σκοπούς. Η αλλαγή της θέσεως της εγκαταστάσεως κατά την πρώτην των ανωτέρω περιπτώσεων ουδέν δημιουργεί υπέρ οιουδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου και του δήμου ή της κοινότητος. Κατά την δευτέραν περίπτωσιν δύναται να ορισθή η πληρωμή αποζημιώσεως, ής το είδος, ο τρόπος υπολογισμού και οι υπόχρεοι πρός καταβολήν κανονισθήσονται διά Β.Δ/τος, εκδοθησομένου προτάσει των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Συγκοινωνίας.


Αρθρο 13.

1. Επί των κατά το εγκεκριμένον σχέδιον και εντός των αμέσως εφαρμοστέων αυτού τμημάτων οικοδομησίμων χώρων επιτρέπεται πάντοτε η ανέγερσις και επισκευή οικοδομών, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρ. 9, και γενικώς υπό τους υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένους διά την εκτέλεσιν των εργασιών δομήσεως όρους.

2. Επί των οικοδομησίμων χώρων των μη αμέσως εφαρμοστέων τμημάτων του εγκεκριμένου σχεδίου επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως μόνον εφ` όσον δύνανται να τηρηθώσι, πλήν των κατά την προηγουμένην παράγραφον όρων, και οι εξής ειδικοί τοιούτοι:

α) Εάν το οικόπεδον έχη πρόσωπον ή δύναται δια τακτοποιήσεως ν` αποκτήση τοιούτον επί οδού χαρακτηριζομένης εν τω εγκεκριμένω σχεδίω ως κεντρικής αρτηρίας ή επί πλατείας, εφ` όσον δεν καταλαμβάνεται υπό των εν τω εγκεκριμένω σχεδίω είτε ενδεικτικώς είτε οριστικώς καθοριζομένων δευτερευουσών οδών των εχουσών αφετηρίας τας εν λόγω κεντρικάς αρτηρίας και πλατείας. Μη καθοριζομένων καθ` οιονδήποτε τρόπον τοιούτων δευτερευουσών οδών εν τω εγκεκριμένω σχεδίω, ο υπουργός της Συγκοινωνίας καθορίζει εφ` άπαξ εις εκάστην περίπτωσιν, μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, τας επί των κεντρικών αρτηριών και πλατειών θέσεις, εν αίς ουδεμία επιτρέπεται εργασία δομήσεως, πρός εξασφάλισιν της χαράξεως των εν λόγω δευτερευουσών οδών,

β) Εάν το οικόπεδον έχη πρόσωπον ή δύναται διά τακτοποιήσεως ν` αποκτήση τοιούτον επί οδού μη χαρακτηριζομένης μεν εν τω εγκεκριμένω σχεδίω ως κεντρικής αρτηρίας, αλλά σαφώς καθοριζομένης εν αυτώ και εχούσης αφετηρίαν κεντρικήν τινα αρτηρίαν ή αμέσως εφαρμοστέον τι τμήμα του σχεδίου, κατασκευασθείσης δ` επί του εδάφους (δια διαμορφώσεως του καταστρώματος και των πεζοδρομίων εις την κανονικήν στάθμην καθ` όλον το πλάτος της οδού και κατασκευής των κρασπέδων και ρείθρων των πεζοδρομίων) από της ως άνω αφετηρίας μέχρι τουλάχιστον της θέσεως εν ή εκτελεσθήσονται αι εργασίαι δομήσεως. Καί εν τη περιπτώσει ταύτη ισχύουσιν αναλόγως αι διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου ως προς τάς δευτερευούσας οδούς. Εάν ένεκα ελλείψεων του εγκεκριμένου σχεδίου ή αδυνάτου εκτελέσεως κανονικής τακτοποιήσεως των οικοπέδων ή εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας καθίσταται αδύνατος η πραγμάτωσις των ανωτέρω όρων, αι εργασίαι δομήσεως εις τα περί ών η παρούσα παράγραφος τμήματα αποκλείονται.

Αρθρο 14.

1. "Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ωρισμένους όρους και περιορισμούς ως πρός τα εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ` αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθρ. 9. Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται διά Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι` εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως".

2. Εφ` όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις άς θέσεις και καθ` όν τρόπον θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία.

3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ` όσον δε δεν ορίζονται ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ` ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ` επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και ούτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.

4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως πρός τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ., δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.

5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν της ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ` ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων.

Αρθρο 15.

1. Εκαστον των εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένων γηπέδων θεωρείται ως ενιαίον ανήκον εις ένα και τον αυτόν ιδιοκτήτην, πρός χορήγησιν δε της δι` ανέγερσιν οικοδομών επί των γηπέδων τούτων απαιτουμένης κατά το παρόν Δ/μα αδείας, ο αιτών ταύτην οφείλει, πλήν των άλλων, να παρέχη τας δι` υπουργικών αποφάσεων ορισθησομένας εγγυήσεις και εξασφαλίσεις περί της υπάρξεως και τηρήσεως των κατά το προηγούμενον άρθρον δια την εκτέλεσιν των οικοδομικών εργασιών αναγκαίων ειδικών όρων.

Αρθρο 16.

1. Απαγορεύεται οιαδήποτε μεταβίβασις της κυριότητας τμημάτων γής, επιφανείας εκάστου κάτω των χιλίων τετραγωνικών μέτρων, αποτελούντων μέρος συνεχομένων γηπέδων ενός και του αυτού ιδιοκτήτου και κειμένων εντός της κατά το άρθρ. 14 ζώνης. Η απαγόρευσις αύτη της τμηματικής μεταβιβάσεως της κυριότητος ισχύει και ως πρός τα εμβαδού εν όλω κάτω των χιλίων τετραγωνικών μέτρων συνεχόμενα γήπεδα του αυτού ιδιοκτήτου, ών μόνον εν τω συνόλω των αδιαιρέτων επιτρέπεται η μεταβίβασις. Εις τας συμβολαιογραφικάς πράξεις των κατά τα ανωτέρω μεταβιβάσεων δέον να προσαρτάται πάντοτε και διάγραμμα, καθορίζον τα όρια του μεταβιβαζομένου τμήματος εν σχέσει προς τα γειτονικά και το όλον γήπεδον, ούτινος το μεταβιβαζόμενον τμήμα αποτελεί μέρος. Πάσα μεταβίβασις γιγνομένη παρά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι άκυρος

2. Το άρθρον τούτο τεθήσεται εν ισχύϊ δια Β.Δ/τος, παύει δε εκάστοτε αυτοδικαίως η ισχύς αυτού ως πρός τα γήπεδα, εφ` ών επεκτείνεται το σχέδιον της πόλεως, κώμης κλπ., αφ` ής εγκριθή η τοιαύτη επέκτασις

Αρθρο 17.

Η εκτός των ζωνών δόμησις υπόκειται εις περιορισμούς, κανονιζομένους δια Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, αποβλέποντας εις την μη ίδρυσιν συνοικισμών άνευ προηγουμένης εγκρίσεως των σχεδίων αυτών, εξαιρέσει της παρά τας σιδηροδρομικάς και υπό του Κράτους ανεγνωρισμένας αμαξωτάς οδούς δομήσεως, υποκειμένης εις τας σχετικάς διατάξεις δομήσεως εντός των ζωνών περί ής το άρθρ. 14.

Αρθρο 18.

1. Οι ιδιοκτήται των εντός του εγκεκριμένου σχεδίου και της κατά το άρθρ. 14 ζώνης γηπέδων οφείλουσι να λαμβάνωσιν, ιδία δαπάνη και φροντίδι, τα απαιτούμενα μέτρα προς ασφαλή και υπό υγιεινούς όρους απομάκρυνσιν ή αποξήρανσιν των επί των γηπέδων τούτων τυχόν συσσωρευομένων ανθυγιεινών υλών και λιμναζόντων επί βλάβη της δημοσίας υγείας υδάτων.

2. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον εργασίαι δέον να εκτελώνται κατά τρόπον μη προξενούντα οιανδήποτε ζημίαν επί των ιδιοκτησιών και των οδών και λοιπών κοινοχρήστων χώρων. Πάσα τυχόν τοιαύτη ζημία βαρύνει αποκλειστικώς τον ιδιοκτήτην του εξυγιαντέου γηπέδου.

3. Αι ανωτέρω διατάξεις δεν ισχύουσιν εφ` όσον πρόκειται περί περιπτώσεων ανθυγιεινών υλικών κλπ. προερχομένων εκ των κατοικιών και των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, εφ` ών εφαρμόζονται αι σχετικοί περί αυτών ειδικαί διατάξεις.

4. Προκειμένου περί ελών, πρός εξυγίανσιν των οποίων απαιτείται η εκτέλεσις ειδικών υδραυλικών έργων εν μεγάλη κλίμακι, εφαρμόζονται αι περί τούτων σχετικαί διατάξεις, μη ισχύοντος εν τη περιπτώσει ταύτη του παρόντος άρθρου. Πάντως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός είναι αρμόδιος να αποφασίζη, μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εάν συντρέχη ή ου λόγος εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

5. Αι ανωτέρω διατάξεις ισχύουσιν αναλόγως και επί πόλεων,κωμών κλπ. μη εχουσών εγκεκριμένον σχέδιον.

Αρθρο 19.

1. Οι ιδιοκτήται των εντός του εγκεκριμένου σχεδίου περιλαμβανομένων οικοπέδων υποχρεούται να περιφράσσωσι ταύτα, τηρουμένων ως προς τούτο των διά τας εργασίας εν γένει δομήσεως σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος. Η περίφραξις εκτελείται κατ` εφαρμογήν του εγκεκριμένου σχεδίου, αφιεμένων απολύτως ελευθέρων των υπό οδών, πλατειών και λοιπών κατά το σχέδιον κοινοχρήστων χώρων καταλαμβανομένων τμημάτων των οικοπέδων.

2. Επιτρέπεται η περίφραξις των εντός της κατά το άρθρ. 14 ζώνης περιλαμβανομένων γηπέδων, υφ` ούς όρους θέλει καθορίζει εκάστοτε ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός.

Αρθρο 20.

1.Δεν επιτρέπεται οιαδήποτε μεταβίβασις της κυριότητος μέρους ή του όλου γηπέδου, εφ` ού ο ιδιοκτήτης εσχημάτισεν ή ανεγνώρισε σχηματισθέντας τυχόν άνευ της θελήσεώς του κοινοχρήστους χώρους (ιδιωτικάς οδούς και πλατείας, κ.τ.τ.), ή δεν εσχημάτισεν ουδ` ανεγνώρισε μεν τοιούτους, αλλ` επιδιώκει τον σχηματισμόν ή την αναγνώρισίν των δια της τοιαύτης μεταβιβάσεως. Εν τη εννοία του σχηματισμού κοινοχρήστων χώρων περιλαμβάνεται ο καθ` οιονδήποτε τρόπον ιδιωτική πρωτοβουλία ή συμφωνία γινόμενος περιορισμός ή παραίτησις δικαιωμάτων επί των ειρημένων γηπέδων επί τω τέλει αμέσου ή εμμέσου σχηματισμού των εν λόγω χώρων. Πάσα μεταβίβασις της κυριότητος, γινομένη παρά τας ανωτέρω διατάξεις, είναι αυτοδικαίως άκυρος. Η περί ακυρότητος διάταξις αύτη ισχύει και άν ακόμη δεν εγένετο εν επισήμω τινί πράξει σαφής μνεία περί του σχηματισμού των ειρημένων κοινοχρήστων χώρων, αλλ` εμμέσως προκύπτη εκ των γενομένων μεταβιβάσεων ότι αύται εγένοντο επί τω τέλει του τοιούτου σχηματισμού και εν γένει της εφαρμογής ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας

2. Δια τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, κωμών κλπ. γήπεδα επιτρέπεται, εις ωρισμένας προϋποθέσεις και όρους, η παρέκκκλισις από των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου μέχρις οιουδήποτε βαθμού. Τα της παρεκκλίσεως και των προϋποθέσεων και όρων αυτής κανονίζονται δια Β. Δ/των, εκδιδομένων μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων εφ` άπαξ δι` εκάστην πόλιν, κώμην κλπ. ή δι` έκαστον αυτών τμήμα ή και δι` εκάστην ειδικήν περίπτωσιν.

3. Αι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 1 δεν ισχύουσι προκειμένου περί καλλιεργουμένων γηπέδων, κειμένων εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, κωμών κλπ., εφ` ών σχηματίζονται ιδιωτικαί οδοί προς μεταφοράν των προϊόντων, εφ` όσον εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ο σχηματισμός αυτών την μεταφοράν ταύτην μόνον σκοπεί, ουχί δε την εφαρμογήν ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και την βάσει τούτου κατάτμησιν των γηπέδων εις μικρά τμήματα. Επίσης δεν ισχύουσιν αι διατάξεις της αυτής παρ. 1:

α) δια πάσαν περαιτέρω μεταβίβασιν της κυριότητος γηπέδων, ών μετεβιβάσθη ήδη αύτη παρά τας διατάξεις της εν λόγω παραγράφου πρό της ισχύος του παρόντος άρθρου, εφ` όσον δεν επέρχεται αύξησις της επιφανείας των πρό της ισχύος του άρθρου τούτου σχηματισθέντων ιδιωτική πρωτοβουλία κοινοχρήστων χώρων, και

β) ως προς τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων κλπ. γήπεδα, εφ` ώς εσχηματίσθησαν ιδιωτική πρωτοβουλία, προ της ισχύος του παρόντος άρθρου, κοινόχρηστοι χώροι (ιδιωτικαί οδοί κλπ.), εφ` όσον η κυριότης τμημάτων των εν λόγω γηπέδων μετεβιβάσθη ήδη προ της ισχύος του άρθρου τούτου, μετά δε την ισχύν αυτού ουδεμία αύξησις των αρχικώς σχηματισθέντων κοινόχρηστων χώρων έλαβε χώραν.

4. Αρμόδιος όπως αποφανθή δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εάν η μεταβίβασις της κυριότητος επί γηπέδων εγένετο επί τω σκοπώ σχηματισμού επ` αυτού κοινοχρήστων χώρων και εν γένει της εφαρμογής ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή προς απλήν μεταφοράν προϊόντων, εάν επήλθεν ή ου αύξησις της εκτάσεως των κοινοχρήστων τούτων χώρων και οποία η θέσις και έκτασις αυτών και ειδικώτερον πότε υφίσταται περίπτωσις εφαρμογής των εξαιρέσεων α` και β` της προηγουμένης παραγράφου, είναι ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός, όστις αποφαίνεται επί πάντων των ζητημάτων τούτων μετά γνώμην του Συμβουλίου των δημοσίων έργων. Εν περιπτώσει ενστάσεων των ενδιαφερομένων κατά της αποφάσεως του υπουργού, δύναται να αναθεωρήση ούτος την αρχικήν απόφασίν του μόνον εφ` άπαξ. Περίληψις των ανωτέρω αποφάσεων του υπουργού και της σχετικής γνωμοδοτήσεως του συμβουλίου των δημοσίων έργων δημοσιεύεται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

5. Αι διατάξεις του άρθρου τούτου τεθήσονται εν ισχύϊ δια Β.Δ/τος.

Αρθρο 21

"Προκειμένης της μεταβιβάσεως της κυριότητος ακινήτων εν γένει εντός ή εκτός των σχεδίων των πόλεων κλπ. κειμένων, οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται όπως υπομιμνήσκωσιν εις τους αγοραστάς ότι κατά τας περί σχεδίων πόλεων κλπ. διατάξεις, εις ωρισμένας περιπτώσεις απαγορεύεται η εκτέλεσις οικοδομικών εργασιών επί των ακινήτων εν γένει και επιβάλλονται διάφοροι περιορισμοί. Περί της υπομνήσεως ταύτης πρέπει οι συμβολαιογράφοι να ποιώνται σχετικήν μνείαν εν ταις καταρτιζομέναις συμβάσεσιν, η παράλειψις της οποίας ως και της ανωτέρω υπομνήσεως συνεπάγεται την πειθαρχικήν αυτών δίωξιν".

Αρθρο 22. 1. Οι εν τω εγκεκριμένω σχεδίω καθοριζόμενοι κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 υπό στοιχείον α` χώροι, αμέσως από της απαλλοτριώσεως των υπ` αυτών καταλαμβανομένων ακινήτων, καθίστανται αυτοδικαίως κοινόχρηστοι.

Αρθρο 23. 8

1. Απαγορεύεται απολύτως η καθ` οιονδήποτε τρόπον ανέγερσις οικοδομών, περιτοιχισμάτων, φρακτών και εν γένει η εκτέλεσις οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως και οιαδήποτε προσωρινή ή μόνιμος εγκατάστασις: α) Επί των οικοπέδων των περιλαμβανομένων εντός του όλου εγκεκριμένου σχεδίου και καταλαμβανομένων υπό των εν άρθρ. 2 παρ. 1 υπό στοιχ. α` αναφερομένων χώρων, και γενικώς υπέρ ή υπό τους χώρους τούτους.

3. Επί ή υπέρ και υπό την επιφάνειαν των κατά την προηγούμενην παράγραφον χώρων δύνανται να επιτρέπωνται κατ` εξαίρεσιν:

α) εγκαταστάσεις εξυπηρετούσαι κοινάς ανάγκας (οίον αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος, φανοί, σιδηρόδρομοι, κρήναι, επιστολοδόχοι, υπόνομοι, είσοδοι υπογείων σιδηροδρόμων, δενδροφυτείαι, ανδριάντες και καλλιτεχνικά μνημεία κπλ.), ών η τοιαύτη τοποθέτησις καθίσταται αναπόφευκτος δια λόγους τεχνικούς ή ως εκ του σκοπού αυτών, και

β) η προσωρινή τοποθέτησις των φορητών σκευών των πλανοδίων μικρεμπόρων και των καθισμάτων και των τραπεζών των υπαιθρίων κέντρων αναψυχής. Δια Β. Δ/τος κανονισθήσονται ο τρόπος και οι όροι, υφ` ούς δύνανται να επιτρέπωνται εν εκάστη περιπτώσει αι ανωτέρω εν γένει εγκαταστάσεις, δυναμένου δι` ωρισμένας εξ αυτών να επιβάλλωνται εις τους προβαίνοντας εις ταύτας προς ίδιον αυτών όφελος χρηματικών εισφορών υπέρ του Δημοσίου ή των δήμων και κοινοτήτων. Επίσης δύναται να επιτρέπηται εις τους αυτούς ως άνω χώρους η προσωρινή τοποθέτησις οικοδομικών υλικών, μηχανών, ικριωμάτων κλπ. αναγκαιούντων προς εκτέλεσιν εργασιών δομήσεως καθ` όν τρόπον θέλει κανονισθή δυνάμει της παρ. 3 του άρθρ. 9, και η κατασκευή εξοχών επί των κτιρίων (οίον προστεγασμάτων εξωστών, προπυλαίων και ετέρων αρχιτεκτονικών εξοχών) καθ` όν τρόπον θέλει καθορισθή δυνάμει των διατάξεων της παρ. 2 του αυτού άρθρου. Αι υπό της παρούσης παραγράφου επιτρεπόμεναι εν γένει εγκαταστάσεις δεν πρέπει πάντως να επιφέρωσιν οιονδήποτε κώλυμα εις την κίνησιν, τον ελεύθερον φωτισμόν και αερισμόν των κοινοχρήστων χώρων και των πέριξ οικοδομικών, ουδέ να αντίκεινται εις την κοινήν αισθητικήν.

4. Οι εκτελούντες τας κατά την προηγουμένην παράγραφον εγκαταστάσεις και τας εν γένει συναφείς αυταίς εργασίας δέον να λαμβάνωσιν ιδία δαπάνη και φροντίδι πάντα τα απαιτούμενα μέτρα, όπως ουδέν επέρχηται κώλυμα εις την συγκοινωνίαν και ουδεμία ετέρα ζημία εις τους κοινοχρήστους χώρους και τας πέριξ οικοδομάς, μετά δε την εκτέλεσιν των έργων οφείλουσι ν` αποκαθιστώσι τους κοινοχρήστους χώρους εις την προτέραν αυτών κατάστασιν.

Αρθρο 24.

Απαγορεύεται πάσα ριζική επισκευή, μεταρρύθμισις και συμπλήρωσις οικοδομικών ή τμημάτων αυτών αντικειμένων εις τους περιορισμούς υγιεινής και ασφαλείας κλπ. της παρ. 2 του άρθρ. 9 και ιδίως τους προβλεπομένους υπό των εδ. 1, 2, 4, 5, 10. Η απαγόρευσις αύτη ισχύει μόνον ως προς τα αντιβαίνοντα προς τους άνω περιορισμούς μέρη των οικοδομών και μόνον εφ` όσον έτεραι ειδικαί διατάξεις (άρθρ. 43 και 45) του παρόντος δεν ορίζουσιν άλλως, παύει δε ισχύουσα όταν η επισκευή κλπ. σκοπή την προσαρμογήν του κτιρίου προς τους περιορισμούς τούτους. Εξαιρετικώς επιτρέπονται εις τα ανωτέρω αναφερόμενα κτίρια αι δια λόγους υγιεινής και χρησιμοποιήσεως κρινόμεναι αναγκαίαι συνήθεις επουσιώδεις επισκευαί.

Αρθρο 25.

Το άρθρο 25 αντικαταστάθηκε από την παρ. 4 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925,η οποία όμως παράγραφος Καταργήθηκε με το Ν.Δ. της 8/13 της 8/13-8- 1926 χωρίς μνεία περί επανισχύος του τροποποιηθέντος παρόντος άρθρου.

Αρθρο 26.

1. Απαγορεύεται η παρά τας διατάξεις του παρόντος Δ/τος ανέγερσις ή επισκευή οικοδομών και εκτέλεσις οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως και οιωνδήποτε ετέρων εγκαταστάσεων οριστικών ή υφ` οιονδήποτε λόγον προσωρινότητος και επι οιαδήποτε αποζημιώσει και συμβάσει ή υποσχέσει και εγγυήσει του ιδιοκτήτου ή του ανεγείροντος ότι θέλει προβή εις την κατεδάφισιν και άρσιν των τοιούτων έργων οποτεδήποτε διαταχθή προς τούτο.

2.Πάσα άδεια προς εκτέλεσιν των κατά την προηγουμένην παράγραφον έργων, χορηγουμένη επί τη βάσει των εν τη αυτή παραγράφω αναφερομένων όρων ή οιωνδήποτε άλλων, δεν έχει νόμιμον κύρος, ουδέ δημιουργεί υπέρ οιουδήποτε δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου και του Δήμου ή της κοινότητος εν περιπτώσει κατεδαφίσεως και άρσεως των τοιούτων έργων.

3.Το παρόν άρθρον έχει και αναδρομικήν ισχύν ως προς τα εκτελεσθέντα έργα δομήσεως κλπ. παρά τας μέχρι τούδε ισχυούσας διατάξεις.

Αρθρο 27.

1. Η υπό του Δημοσίου διάθεσις των παρά τας πόλεις, κώμας και συνοικισμούς και τας παραλιακάς εν γένει οδούς παρακτίων ή εντός της θαλάσσης χώρων, των μη περιλαμβανομένων εντός του εγκεκριμένου σχεδίου ή της κατά το άρθρ. 14 ζώνης, ή περιλαμβανομένων μεν, αλλ` ων ουδεμίαν προβλέπει το σχέδιον τούτο χρησιμοποίησιν, προς ίδρυσιν κέντρων αναψυχής και εγκατάστασιν λουτρών ή εκτέλεσιν κοινωφελών έργων, γίνεται πάντοτε επί τω όρω εκτελέσεως υπό του αναδόχου ωρισμένων έργων. Εν τη σχετική της ως άνω διαθέσεως συμβάσει καθορίζονται λεπτομερώς τα εκτελεστέα έργα, τα της συντηρήσεως και χρήσεως αυτών, η ελαχίστη δαπάνη εις ήν υποχρεούται να προβή ο ανάδοχος, και η περιφέρεια εντός της οποίας το Δημόσιον δεν θέλει προβή εις την διάθεσιν οιωνδήποτε χώρων προς τον αυτόν σκοπόν.

2. Ο υπουργός της Συγκοινωνίας είναι αρμόδιος όπως, μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, καθορίζη τους κατά την προηγουμένην παράγραφον όρους εκτελέσεως και συντηρήσεως των έργων ως προς τας θέσεις αυτών και την εφ` ής δεν θέλει επιτραπή ετέρα του αυτού σκοπού εγκατάστασις περιφέρειαν.

3. Πάσα σύμβασις προς διάθεσιν των κατά το παρόν άρθρον χώρων, γινομένη παρά τας διατάξεις αυτού, είναι άκυρος και ουδέν υπέρ οιουδήποτε δημιουργεί δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου και του δήμου ή της κοινότητος εις περίπτωσιν κατεδαφίσεως και άρσεως των δυνάμει της τοιαύτης συμβάσεως γενομένων οιωνδήποτε εγκαταστάσεων.

4. Το παρόν άρθρον τίθεται εν ισχύϊ δι` αποφάσεων των υπουργών Συγκοινωνίας και Γεωργίας.

Αρθρο 28.

1. Εις τους ιδιοκτήτας οικοπέδων, κοινά εχόντων όρια, δύναται να επιβάλλωνται αμοιβαίαι υποχρεώσεις ως προς την κατασκευήν, συντήρησιν και χρήσιν κοινών τοίχων ή ετέρων έργων, κειμένων επ` αμφοτέρων των συνορευόντων οικοπέδων. Το είδος των έργων τούτων και αι ανωτέρω σχετικαί υποχρώσεις κανονίζονται δια Β. Δ/των. Πάντως το εκ των τοιούτων υποχρεώσεων βάρος εκάστου ιδιοκτήτου δέον να ορίζεται ανάλογον της εκ των ειρημένων έργων προσγιγνομένης αυτώ ωφελείας. 2. Δια λόγους αισθητικής δύναται ν` απαγορεύεται η δια πάσης φύσεως παγίων ή κινητών, προσωρινών ή οριστικών εγκαταστάσεων κάλυψις των οπωσδήποτε ορατών αρχιτεκτονικών εσοχών, εξοχών και προπυλαίων των κτιρίων και κατάληψις των μεταξύ αυτών κενών, έστω και αν οι χώροι ούτοι εισί κατά εγκεκριμένον σχέδιον οικοδομήσιμοι.

Αρθρο 29.

Απαγορεύεται η ανέγερσις δημοσίων, δημοτικών και κοινής εν γένει ωφελείας κτιρίων επί οικοδομησίμων μεν κατά το εγκεκριμένον σχέδιον οικοπέδων, αλλά μη προοριζομένων υπ`αυτού προς τον σκοπόν τούτον. Μη προβλέποντος του σχεδίου θέσεις δια τα τοιαύτα κτίρια, ή κρινομένων των θέσεων τούτων ακαταλλήλων, επιβάλλεται η προηγουμένη τροποποίησις του σχεδίου προς καθορισμόν των καταλλήλων θέσεων. Μη υπάρχοντος εγκεκριμένου σχεδίου, απαιτείται προς καθορισμόν των ανωτέρω θέσεων η προηγουμένη έγκρισις αυτού, έστω και εις περιωρισμένην περί τας θέσεις ταύτας έκτασιν.



Αρθρο 30.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ`

Απαλλοτριώσεις ακινήτων προς εφαρμογήν των εγκεκριμένων σχεδίων των πόλεων, κωμών κλπ. και εξασφάλισιν της κανονικής αυτών αναπτύξεως και επεκτάσεως.

1. Ο εν τω εγκεκριμένω σχεδίω καθορισμός των εν τη παρ. 1 του άρθρ.2 υπό στοιχεία α`και β` αναφερομένων εν γένει χώρων και οικοπέδων χορηγεί δικαίωμα αναγκαστικής απαλλοτριώσεως λόγω δημοσίας ωφελείας των υπό των χωρών τούτων καταλαμβανομένων ακινήτων.

2. Προκειμένης της αμέσου εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου προς ανέωξιν κεντρικών οδών και πλατειών ή ίδρυσιν αλσών, πρασιών, κήπων κλπ. και προς κατασκευήν εν γένει των εν παρ. 1 του άρθρ. 2 υπό στοιχείον β` αναφερομένων έργων, δύναται δια Β. Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού κατά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, ν`αναγνωρισθή δημοσία ωφελεία προς αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν ακινήτων μη θιγομένων υπό σχεδίου τούτου, κειμένων πέραν των κατά τα ανωτέρω (παρ. 1) υπό του εγκεκριμένου σχεδίου καθοριζομένων ως αναγκαστικώς απαλλοτριωτέων ακινήτων, και περιλαμβανομένων εντός της περί το εν ώ η ως άνω άμεσος εφαρμογή τμήμα ζώνης, εφ` ής προβλέπεται ότι θα εκταθή η εκ της εφαρμογής του σχεδίου επί των ακινήτων ωφέλεια, και η οποία ζώνη καθορίζεται δια του αυτού Δ/τος.

3. Εφ` όσον η κατά την προηγουμένην παράγραφον άμεσος εφαρμογή του σχεδίου συνεπάγεται κατεδάφισιν πολλών χρησιμοποιουμένων οικοπέδων, δύναται ν` αναγνωρισθή δημοσία ωφελεία προς αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν μεμονωμένων οικοδομησίμων γηπέδων επί τω τέλει ανεγέρσεως επί τούτων κτιρίων προς κάλυψιν του εκ της κατά τα ανωτέρω κατεδαφίσεως προκύπτοντος κενού. Ως απαλλοτριωτέα εν τη περιπτώσει ταύτη γήπεδα θεωρούνται τα εφ` ων ουδεμία υφίσταται οικοδομή και τα καταλαμβανόμενα υπό προσωρινού χαρακτήρος παραπηγμάτων και ερειπίων ή και χρησιμοποιήσιμων κτιρίων, ων ο όγκος δεν υπερβαίνει το τέταρτον του όλου οικοδομησίμου όγκου του οικοπέδου. Η αναγνώρισις της προς απαλλοτρίωσιν δημοσίας ωφελείας εκτελείται κατά τα αυτά εν τη ανωτέρω παραγράφω 2 διαλαμβανόμενα η δε αναγκαστική απαλλοτρίωσις ενεργείται μόνον επί τω όρω της επί των απαλλοτριουμένων οικοπέδων ανεγέρσεως οικοδομών, των μεγίστων επιτρεπομένων εν εκάστη περιπτώσει διαστάσεων, εντός προθεσμίας μη δυναμένης να υπερβή την τετραετίαν, αφ` ης το απαλλοτριωθέν ακίνητον αφέθη υπό του τέως ιδιοκτήτου εις την πλήρη διάθεσιν του επισπεύδοντος την απαλλοτρίωσιν. Προς εξασφάλισιν της τηρήσεως του όρου τούτου δέον απαραιτήτως να παρέχωνται εις τον τέως ιδιοκτήτην επαρκείς εγγυήσεις, κατά τα δια Β.Δ/τος λεπτομερώς κανονισθησομένα, και να καταβάλληται αυτώ πάντως, εν περιπτώσει μη τηρήσεως του εν λόγω όρου, και χρηματική ικανοποίησις, κανονιζομένη δια του αυτού Διατάγματος.

Αρθρο 31.

Το άρθρο 31 καταργήθηκε με το εδ. 8 του άρθρ. 6 του Ν. 5269/1931.

Αρθρο 32.

1. Η απαλλοτρίωσις των υπό των εν τη παρ. 1 του άρθρ. 2 υπό στοιχείων α` αναφερομένων χώρων του εγκεκριμένου σχεδίου καταλαμβανομένων ακινήτων ενεργείται κατά τας ακολούθους διατάξεις, δυναμένων να εφαρμόζωνται ως προς τους χώρους, τους προοριζομένους δια κοινοχρήστους κήπους, πρασιάς και άλση, εν όλω ή εν μέρει, και των ειδικών περί συνδυασμώ προς τας ανωτέρω, είτε και αυτοτελώς.

2. Η αρμοδία υπηρεσία, επί τη προσκλήσει των ενδιαφερομένων ή και οίκοθεν ενεργούσα, συντάσσει πράξιν αναλογισμού καθορίζουσαν εν προχείρω κτηματολογικώ διαγράμματι τα απαλλοτριωτέα ακίνητα και τον αναλογισμόν της αποζημιώσεως μεταξύ των υποχρέων. Προς σύνταξιν της πράξεως προσκαλούνται οι φαινόμενοι ιδιοκτήται των απαλλοτριωτέων ακινήτων, ίνα ωρισμένην ημέραν και ώραν παρουσιασθώσιν ενώπιον της υπηρεσίας και υποδείξωσι τα όρια των ιδιοκτησιών των. Εν ανάγκη προσκαλούνται κατά τον αυτόν τρόπον και προς τον αυτόν σκοπόν και οι φαινόμενοι ιδιοκτήται ακινήτων, οίτινες είναι υπόχρεοι δια την αποζημίωσιν των απαλλοτριουμένων.

3. Εν περιπτώσει αδυνάτου δι` οιονδήποτε λόγον συντάξεως της πράξεως,συντάσσεται περί τούτου υπό του επιφορτισθέντος την σύνταξιν αυτήςυπαλλήλου πρωτόκολον, υπογραφόμενον και υπό των φερομένων ως ιδιοκτητών των ακινήτων, άτινα αφορά η πράξις. Εις περίπτωσιν αρνήσεως ή απουσίας τούτων και εις περιπτώσιν αγραμμάτου, το άνω πρωτόκολλον υπογράφεται υπό δύο μαρτύρων, ισχύουσι δε και ως προς τούτο αναλόγως αι διατάξεις των παρ. 1 και 2 του αρθρ. 34.

4. Της πράξεως αναλογισμού δέον γενικώς να προηγήται η κατά το άρθρ. 42 τακτοποίησις των οικοπέδων, βάσει της οποίας θέλει συντάσσεσθαι αύτη, εκτό εάν λόγοι εξαιρετικοί δικαιολογώσι την σύνταξιν πράξεως προ της τακτοποιήσεως. Εις ειδικάς περιπτώσεις και ιδίως οπόταν ο τρόπος αναλογισμού είναι συναφής τη τακτοποιήσει, δύναται δια τε τον αναλογισμόν και την τακτοποίησιν να συντάσσηται κοινή πράξις εφαρμοζομένων εν συνδυασμώ αναλόγως των σχετικών διατάξεων του παρόντος Διατάγματος. 5. Αι λεπτομέρειαι του τρόπου της συντάξεως της πράξεως, τα της προσκλήσεως και προθεσμιών και εν γένει τα της κατά το παρόν άρθρον διαδικασίας κανονίζονται δια Β.Διαταγμάτων.

Αρθρο 33.

1. Εν περιπτώσει κωλύματος δια τον αναλογισμόν της αποζημιώσεως μεταξύ των υποχρέων, προερχομένου εξ οιασδήποτε αμφισβητήσεως των μεταξύ των ιδιοκτητών των προς αποζημίωσιν υποχρέων ορίων ή λόγω αδυνάτου εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας καθορισμού των ορίων τούτων, εφ` όσον τα όρια εκάστης των απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών δύνανται να καθορισθώσι σαφώς, ως προσωρινός υπόχρεως δια την καταβολήν της αποζημιώσεως προς τους δικαιούχους θεωρείται ο επισπεύδων την απαλλοτρίωσιν, η δε σχετική πράξις συντάσσεται, παραλειπομένου του κατά το προηγούμενον άρθρο αναλογισμού. Μετά την δημοσίευσιν της κατά το άρθρ. 34 παρ. 3 αποφάσεως του προέδρου, ο επισπεύδων δικαιούται να απαιτήσει κατά το αναλογούν την πληρωμήν της εν λόγω αποζημιώσεως παρ` εκάστου των πραγματικών υποχρέων. Οι εξ αυτών έχοντες ακαθόριστα προς αλλήλους όρια ιδιοκτησίας ενέχονται αδιακρίτως εφ` ολοκλήρου της εις βάρος αυτών καταβληθείσης αποζημιώσεως υπό του επισπεύδοντος, έχοντας εν τοιούτη περιπτώσει δυνάμει της κατά τα ανωτέρω αποφάσεως του προέδρου τίτλον εγγραφής προσημειώσεως, εκτός της άλλης περιουσίας, και επί του όλου αδιακρίτως ακινήτου του αποτελουμένου εκ των καθ` έκαστα ως άνω ακινήτων των εχόντων ακαθόριστα όρια ιδιοκτησίας. Εάν μετά την υπό επισπεύδοντος καταβολήν της αποζημιώσεως καθορισθώσι μεν οριστικώς τα όρια ιδιοκτησίας μεταξύ των υποχρέων,δεν στέργωσιν όμως ούτοι εις την γιγνομένην υπό του επισπεύδοντος κατανομήν των προς αποζημίωσιν τούτου υποχρεώσεών των, τότε συμπληρούται η αρχικώς συνταχθείσα πράξις δια του αναλογισμού, βάσει του οποίου ο πρόεδρος των πρωτοδικών κανονίζει την κατανομήν της αποζημιώσεως, ακολουθουμένης αναλόγως της κατά το άρθρ. 34 παρ. 3 διαδικασίας.

2. Εάν ο καθορισμός των μεταξύ των απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών ορίων καθίσταται δι` οιονδήποτε λόγον αδύνατος, η σύνταξις της πράξεως αναβάλλεται μέχρις ου καθορισθώσι προηγουμένως ταύτα. Εν τούτοις εις ειδικάς περιπτώσεις, και ιδίως οσάκις πρόκειται περί αμέσου ανάγκης καταλήψεως κτιρίων και ετέρων ακινήτων προς διάνοιξιν οδών, πλατειών κλπ. και εν γένει προς εφαρμογήν του σχεδίου, επί μεγάλων εκτάσεων, δύναται να συντάσσηται η πράξις, οριζομένων εν αυτή υπό της αρμοδίας τεχνικής υπηρεσίας προσωρινώς των μεταξύ των απαλλοτριωτέων ακινήτων ορίων εκ πληροφοριών. Εν τη περιπτώσει ταύτη κατατίθεται υφ` εκάστου υποχρέου εις το αρμόδιον ταμείον το αναλογούν αυτώ μέρος της κατά το άρθρ. 26 κανονιζομένης αποζημιώσεως, το δε ολικόν δι` άπαντα τα απαλλοτριωτέα ακίνητα ποσόν αυτής κατανέμεται μεταξύ των δικαιούχων ιδία αυτών φροντίδα μετά τον οριστικόν καθορισμόν των ειρημένων ορίων.

3. Εάν ο καθορισμός των ορίων μεταξύ των απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών και των ιδιοκτησιών των προς αποζημίωσιν υποχρέων των ουδόλως ή εν μέρει απαλλοτριωτέων καθίσταται εξ οιασδήποτε αιτίας αδύνατος, η δε απαλλοτρίωσις είναι επείγουσα, η πράξις συντάσσεται οριζομένων προσωρινώς υπό της αρμόδιας τεχνικής υπηρεσίας των εν λόγω ορίων εκ πληροφοριών. Εις την περίπτωσιν ταύτην η κατά το άρθρ. 26 κανονιζομένη αποζημίωσις κατατίθεται υπό του υποχρέου εις το αρμόδιον ταμείον και παραλαμβάνεται υπό του δικαιούχου μετά τον οριστικόν καθορισμόν των ειρημένων ορίων και την εκκαθάρισιν πάσης εκ του καθορισμού τούτου προκυπτούσης τυχόν εις βάρος του δικαιούχου διαφοράς.

4. Εάν υπάρχει σύμπτωσις των εν ταις ανωτέρω παραγράφοις του παρόντος άρθρου αναφερομένων περιπτώσεων, η δε πραγμάτωσις της απαλλοτριώσεως επείγη, εφαρμόζονται εν συνδυασμώ αναλόγως αι σχετικαί αυτών διατάξεις.

5. Δια Β.Δ/τος θα κανονισθή τις θεωρείται ως επισπεύδων εν εκάστη περιπτώσει προς εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Αρθρο 34.

1. Η κατά το άρθρ. 32 πράξις εκτίθεται επί ωρισμένον χρόνον εις τα γραφεία της συντασσούσης ταύτην υπηρεσίας, ίνα λάβωσιν αυτής γνώσιν οι ενδιαφερόμενοι, ειδοποιούμενοι περί τούτου δια προσκλήσεως.

2. Οι ενιστάμενοι κατά της πράξεως δύνανται, εντός οριζομένης εκάστοτε ανατρεπτικής προθεσμίας, να υποβάλωσι τας ενστάσεις των εις το υπουργείον της Συγκοινωνίας. Ο υπουργός της Συγκοινωνίας, εις ον πάντως υποβάλλεται η συνταχθείσα πράξις, αποφαίνεται αμετακλήτως επί ταύτης και των τυχόν κατ` αυτής ενστάσεων, είτε κυρών, είτε ακυρών αυτήν και διατάσσων εν τη δευτέρα ταύτη περιπτώσει την ανασύνταξίν της.

3. Η περί κυρώσεως της πράξεως οριστική απόφασις του υπουργού κοινοποιείται εις την αρμοδίαν υπηρεσίαν, ήτις εντός δέκα ημερών από της κοινοποιήσεως προσκαλεί τους ενδιαφερομένους ίνα λάβωσι γνώσιν της αποφάσεως ταύτης και αντίγραφον αυτής. Οι αξιούντες δικαίωμα κυριότητος επί των εις ά αφορά η κυρωθείσα πράξις απαλλοτριωτέων ακινήτων δέον να προσφύγωσιν εις τον αρμόδιον πρόεδρον των πρωτοδικών και να ζητήσωσι, δυνάμει της ειρημένης πράξεως, τον υπό τούτου προσωρινόν καθορισμόν της καταβλητέας αποζημιώσεως, όστις εκτελείται κατά την διαδικασίαν του νόμου ΓπΝΑ`, ως ηρμηνεύθη και ετροποποιήθη ούτος δια μεταγενεστέρων διατάξεων. Εν πάση περιπτώσει τον κατά τα ανωτέρω προσωρινόν καθορισμόν της καταβλητέας αποζημιώσεως δύναται να επισπεύσει το Δημόσιον δια της αρμοδίας τεχνικής υπηρεσίας, ο οικείος δήμος ή κοινότης και παν έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον ενδιαφερόμενον δια την εφαρμογή του σχεδίου.

4. Τα της κατά το παρόν άρθρον εκθέσεως της πράξεως των προσκλήσεων, των ενστάσεων, των σχετικών προθεσμιών και της υπουργικής αποφάσεως, ως και πάσα ετέρα αυτού λεπτομέρεια, κανονίζονται δια Β. Διαταγμάτων.

5. Εν επειγούση ανάγκη κατά την διαδικασίαν προς προσωρινόν καθορισμόν της αποζημιώσεως (παρ. 3) αποκλείεται η κατά το άρθρ. 635 της Πολιτικής Δικονομίας παραπομπή εις το Πρωτοδικείον, αι μαρτυρικαί αποδείξεις και η πραγματογνωσύνη, του προέδρου των πρωτοδικών οφείλοντος να εκδίδη την σχετικής απόφασίν του εντός δεκαπέντε ημερών από της εις τούτον υποβολής της προς καθορισμόν της εν λόγω αποζημιώσεως αιτήσεως. Το επείγον της ανάγκης αναγνωρίζει ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός δι` αποφάσεώς του. Εν τη ανωτέρω περιπτώσει την πράξιν αναλογισμού δεον να συνοδεύει έκθεσις εκτιμήσεως της αξίας των απαλλοτριωτέων ακινήτων, καταρτιζόμενη καθ` ον θέλει ορίζει ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός, ήτις συνυποβαλλομένη μετά των λοιπών στοιχείων εις τον πρόεδρον των πρωτοδικών είναι συμβουλευτική δι` αυτόν. Κατά την περί ής η παρούσα πράγραφος σύντομον διαδικασίαν αποκλείεται πάσα υφ`οιωνδήποτε διατάξεων απαιτουμένη προυγουμένη εξακρίβωσις και βεβαίωσις των επί του απολλοτριωτέου ακινήτου βαρών και οιωνδήποτε μεταβολών.



Αρθρο 35.

1. Οι αξιούντες δικαίωμα κυριότητος επί των απαλλοτριωτέων ακινήτων οφείλουσι να διεκδικήσωσι δια παντός νομίμου μέσου την παρά των υποχρέων καταβολήν της κατά το προηγούμενον άρθρον υπό του προέδρου ορισθείσης προθεσμίας αποζημιώσεως, έχοντες δυνάμει της κατά τον ν. ΓπΝΑ` σχετικής αποφάσεως του προέδρου τίτλον εγγραφής προσημειώσεως επί της ακινήτου περιουσίας των υποχρέων και γενικώτερον τα αυτά εν παρ. 1 του άρθρ. 33 οριζόμενα δια τον επισπεύδοντα δικαιώματα.

Αρθρο 36.

Το άρθρο 36 Καταργήθηκε με το εδ. 8 του άρθρ. 6 του Ν.5269/1931.

Αρθρο 37.

1. Δια την απαλλοτρίωσιν των ακινήτων των καταλαμβανομένων υπό των εν άρθρ. 2 παρ. 1 υπό στοιχείον β` αναφερομένων χώρων εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία των άρθρ. 32 και 34. 2.

2.Η παρ. 2 Καταργήθηκε με το εδ. 8 του άρθρ. 6 του Ν. 5269/1931.

3.Τα κατά το παρόν άρθρον απαλλοτριούμενα ακίνητα από της απαλλοτριώσεώς των περιέρχονται εις την κυριότητα των εκτελούντων τα υπό του εγκεκριμένου σχεδίου προβλεπόμενα επί των ανωτέρω χώρων κτίρια και λοιπά κοινωφελή έργα προσώπων. Εν πάση περιπτώσει απαγορεύεται απολύτως η διάθεσις των απαλλοτριωθέντων τούτων ακινήτων προς σκοπούς διαφόρους των δι` ούς προωρίσθησαν υπό του εγκεκριμένου σχεδίου οι καταλαμβάνοντες τούτα χώροι.

Αρθρο 38.

1. Δια την απαλλοτρίωσιν των κατά την παρ. 2 του άρθρου 30 απαλλοτριωτέων ακινήτων εφαρμόζονται αναλόγως ως προς τε την διαδικασίαν και τον υπολογισμόν της αποζημιώσεως αι σχετικαί διατάξεις του άρθρ. 37.

2. Τα κατά την προηγούμενην παράγραφον ακίνητα δύνανται ν` απαλλοτριώνται μόνον υπέρ του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των εχόντων μεταξύ των άλλων αποστολήν την εφαρμογήν των σχεδίων των πόλεων, κωμών κλπ. και τον εξωραϊσμόν αυτών, διατίθενται δε υπό των προσώπων τούτων, εις την κυριότητα των οποίων περιέχονται από της απαλλοτριώσεως των, καθ` ον τρόπον και υφ` ους όρους θέλει εκάστοτε κανονίζει το υπό της παρ. 2 του άρθρ. 30 προβλεπόμενον Β.Δ/μα. Πάντως τα εκ των ακινήτων τούτων προερχόμενα οιαδήποτε κέρδη διατίθενται αποκλειστικώς και μόνο προς κάλυψιν των δια την εφαρμογήν του σχεδίου και τον εξωραϊσμόν της εν ή ταύτα κείνται πόλεως κλπ. απαιτουμένων δαπανών.

3. Αι ανωτέρω διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουσιν αναλόγως και δια τα κατά την παρ. 3 του άρθρ. 30 απαλλοτριωτέα ακίνητα, τηρουμένων απαραιτήτως των εν τη παραγράφω ταύτη αναφερομένων όρων.

Αρθρο 39.

1. Δια Β.Δ/των, εκδιδομένων προτάσει του επί της Συγκοινωνίας υπουργού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, δύναται ν` αναγνωρισθή δημοσία ωφέλεια προς αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν ακινήτων περιλαμβανομένων εντός των κατά το άρθρ. 2 μη αμέσως εφαρμοστέων τμημάτων του εγκεκριμένου σχεδίου ή εντός της κατά το άρθρ. 14 ζώνης, επί τω τέλει εξασφαλίσεως της κανονικής αναπτύξεως και επεκτάσεως των πόλεως, κωμών κλπ.

2. Δια την κατά την προηγουμένην παράγραφον απαλλοτρίωσιν εφαρμόζονται αναλόγως ως προς τε την διαδικασίαν και τον υπολογισμόν της αποζημιώσεως αι διατάξεις του άρθρ. 37.

3. Τα περί ων η παρ. 1 του παρόντος άρθρου ακίνητα δύνανται ν` απαλλοτριώνται μόνον υπέρ του Δημοσίου, των Δήμων και κοινοτήτων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των εχόντων μεταξύ των άλλων αποστολήν την εφαρμογήν των σχεδίων των πόλεων κλπ. και τον εξωραϊσμόν αυτών. Τα κατά το παρόν άρθρον απαλλοτριούμενα ακίνητα, από της απαλλοτριώσεώς των περιέρχονται εις την κυριότητα των υπέρ ων η απαλλοτρίωσις προσώπων και διατίθενται καθ` ον τρόπον θέλει κανονίζει εις εκάστην περίπτωσιν Β. Διάταγμα. Πάντως αποκλείεται οιαδήποτε εκμετάλλευσις των ανωτέρω ακινήτων παρά τας διατάξεις του παρόντος Νομοθετικού Δ/τος, ως και οιαδήποτε εκποίησις τούτων πριν ή επεκταθή και καταστή αμέσως εφαρμοστέον επ`αυτών το σχέδιον της πόλεως, κώμης κλπ.

5. Η εκποίησις των ως άνω ακινήτων εκτελείται μετά προηγουμένην διαίρεσιν των απαλλοτριωθέντων γηπέδων εις οικόπεδα βάσει του εφαρμοσθέντος σχεδίου της πόλεως. Τα του χρόνου και του τρόπου της εκποιήσεως, του καθορισμού της ελάχιστης τιμής εκποιήσεως της καταβολής του τιμήματος, πάντων των λοιπών όρων της εκποιήσεως και των πρασχεθησομένων εγγυήσεων προς τήρησιν των όρων τούτων κανονίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια του κατά την προηγουμένην παράγραφον Β.Δ/τος, προκειμένου δε περί εκποιήσεως προς σύστασιν εργατικών συνοικισμών η τιμή εκποιήσεως δεν δύναται να υπερβαίνη τας αναλογούσας εν γένει δαπάνας απαλλοτριώσεως και η εκποίησις δέον να εκτελήται υπό όρους ανεγέρσεως ωρισμένου είδους κτιρίων εφ`εκάστου εκποιουμένου οικοπέδου εντός ωρισμένης προθεσμίας και μη μεταβιβάσεως της κυριότητος των εκποιουμένων δια πράξεως εν ζωή εξαιρέσει της προικός δι` ωρισμένην χρονικήν περίοδον.

6. Τα εκ της διαθέσεως των κατά το παρόν άρθρον απαλλοτριουμένων ακινήτων τυχόν προκύπτοντα οιαδήποτε κέρδη διατίθενται αποκλειστικώς και μόνον προς κάλυψιν των προς εξωραϊσμόν της πόλεως, κώμης κλπ. και εφαρμογήν του σχεδίου αυτής απαιτουμένων δαπανών.

7. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δύνανται να εφαρμόζωνται αναλόγως και ως προς τα ακίνητα, τα κείμενα εντός των ζωνών των πόλεων, κωμών κλπ., των μή εχουσών εγκεκριμένον σχέδιον.

Αρθρο 40.

1. Δύναται ν`αναγνωρισθή δημοσία ωφέλεια προς αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν ακινήτων περιλαμβανομένων είτε ενός των εν τω προηγουμένω άρθρου (παρ. 1) αναφερομένων περιοχών , είτε εκτός τούτων (ήτοι εντός των αμέσως εφαρμοστέων τμημάτων των σχεδίων ή πέραν των ζωνών) και εν γένει εντός ή εκτός οιασδήποτε πόλεως, κώμης κλπ., επί τω σκοπώ ανεγέρσεως οικοδομών και γενικώτερον ιδρύσεως πλήρων συνοικισμών, όταν εξαιρετική ανάγκη επιβάλλη τούτο (οίον εγκαταστάσεις προσφύγων ή αστέγων λόγω σεισμού, πλημμύρας ή ετέρας θεομηνίας, κρίσης της κατοικίας εξ οιουδήποτε λόγου κλπ.). Η δημοσία ωφέλεια δια τας ως άνω απαλλοτριώσεις αναγνωρίζεται μετ`απόφασιν του υπουργικού συμβουλίου δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του αρμοδίου δια τας εργασίας στεγάσεως υπουργού και του υπουργού της Συγκοινωνίας. Εν τη περιπτώσει ταυτη η απαλλοτρίωσις περιορίζεται πάντως εις γήπεδα διατελούντα υφ`ούς όρους και τα εν παρ. 3 του άρθρ. 30 χαρακτηριζόμενα ως απαλλοτριωτέα, εφαρμοζομένου αναλόγως ως προς την διαδικασίαν και τον υπολογισμόν της αποζημιώσεως του άρθρ. 37.

2. Τα περί ων η προηγουμένη παράγραφος ακίνητα, μετά την απαλλοτρίωσίν των διαιρούνται εις οικόπεδα βάσει του σχεδίου της πόλεως, κώμης κλπ. (εν ελλείψει σχεδίου εππιβαλλομένης αμέσως της συντάξεως και εγκρίσεως τοιούτου), τα οποία παραχωρούνται προς τους πρόσφυγας και λοιπούς, υπέρ της εγκαταστάσεως των οποίων εγένετο η απαλλοτρίωσις. Η κατά τα ανωτέρω υποδιαίρεσις εις οικόπεδα υπόκειται εις την έγκρισιν του επί της Συγκοινωνίας υπουργού δυναμένου να τροποποιή ταύτην μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων.

3. Ο τρόπος της παραχωρήσεως των άνω οικοπέδων (δυναμένης να εκτελήται και απ`ευθείας ή δια κληρώσεως ή οπωσδήποτε άλλως), το καταβλητέον τίμημα και ο τρόπος της καταβολής αυτού, πας έτερος της παραχωρήσεως ταύτης όρος και αι προς τήρησιν των όρων παραχωρήσεως παρασχεθησόμεναι εγγυήσεις κανονίζονται δια των ανωτέρω αναφερομένων Β.Δ/των. Πάντως το καταβλητέον τίμημα δεν δύναται να υπερβαίνη τας εν γένει δαπάνας απαλλοτριώσεως, η δε παραχώρησις γίνεται υπό τον όρον ανεγέρσεως επί του παραχωρουμένου ωρισμένου είδους οικοδομής εντός ωρισμένης προθεσμίας και μη μεταβιβάσεως της κυριότητος του παραχωρηθέντος επί ωρισμένης χρονικήν περίοδον.

4. Αι κατά το παρόν άρθρον απαλλοτριώσεις δύνανται να εκτελώνται υπέρ του Δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ων η αποστολή συμπίπτει με τους εν τη ανωτέρω παρ. 1 αναφερομένους σκοπούς της απαλλοτριώσεως. Τα ανωτέρω πρόσωπα υποχρεούνται να διαθέτωσιν αμέσως τα απαλλοτριωθέντα υπέρ αυτών ακίνητα συμφώνως ταις ανωτέρω διατάξεσιν.

5. Αι αυταί ως άνω απαλλοτριώσεις δύνανται να εκτελώνται και υπέρ οιουδήποτε ετέρου νομικού ή και φυσικού προσώπου, παρέχοντος επαρκείς εγγυήσεις περί της εκπληρώσεως του σκοπού της απαλλοτριώσεως. Εάν υπαρχούσης εν τη πόλει ή κώμη κλπ. ανάγκης νέων κτιρίων η απαλλοτρίωσις ενεργείται επί τω τέλει ανεγέρσεως και εκμεταλλεύσεως οικοδομών επί των απαλλοτριωμένων γηπέδων υπό ωρισμένου επιχειρηματίου, η εις τούτον παραχώρησις των απαλλοτριουμένων γίνεται υπό ειδικούς όρους κανονιζομένους μετ` απόφασιν του υπουργικού συμβουλίου δια του εν παρ. 1 του παρόντος άρθρου αναφερομένου Β.Δ./τος και εξασφαλίζοντας απαραιτήτως, πλην των άλλων, την ταχείαν ανέγερσιν κτιρίων ωρισμένων ελαχίστων διαστάσεων και ετέρων γενικής φύσεως έργων (οδών κλπ.), παρεχομένης πάντως της αναλόγου προς τήρησιν των όρων τούτων εγγυήσεως. Εν τη περιπτώσει ταύτη επιτρέπεται παρέκκλισις μέχρις οιουδήποτε βαθμού από των περιορισμών της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ως προς το μέγιστον του καταβλητέου τιμήματος και της μη μεταβιβάσεως της κυριότητος.

Αρθρ.41.

1. Δια την συγκέντρωσιν των περί ών το άρθρ. 12 κτιρίων εις τα δι`αυτά κατά το ίδιον άρθρον προοριζόμενα τμήματα, δύναται ν` απαλλοτριώνται αναγκαστικώς υπό ωρισμένους όρους, εξασφαλίζοντας την συγκέντρωσιν ταύτην υπέρ των ανεγειρόντων τα κτίρια βιομηχάνων, τα απαιτούμενα ακίνητα. Η ανάγκη της απαλλοτριώσεως αναγνωρίζεται εκάστοτε δια Β.Δ/τος, εκδικομένου προτάσει των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Συγκοινωνίας, κανονιζομένων άμα δια του αυτού Δ/τος και πάντων των όρων της απαλλοτριώσεως, οίτινες θέλουσιν εξασφαλίσει την πραγμάτωσιν του σκοπού αυτής.

2. Δια τας περί ων το παρόν άρθρον απαλλοτριώσεις η καταβλητέα αποζημίωσις υπολογίζεται επί τη βάσει της μέσης αξίας του ακινήτου κατά την προ της απαλλοτριώσεως τελευταίαν τριετίαν, κατά τα λοιπά δε εφαρμόζονται αι διατάξεις του ν. ΓπΝΑ`, ως ηρμηνεύθη και ετροποποιήθη ούτος δι` ετέρων μεταγενεστέρων διατάξεων.

3. Αποκλείεται η μονομερής εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου προς εξυπηρέτησιν ωρισμένων μόνον βιομηχανικών εγκαταστάσεων, της κατά τα ανωτέρω αναγκαστική απαλλοτρίωσεως εφαρμοζομένης μόνο δια την συμφώνως τω εγκεκριμένω σχεδίω εν τη αυτή περιοχή συγκέντρωσιν απασών των εν τη πόλει, κώμη κλπ. υφισταμένων εγκαταστάσεων της αυτής φύσεως, εφ` όσον δε δεν υπάρχουσι πλειότεραι της μιας τοιαύται εγκαταστάσεις, η εν λόγω αναγκαστική απαλλοτρίωσις επιτρέπεται, εάν αι διαφόρου φύσεως εγκαταστάσεις, εις την συγκέντρωσιν των οποίων αποβλέπει αυτή, δεν είναι ολογώτεραι των δέκα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ`

Τακτοποίησις οικοπέδων

Αρθρο 42. 9

1. Προ πάσης ανεγέρσεως οιασδήποτε οικοδομής και εν γένει εκτελέσεως οιωνδήποτε εγκαταστάσεων κατά τας υπό των άρθρ. 13, 14 και 17 προβλεπομένας περιπτώσεις απαιτείται τακτοποίησις του εφ` ου εκτελεσθήσονται τα έργα οικοπέδου.

2. Η τακτοποίησις των οικοπέδων ενεργείται μεταβαλλομένων εν ανάγκη αυτών κατά την θέσιν, το σχήμα και το μέγεθος, ούτως ώστε έκαστον τούτων ν` αποκτήση διάταξιν ανταποκρινομένην πληρέστερον εις τα ανάγκας και τον σκοπόν της χρησιμοποιήσεως αυτού τε και του συνόλου των εν τη αυτή πόλει, κώμη κλπ. ή απλώς των εν τη αυτή περιοχή κειμένων και υπό κοινών διατάξεων διεπομένων οικοδομησίμων οικοπέδων. Κατά την τακτοποίησιν ταύτην αποκλείεται οιαδήποτε μεταβολή των υπό οικοδομών καταλαμβανομένων τμημάτων των τακτοποιητέων οικοπέδων. Εν τη εννοία των οικοδομών δεν περιλαμβάνονται εγκαταστάσεις κινηταί, φρέατα, περιτοιχίσματα, υπόστεγα προσωρινού χαρακτήρος, παραπήγματα κλπ. και ετοιμόρροπα μέρη κτιρίων, μη επιδεχόμενα είτε λόγω της κατάστάσεώς των, είτε ως εκ της εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 24, επισκευή άνευ προηγουμένου κατεδαφίσεως, ως η παρουσία δεν παρακωλύει την τακτοποίησιν.

3. Δια Β.Δ/των κανονισθήσεται ο τρόπος, η φύσις και η έκτασις της τακτοποήσεως εις εκάστην περίπτωσιν. Πάντως αρμοδία όπως κρίνη περί της ανάγκης και του δυνατού της τακτοποιήσεως, ως και περί της εννοίας των αποκλειουσών ταύτην οικοδομών είναι η επί της εφαρμογής του παρόντος Δ/τος τεχνιτή υπηρεσία του υπουργείου Συγκοινωνίας, ής αι σχετικαί αποφάσεις υπόκεινται εις την έγκρισιν του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, δυναμένου να αναθεωρή ταύτας.

Αρθρο 43

1. Παν οικόπεδον, ούτινος το μετά την ρυμοτομίαν υπολειπόμενον τμήμα δεν έχει τουλάχιστον το κατά το παρόν Ν.Δ/γμα οριζόμενον εμβαδόν ή έχη μεν τούτο, αλλά στερήται των κατά το αυτό Δ/γμα απαιτουμένων ελαχίστων διαστάσεων, ή καίτοι από απόψεως εμβαδού και διαστάσεων ευρίσκεται εν τάξει, δεν κέκτηται την κατάλληλον θέσιν (στερήται προσώπου επί οδού), η δε τακτοποίησις του κατ` αμφοτέρας τα τελευταίας περιπτώσεις καθίσταται ανεφίκτος, θεωρείται μη οικοδομήσιμον και αφαιρούμενον αναγκαστικώς από του ιδιοκτήτου προσκυρούται εις τι των γειτονικών οικοδομησίμων οικοπέδων, ίνα αποτελέση μετ`αυτού ενιαίον οικόπεδον. Εάν παράκεινται πλειότερα του ενός τοιαύτα οικόπεδα, τα μεν εξ αυτών προσκυρούνται εις τα δε, ή και άπαντα συνενούνται προς άλληλα προς σχηματισμόν ενός ή πλειόνων οικοδομησίμων οικοπέδων. Επιτρέπεται κατά τας ανωτέρω περιπτώσεις η προσκύρωσις ενός μη οικοδομησίμου οικοπέδου εις έτερα πλειότερα μετά πρηγούμενον αυτών τεμαχισμόν. (Προσκυρωτέα κατά τας ανωτέρω διατάξεις θεωρούνται και τμήματα οικοδομησίμων οικοπέδων του αυτού ιδιοκτήτου, μη επιδεχομενων εν των συνόλω των τακτοποίησιν λόγω υπάρξεως οικοδομών, εφ όσον ταύτα έχουσιν επιφάνειαν και διαστάσεις κατωτέρα ωρισμένου ορίου, αποκλειομένης της προσκυρώσεως αυτών, εάν ο ιδιοκτήτης αναγνωρίση επί τούτων υπέρ των μεθ`ων συνορεύουσιν ακινήτων δουλείαν φωτός και αέρος. Αι ως άνω διατάξεις και αι λεπτομέρειαι και όροι της δουλείας κανονισθήσονται δια Δ/τος εκδοθησομένου εφ`άπαξ).

2. Η κατά τα ανωτέρω αναγκαστική απαλλοτρίωσις και προσκύρωσις των μη οικοδομησίμων οικοπέδων αποκλείεται εφ`όσον επί τούτων υπάρχουσιν οικοδομαί, ως προς την έννοιαν των οποίων ισχύουσιν αι σχετικαί διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 42.

Το τελευταίον εδάφιον της παρ. 2 Καταργήθηκε με το Ν.Δ. 2/9 Αυγ.1927 "περί κυρώσεως του Ν.Δ. 27 Φεβρ. 1926".

3. Η παρ.3 καταργήθηκε με το Ν.Δ. 2/9 Αυγ. 1927 "περί κυρώσεως του Ν.Δ. 27 Φεβρ. 1926".

4. Η παρ. 4 καταργήθηκε με το Ν.Δ. 2/9 Αυγ. 1927 "περί κυρώσεως του Ν.Δ. 27 Φεβρ. 1926".

5. Οικόπεδα, αποκλειόμενα πανταχόθεν από των οδών του εγκεκριμένου σχεδίου και μή δυνάμενα δια τακτοποιήσεως ν`αποκτήσωσι το απαιτούμενον πρόσωπον επ`αυτών, δύνανται να θεωρώνται οικοδομήσιμα υπό ωρισμένας προϋποθέσεις και ειδικούς όρούς ως προς την ανέγερσιν απ`αυτών κτιρίων κανονιζομένας δι`αποφάσεως του υπουργού της Συγκοινωνίας.

6. Προ πάσης συντάξεως των κατά τα ανωτέρω πράξεων προσκυρώσεως, η αρμόδια τεχνική υπηρεσία οφείλει να ειδοποιή δια προσκλήσεώς της τους ενδιαφερομένους όπως εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της πρόσκλήσεως διακανονίσωσι τα της προσκυρώσεως δι` ιδιωτικών μεταξύ των συμφωνιών, εν περιπτώσει δε παρελεύσεως της προθεσμίας ταύτης απράκτου, προβαίνει η ιδία εις τας εν τοις εφεξής καθοριζομένας ενεργείας.

7. Με την παρ. 7 τροποποιούνται η παρ. 2 του άρθρ. 74 και αι παρ. 1 και 3 του άρθρ. 75 του Ν.Δ. 17 Ιουλ. 1923.

8. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δύνανται να επεκταθώσι δια διατάγματος και δι` απάσας τας πόλεις του Κράτους.

Αρθρο 44

Βλέπε προηγούμενο άρθρο 43 εφ` όσον τα άρθρα 43-45 αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο 4 Ν.Δ.2 Φεβρ./30 Μαρτ. 1926 "περί τροποποιήσεως των περί σχεδίου πόλεως Θεσ/κης διατάξεων", οι οποίες επεκτάθηκαν σε όλες τις πόλεις και κώμας του Κράτους (Π.Δ. 18/20 Μαρτ.1926).

Βλ. άρθρ.6 παρ.3 Ν. 651/1977 με το οποίο θεσπίζεται εξαίρεση της εφαρμογής των άρθρ. 43-45.

Αρθρο 45

Βλέπε προηγούμενο άρθρο 43 εφ` όσον τα άρθρα 43-45 αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο 4 Ν.Δ.2 Φεβρ./30 Μαρτ. 1926 "περί τροποποιήσεως των περί σχεδίου πόλεως Θεσ/κης διατάξεων", οι οποίες επεκτάθηκαν σε όλες τις πόλεις και κώμας του Κράτους (Π.Δ. 18/20 Μαρτ.1926). Βλ. άρθρ.6 παρ.3 Ν. 651/1977 με το οποίο θεσπίζεται εξαίρεση της εφαρμογής των άρθρ. 43-45.

Αρθρ. 46.

1. Αι κατά τα ανωτέρω τακτοποιήσεις και προσκυρώσεις ενεργούνται δια πράξεως της αρμοδίας υπηρεσίας επί τη προσκλήσει των ενδιαφερομένων ή και οίκοθεν ενεργούσης. Εν τη πράξει ταύτη καθορίζονται δια προχείρου κτηματολογικού διαγράμματος άπαντα τα εκ της τακτοποιήσεως ή προσκυρώσεως υφιστάμενα οιασδήποτε μεταβολάς ακίνητα και τοιαύται μεταβολαί.

2. Ως προς τας προσκλήσεις των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών, την προς αυτούς κοινοποίησιν της κυρωθείσης πράξεως, την υπο τούτων υποβολήν κατά της πράξεως,και των ενστάσεων και την επι τε της πράξεως και των ενστάσεων εφαρμόζονται αναλόγως αι σχετικαί διατάξεις των άρθρ. 32 και 34.

3. Εν περιπτώσει αδυνάτου δι` οιονδήποτε λόγον συντάξεως της πράξεως εφαρμόζεται η διάταξις της παρ. 3 του άρθρ. 32 αναφερομένου ρητώς εν τω σχετικώ πρωτοκόλλω αν το αδύνατον οφείλεται εις τας διατάξεις του άρθρ. 43.

4. Εαν η εξακρίβωσις των μεταξύ των τακτοποιητέων ή προσκυρωτέων ιδιοκτησιών ορίων καθίσταται δι`οιονδήποτε λόγον αδύνατος, η σύνταξις της πράξεως αναβάλλεται μέχρις οριστικού καθορισμού αυτών, φροντίδι των ενδιαφερομένων. Λόγω εξαιρετικής ανάγκης δύναται να συνταχθή και εν τη περίπτωση ταύτη πράξις, καθοριζομένων προσωρινώς υπό της υπηρεσίας των ακαθορίστων ορίων επί τη βάσει πληροφοριών.

5. Δια Β.Δ/των κανονίζονται τα της συντάξεως της πράξεως της αναγνωρίσεως της εν τη προηγούμενη παρ. 4 αναφερομένης εξαιρετικήςανάγκης και η εν γένει υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένη διαδικασία.

Αρθρ. 47.

1. Υπόχρεοι προς αποζημίωσιν των εκ της μεταβολής, ήν συνεπάγεται εις την αξίαν των ακινήτων η κατά τα ανωτέρω τακτοποίησις και προσκύρωσις των οικοπέδων, ζημιουμένων ιδιοκτητών είναι οι ιδιοκτήται των ακινήτων άτινα ωφελήθησαν εκ της τοιαύτης τακτοποιήσεως και προσκυρώσεως.

2. Προς κανονισμόν των ανωτέρω αποζημιώσεων, οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουσι σχετικήν αίτησιν εις τον πρόεδρον των πρωτοδικών της εν η τα ακίνητα περιφερείας μετ`αντιγράφου της κεκυρωμένης υπό του υπουργού πράξεως. Ο πρόεδρος των πρωτοδικών ορίζει προσωρινώς τας καταβλητέας αποζημιώσεις κατα τας διατάξεις του ν. ΓΠΝΑ, ως ηρμηνεύθη και ετροποποιήθη ούτος δια μεταγενεστέρων διατάξεων. Η καταβλητέα αποζημίωσις υπολογίζεται κατά τα εν παρ. 2 του άρθρ. 37 αναφερόμενα.

3. Εαν εντός προθεσμίας οριζομένης εν τη περί κυρώσεως της πράξεως τακτοποιήσεως αποφάσει του υπουργού και μη δυναμένης να υπερβή τους τρείς μήνας, και δια τους εν τη αλλοδαπή διαμένοντας τους πέντε μήνας, από της κοινοποιήσεως της κατά την παρ. 3 του άρθρ. 32 προσκλήσεως, δεν ζητήση τις των ενδιαφερομένων παρά του αρμοδίου προέδρου των πρωτοδικών τον προσωρινόν καθορισμόν της κατά τα ανωτέρω αποζημιώσεως, θεωρείται ούτος εποδεχόμενος ότι ουδεμίαν υπέστη εκ της τακτοποιήσεως ή προσκυρώσεως ζημίαν.

4. Ως προς την κατάθεσιν της υπό του προέδρου ορισθείσης προσωρινής αποζημιώσεως και την κατάληψιν του τακτοποιηθέντος ή προσκυρωθέντος ακινήτου ισχύουσιν αναλόγως αι διατάξεις του ν. ΓΠΝΑ. Εν περιπτώσει περελέυσεως απράκτου της κατά την προηγούμενην παράγραφον προθεσμίας, η κατάληψις των ακινήτων ενεργείται οκτώ ημέρας μετά την λήξιν της προθεσμίας ταύτης άνευ οιασδήποτε διατυπώσεως.Μετά την κατάθεσιν της αποζημιώσεως ή την άπρακτον παρέλευσιν οφείλει προ πάσης καταλήψεως τακτοποιηθένος ή προσκυρωθέντος να προβή εις την μεταγραφήν της δια της μεταβολής εις την ιδιοκτησίαν του, σημειουμένης εις τα βιβλία των μεταγραφών της κατά τα ανωτέρω σχετικής πράξεως και της αποφάσεως του προέδρου. Παραλειπομένης της διατυπώσεως ταύτης, η τακτοποίησις ή προσκύρωσις ουδεμίαν έχει ισχύν. Η ανωτέτω μεταγραφή, οσάκις ο υπουργός της Συγκοινωνίας κρίνει αναγκαίον εκτελείται και οίκοθεν υπό του φύλακος των μεταγραφών κατόπιν της προς τούτον κοινοποιήσεως υπό της αρμοδίας υπηρεσίας των σχετικών στοιχείων.

5. Τα επί του τακτοποιητέου οικοπέδου υφιστάμενα οιασδήποτε βάρη και περιορισμοί κυριότητος υπέρ τρίτων, από της κατά τα ανωτέρω καταθέσεως της αποζημιώσεως ή της απράκτου παρελεύσεως της κατά την παρ.3 προθεσμίας, μετατρέπονται εις προσωπικήν αγωγήν επό αποζημιώσει υπέρ του δικαιούχου του βάρους ή του περιορισμού κατά του ιδιοκτήτου του ειρημένου οικοπέδου. Εκ τούτων εξαιρούνται τα υποθηκικά υπέρ τρίτων δικαιώματα, άτινα μεταφέρονται αυτοδικαίως και κατά την αυτήν τάξιν επί του τακτοποιηθέντος οικοπέδου, του φύλακος των μεταγραφών, οφείλοντος αυτεπαγγέλτως να ποιήσηται τας σχετικάς σημειώσεις κατά την συνωδά τη προηγουμένη παραγράφω μεταγραφήν.

6. Τα προσκυρωθέντα οικόπεδα περιέρχονται εις τον νέον κύριον ελεύθερα οιωνδήποτε βαρών και περιορισμών κυριότητος υπέρ τρίτων, παντός εμπραγμάτου επ`αυτών τοιούτου δικαιώματος τρεπομένου από της καταθέσεως της αποζημιώσεως ή της παρελεύσεως της κατα την παράγραφον 3 προθεσμίας εις αξίωσιν επί του καταθέματος κατά τας σχετικάς διατάξεις του ν.ΓΝΠΑ`κατά την πρώτην περίπτωσιν, ή εις προσωπικήν κατά του τέως ιδιοκτήτου απαίτησιν κατά την δευτέραν.

7. Αι δικαστικαί αποφάσεις δεν δύναται να μεταβάλωσι την υπό του υπουργού κυρωθείσα πάξιν ως προς την εν αυτή καθορισθείσαν τακτοποίησιν ή προσκύρωσίν των οικοπέδων, πάσα δε τυχόν απαίτησις ιδιοκτήτου ακινήτου ως προς τα μέχρι της τακτοποιήσεως ή προσκυρώσεως όρια αυτού από της κυρώσεως της τακτοποιήσεως ή προσκυρώσεως τρέπεται αυτοδικαίως εις χρηματικήν τοιαύτην.

Αρθρ.48.

1. Οι υπέρ ών η προσκύρωσις μη οικοδομησίμων οικοπέδων εισίν υπόχρεοι δια την πληρωμήν της εις ταύτα αναλογούσης αποζημιώσεως των υπό των κατά το άρθρο 2 παρ.1 υπό στοιχείον α`χώρων καταλαμβανομένων ακινήτων, κατά τας ακολούθους περιπτώσεις:

α) Εαν η αποζημίωσις ουδόλως κατεβλήθη υπό του τέως ιδιοκτήτου του προσκυρωθέντος.

β) Εάν η αποζημίωσις κατεβλήθη υπό του ιδιοκτήτου προ του καθορισμού των επιτρεπομένων ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων των οικοδομησίμων οικοπέδων και ουδεμία από της καταβολής ταύτης εγένετο εν ζωή μεταβίβασις της κυριότητος του προσκυρωθένος υπό του καταβάλοντος την αποζημίωσιν, και

γ) Εαν η αποζημίωσις κατεβλήθη υπό του ιδιοκτήτου μετά τον ανωτέρω καθορισμόν, ουδεμία δ` έκτοτε έλαβε χώραν υπό τούτου εν ζωή μεταβίβασις της κυριότητος του προσκυρωθέντος οικοπέδου, ουδέ υπήρξαν επ`αυτού μετά την καταβολήν της αποζημιώσεως χρησιμοποιήσιμοι οικοδομαί επί χρόνον εν όλω μείζοντα της δεκαετίας.

Αρθρ. 49.

1.Επιβαλλομένης εξ οιουδήποτε λόγου της ταυτοχρόνου τακτοποιήσεως πολλών παρακειμένων (εφαπτομένων ή μη) οικοπέδων, δύναται αύτη να εκτελείται κατά τας ακολούθους διατάξεις.

2. Ο Υπουργός της Συγκοινωνίας συνιστά δι`αποφάσεως του "κτηματικήν ομάδα", αποτελουμένην εκ των τακτοποιητέων και προσκυρωτέων κτημάτων (ήτοι των μετά την αφαίρεσιν των υπό των κατά το άρθρ. 2 παρ. 1 υπό στοιχ. α` καταλαμβανομένων τμημάτων εξ εκάστης ιδιοκτησίας παραμενόντων εντός των οικοδομησίμων χώρων υπολοίπων), ήτις από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ταύτης καθίσταται νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, εκπροσωπούμενον υπό του Δημοσίου ή του οικείου δήμου ή κοινότητος ή οπωσδήποτε άλλως, καθ`α θέλει εκάστοτε ορίζει η εν λόγω απόφασις, και βαρυνόμενον δια της υποχρεώσεως της πληρωμής των κατά το άρθρ. 47 παρ.1 αποζημιώσεων και της εισπράξεως τούτων παρά των κατά την αυτήν διάταξιν υποχρέων. Δια της αυτής αποφάσεως του Υπουργού καθορίζονται τα όρια της κτηματικής ομάδος, δυναμένων να εξαιρώνται αυτής ωρισμένων εντός των ορίων τούτων περιλαμβανομένων ακινήτων, και πάσα ετέρα σχετική λεπτομέρεια.

3. Παρεμπιπτούσης κατά την συνωδά τω παρόντι άρθρω τακτοποίησιν περιπτώσεως προσκυρώσεως μη οικοδομησίμων οικοπέδων περιλαμβανομένων εις την συσταθείσαν κτηματικήν ομάδα εκτελείται αυτή εν συνδυασμώ προς την κατά την προηγούμενην παράγραφον τακτοποίησιν. Πάντως εις την περίπτωσιν ταύτην επιτρέπεται, κατόπιν αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας υπουργού, οιαδήποτε παρέκκλισις από των περί προσκυρώσεως διατάξεων του άρθρ. 45 ως προς την πρόσκλησιν των ενδιαφερομένων προς διακανονισμόν προσκυρώσεως ιδία αυτών φροντίδι.

4. Κατά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου η κατά το άρθρο 46 πράξις δύναται να περιορίζεται εις τον καθορισμόν εκάστου οικοπέδου, ως τούτο προκύπτει τελικώς μετά την τακτοποίησιν και την τυχόν εις τούτο προσκύρωσιν ετέρων μη οικοδομησίμων οικοπέδων.Εις την περίπτωσιν ταύτην παραλείπεται η ένδειξις των εις τα οικόπεδα της κτηματικής ομάδος γενομένων εν σχέσει προς άλληλα μεταβολών, η δε απόλυτος εις έκαστον τούτων επελθούσα μεταβολή εν σχέσει προς την αρχικήν του κατάστασιν κρίνεται εκ της παραβολής της καταστάσεως ταύτης προς την ειρημένην πράξιν. Την ανωτέρω πράξιν δέον να συνοδεύη και υπόμνημα επεξηγηματικόν των εις έκαστον ακίνητον επελθουσών ωφελειών και ζημιών (άνευ εκτιμήσεως της αξίας αυτών), θεωρούμενον ως αναπόσπαστον της πράξεως στοιχείον. Επίσης πρέπει να συνοδεύει ταύτην και γνωμοδοτική έκθεσις της συντασσούσης αυτήν υπηρεσίας περί της εκτιμήσεως των εις την αξίαν εκάστου ακινήτου επελθουσών μεταβολών συνεπεία των ανωτέρω ωφελειών και ζημιών, ην έκθεσιν λαμβάνει υπ`όψιν ο πρόεδρος των πρωτοδικών κατά την συνωδά τω αρθρ. 47 διαδικασίαν και ης ποιείται μνείαν εν τη σχετική αποφάσει του. Πάντως ο τρόπος συντάξεως της πράξεως και αι λεπτομέρειαι ταύτης κανονίζονται εκάστοτε δι`υπουργικής αποφάσεως δυναμένης ν`ανατίθηται της συντάξεως αυτής και εις επιτροπήν οριζομένην δια της αυτής αποφάσεως. "Εν πάση περιπτώσει κατά της πράξεως επιτρέπονται ενστάσεις μόνον ως προς τα όρια, τας διαστάσεις και την θέσιν των οικοπέδων ως ταύτα είχον προ της πράξεως κλπ., ως και δια παράβασιν ή εσφαλμένην εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος, αποκλειομένης πάσης ενστάσεως ή προσφυγής, οσάκις επιτρέπεται αυτή, ως προς το τεχνικόν μέρος της πράξεως (τρόπος τακτοποιήσεως, διάταξις νέων οικοπέδων, ποσοστόν μειώσεως και αυξομειώσεως αυτού κλπ.)".

5. Δι`αποφάσεων του υπουργού κανονίζεται κατά τα λοιπά λεπτομερώς, η κατά το παρόν άρθρον διαδικασία βάσει των διατάξεων των άρθρ.46 και 47, ισχυουσών και κατά την περί ής το παρόν άρθρον περίπτωσιν, της κτηματικής ομάδος δυναμένης να υποκαθιστά κατά την διαδικασίαν ταύτην εν όλω ή εν μέρει τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτας. Την τοιαύτην υποκατάστασιν δύναται να επιβάλει ο υπουργός της Συγκοινωνίας δι`αποφάσεώς του και υποχρεωτικώς. Πάντως η κατά το άρθρ. 47 απόφασις του προέδρου των πρωτοδικών δέον να ορίζει προσωρινώς και ιδιαιτέρως δι εκάστην ιδιοκτησίαν, εκτός των αποζημιώσεων δια τας εκ της τακτοποιήσεως και προσκυρώσεως γενομένας εις τα ακίνητα ζημίας, και την αξίαν των εκ των μεταβολών τούτων προκυψασών εις ταύτα ωφελειών, ων αι οφειλόμεναι μόνον εις τας εις τα γήπεδα γενομένας μεταβολάς δέον απαραιτήτως να καλύπτωσιν εν τω συνόλω των τας εις ταύτα προκυψάσας εκ των ιδίων μεταβολών ζημίας. Το αυτό ισχύει και δια πάσαν ετέραν απόφασιν δικαστηρίου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Αρθρο 50.

1. Η κατά το προηγούμενον άρθρον Κτηματική Ομάς, δύναται να συνιστάται και επί τω γενικωτέρω σκοπώ της δικαίας κατανομής των εκ της εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου μελλουσών να προκύψωσι μεταβολών εις την αξίαν των ακινήτων. Εις την περίπτωσιν ταύτην εις την Κτηματικήν Ομάδα, συνιστωμένην κατά τον εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερόμενον τρόπον, περιλαμβάνονται και τα υπό των κατά την παρ. 1του αρθρ. 2 υπό στοιχ. α` χώρων, ήτοι των οδών, πλατειών κλπ. καταλαμβανόμενα ακίνητα, αντί δε των διατάξεων των άρθρ. 32,33,34,35, και των διατάξεων των παρ. 2, 3, 5, 6 και 7 του άρθρ. 6 του Νομ. 5269 "περί αδειών οικοδομής κλπ." ως μεταγενεστέρως ετροποποιήθη, εφαρμόζεται η ακολούθος διαδικασία:

α) Προσδιορίζεται η όλη επιφάνεια των υπό των κατά το έδαφ. α`της παρ. 1 του άρθρ.2 χώρων καταλαμβανομένων οικοπέδων της Κτηματικής Ομάδος.

β)"Υπολογίζεται το εκ της ανωτέρω ολικής επιφανείας προς συγκρότησιν των ως άνω κοινοχρήστων χώρων αναλογούν εις έκαστον οικόπεδον της Κτηματικής Ομάδος γενικόν ποσοστόν, ούτινος επιτρέπεται η αυξομείωσις λόγω ειδικών συνθηκών (οίον μέγεθος του οικοπέδου, μεταβολή θέσεως οικοπέδου εν γένει, αυξομειώσεως προσώπου και βάθους, μετάθεσις αποκλειομένου οικοπέδου εν γένει, αυξομειώσεως προσώπου και βάθους, μετάθεσις αποκλειομένου οικοπέδου επί της οδού κλπ.). Το ως άνω ποσοστόν και η αυξομείωσις αυτού κανονίζεται δια της συντασσομένης σχετικής πράξεως. Μέρος του εμβαδού της κατά το προηγούμενον εδάφιον ολικής επιφανείας δύναται να καταλογισθεί εις τον οικείον Δήμον ή Κοινότητα. Η θέσις και η έκτασις του μέρους τούτου εις περίπτωσιν καθ`ην το εμβαδόν αυτού δεν πρόκειται να υπερβή την μίαν και ημίσειαν φοράν το εκ της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων του Νομ. 5269 προκύπτον εις βάρος του Δήμου ή της Κοινότητος εμβαδόν καθώς και εις πάσαν περίπτωσιν καθ`ην το εμβαδον αυτού είναι έλασσον των πέντε χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων καθορίζονται δι`αυτής ταύτης της πράξεως τακτοποιήσεως, εαν δε το εμβαδόν και το μέρος αυτού πρόκειται να υπερβαίνει την ως άνω μίαν και ημίσειαν φοράν τότε η έκτασις και η θέσις αυτού καθορίζονται δι`αποφάσεως του οικείου Νομάρχου.Η θέσις του μέρους τούτου συνολικώς ή κατά τμήματα δύναται να καθορίζηται οπουδήποτε εντός οικοδομήσιμων, κατά το σχέδιον ρυμοτομίας, χώρων του Δήμου ή της Κοινότητος οίτινες δια την κατά την παρ. 3 του παρόντος άρθρου εξόφλησιν των λόγω ρυμοτομίας υποχρεώσεν, μειούνται και κατά το μέρος αυτό επί πλέον της κατά το ακόλουθον εδαφ. γ` γενικής μειώσεως αυτών και των λοιπών οικοπέδων. Αι υφιστάμεναι εν τοις πράγμασι παλαιαί οδοί και λοιποί κοινόχρηστοι χώροι οι περιλαμβανόμενοι τυχόν εντός οικοδομικών τετραγώνων ως και πάσαι αι ιδιωτικαί οδοί ή δίοδοι διατίθενται εις πάσαν περίπτωσιν ομαδικής τακτοποιήσεως δια την συγκρότησιν των κατά το σχέδιον της ρυμοτομίας νέων οδών και λοιπών κοινόχρηστων χώρων".

γ) Εκ του εμβαδού εκάστου οικοπέδου της Κτηματικής Ομάδας αφαιρείται το κατά το προηγούμενον εδάφιον αναλογούν αυτώ ποσοστόν. δ) Τα εκ της κατά το προηγούμενον εδάφιον αφαιρέσεως προκύπτοντα ιδανικά υπόλοιπα οικοπέδων της Κτηματικής Ομάδας τακτοποιούνται συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρ. 42.

2. Εαν τινά των κατά το εδ. δ`της προηγούμενης παραγράφου ιδανικών υπολοίπων, έχωσιν εμβαδόν μικρότερον του καθωρισμένου ελαχίστου ορίου οικοπέδων, απαλλοτριούνται και προσκυρούνται συνολικώς ή τμηματικώς έκαστον εις έτερα ελάσσονα ή και μείζονα του ορίου τούτου ιδανικά υπόλοιπα, ανεξαρτήτως της σχετικής θέσεως των οικοπέδων και κατα τρόπον ώστε τα εκ της προσκυρώσεως εμβαδά να καλύπτωσι το ελλείπον όπως τα εις τα προσκυρούντα μη άρτια οικόπεδα καταστώσιν άρτια. Πάντως αρχή γίνεται δια της προσκυρώσεως συνολικώς ή τμηματικώς του έχοντος το μικρότερον ιδανικόν υπόλοιπον μη αρτίου οικοπέδου και τούτου μη επαρκούντος, του αμέσως επομένου και ούτω καθ` εξής, μέχρις επαρκείας, των προσκυρουμένων ιδανικών υπολοίπων μη αρτίων οικοπέδων προς αποκατάστασιν εις άρτια των λοιπών μη αρτίων οικοπέδων. Κατά την τοιαύτην προσκύρωσιν, ισχύει η περί παρεκκλίσεως από του αρθρ. 43 και από της παρ. 2 του άρθρ. 45 , ως τα άρθρα ταύτα ετροποποιήθησαν διάταξις της παρ.3 του προηγούμενου άρθρου. "Κατά την προσκύρωσιν ταύτην, ως και την κατά το προηγούμενον εδ. δ`τακτοποίησιν , επιτρέπεται εξαιρετικώς και μόνον εν απολύτω ανάγκη ης η εκτίμησις ανήκει εις την συντάσσουσαν την πράξιν αρμοδίαν υπηρεσίαν, παρέκκλισις από της κατά την παρ. 2 του άρθρ. 42 απαγορεύσεως της μεταβολής των υπό οικοδομών καταλαμβανομένων οικοπέδων ή τμημάτων αυτών και μόνον εφ` όσον πρόκειται περί οικοδομών πεπαλαιωμένων και ανθυγιεινών, κατά την κρίσιν της αυτής ως άνω υπηρεσίας, αποζημιουμένων πάντως πλήρως των ιδιοκτητών αυτών κατά την κατωτέρω παρ. 4 . Ωσαύτως δύναται κατά την κρίσιν της συντασσούσης την πράξιν ταύτην υπηρεσίας αντί της προσκυρώσεως των μή αρτίων, να επιβάλληται η συνένωσις δύο ή πλειοτέρων ιδανικών υπολοίπων,εχόντων εμβαδόν μικρότερον του καθωρισμένου εις εν άρτιον οικόπεδον παραχωρούμενον εξ αδιαιρέτου ανάλογον προς το εμβαδόν του ανήκοντος εις έκαστον ιδανικού υπολοίπου, εις τους ιδιοκτήτας των ως άνω μη οικοδομησίμων ιδανικών υπολοίπων. Δεν αποκλείεται επίσης και ο συνδυασμός των διατάξεων της παρούσης παραγράφου ιδία εις την περίπτωσιν της μη συγκαταθέσεως, δια την δημιουργίαν κοινής εξ` αδιαιρέτου ιδιοκτησίας, ενός ή πλειόνων ιδιοκτητών ιδανικών υπολοίπων, εκδηλουμένης μετά την σύνταξιν της πράξεως είτε δι ενστάσεως κατά ταύτης, είτε δια προσφυγής κατά της κυρωτικής αποφάσεως, επιτρεπομένης εν τοιαύτη περιπτώσει και της τροποποιήσεως της πράξεως δια της επ` αυτής αποφάσεως προς τον σκοπόν της προσκυρώσεως του ιδανικού υπολοίπου του μη συγκατατιθεμένου εις την συνένωσιν εις κοινήν ιδιοκτησίαν ιδιοκτήτου. Τα κατά τας ανωτέρω διατάξεις, δημιουργούμενα εξ αδιαιρέτου επίκοινα διέπονται υφισταμένης της ως άνω συγκαταθέσεως υπό των διατάξεων των περί ιδιοκτησίας κατ` ορόφους, οιασδήποτε διανομής αυτών, είτε δικαστικής είτε εξωδίκου απαγορευομένης ρητώς και χαρακτηριζομένης εξ του παρόντος αυτοδικαίως ακύρου".

3. Δια της κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου μειώσεως της επιφανείας εκάστου οικοπέδου της Κτηματικής Ομάδας επέρχεται αυτοδικαίως εξόφλησις της υποχρεώσεως των ιδιοκτητών εκάστου αυτών προς αποζημίωσιν του αναλογούντος αυτώ μέρους των υπο των κατά το εδ. α`της παρ. 1 του άρθρ. 2 χώρων καταλαμβανομένων εντός των ορίων της Κτηματικής Ομάδας γηπέδων. Εις ήν δε περίπτωσιν η ύπαρξις οικοδομών αποκλείει την κατά το εδ. γ`της παρ. 1 του παρόντος άρθρου αφαίρεσιν μέρους ή του όλου , του αναλογούντος ποσοστού, η μεν ιδιοκτήσία θεωρείται συμμετέχουσα της τακτοποιήσεως, η δε μείωσις της επιφανείας αυτής κατά το καθορισθέν ποσοστόν μετατρέπεται αντιστοίχως, εν μέρει ή εν όλω εις υποχρέωσιν καταβολής προς την Κτηματικήν Ομάδα αποζημιώσεως ίσης προς την αξία, κατα τον χρόνον της εις τον Πρόεδρον των Πρωτοδικών προσφυγής του μη αφαιρεθέντος, μέρους ή όλου ποσοστού.

4. Αι κατά την τακτοποίησιν συμφώνως προς το εδ. δ`της παρ. 1 του παρόντος άρθρου επερχόμεναι οιαιδήποτε τυχόν μεταβολαί εις το μέγεθος των ιδανικών υπολοίπων ή εις την θέσιν ή εις το σχήμα των οικοπέδων ή τας τυχόν επ` αυτών φυτείας ή εγκαταστάσεις οίον φρέατα, περιφράγματα, υπονόμοι κλπ. ως επίσης και αι κατά την παρ. 2 προσκυρώσεις, υπόκεινται ως προς τας αποζημιώσεις εις τας διατάξεις της παρ. 1 του αρθρ. 47. Εν περιπτώσει όμως καθ`ην εκ της προσκτήσεως περιφραγμάτων ή φρεάτων ή υπονόμων κλπ. δεν προκύπτει πραγματικώς ωφέλεια υπέρ του προσκτωμένου ταύτα, υπόχρεως προς καταβολήν της δια ταύτα αποζημιώσεως είναι ο οικείος Δήμος ή Κοινότης. Θ.Φ.

5. Η αποζημίωσις του κατά το εδ. γ`της παρ. 1 του παρόντος άρθρου αφαιρεθέντος ποσοστού εμβαδού εξ οικοπέδων,ών το μετά την αφαίρεσιν ταύτην υπολοιπον προσκυρούται, συμφώνως ταις διατάξεσι της παρ. 2 ως και του κατά το εδ. β`της παρ. 1 αναλογούντος ενδεχομένως εις τον Δήμον ή την Κοινότητα ποσοστού ως και των επί των ρυμοτομουμένων ιδιοκτησιών πάσης φύσεως οικοδομών ή εγκαταστάσεων κλπ. βαρύνει τον Δήμον ή την Κοινότητα.

6. Δια τον καθορισμόν των κατα τας παρ. 4 και 5 του παρόντος άρθρου καταβλητέων εις τους ζημιωθέντας ιδιοκτήτας της Κτηματικής Ομάδος αποζημιώσεων, η αξία των απαλλοτριουμένων ακινήτων υπολογίζεται συμφώνως προς το άρθρο 9 του Α.Ν. 1731 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", της περί συστάσεως της Κτηματικής Ομάδος Υπουργικής αποφάσεως θεωρουμένης εν προκειμένω ως τω της κηρυσσούσης την απαλλοτρίωσιν πράξεως. Κατά τον αυτόν τρόπον υπολογίζεται και η καταβλητέα εν συνόλω αποζημίωσις εν περιπτώσει εφαρμογής της παρ. 9 του παρόντος άρθρου.

7. Διά τον υπολογισμόν της αξίας των εκ της εφαρμογής της τακτοποιήσεως και της ρυμοτομίας εν γένει προσγενομένων εις τα τακτοποιηθέντα ακίνητα της Κτηματικής Ομάδος ωφελειών, η μεν αξία του αρχικού προ της τακτοποιήσεως, ακινήτου, υπολογίζεται ως εν τη προηγούμενη παραγράφω ορίζεται, η δε αξία του μετά την τακτοποίησιν προκύψαντος ακινήτου, βάσει της ανα μονάδα επιφανείας αξίας αυτού κατά τον χρόνον της εις τον Πρόεδρον των Πρωτοδικών προσφυγής προς καθορισμόν της αξίας.

8. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως και εις τας περιπτώσεις του παρόντος άρθρου αι σχετικαί διατάξεις του προηγουμένου άρθρου. Πάντως δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου δεν είναι απαιτητή η έκδοσις των κατά τα προηγούμενα άρθρα κανονιστικών Βασιλικών Δ/των και Υπουργικών αποφάσεων. Εν τω κατά την παρ. 4 του προηγουμένου άρθρου σχετικώ τη πράξει υπομνήματι, ως και εν τη σχετική γνωμοδοτική εκθέσει πρέπει προς τοις άλλοις να καθορίζωνται και αι υπέρ ωρισμένων ομάδων ακινήτων ή και της όλης πόλεως προκύπτουσαι τυχόν κοιναί ωφέλειαι, αι δε κατά την παρ. 5 του ιδίου άρθρου αποφάσεις, πρέπει να ορίζωσιν και την αξίαν των τελευταίων τούτων ωφελειών. Αι οιαιδήποτε τυχόν προκύπτουσαι εκ της εφαρμογής του παρόντος άρθρου διαφοραί μεταξύ της αξίας των ζημιών και ωφελειών καταβάλλονται και αυταί εν όλω ή εν μέρει υπό των υπέρ ων αύται ιδιοκτησιών της Κτηματικής Ομάδος, ή των εκτός ταύτης ωφεληθέντων, προς την Κτηματικήν Ομάδα, καθ` ό ποσοστόν και τρόπον θέλουσιν ορίζει εκάστοτε Υουργικαί αποφάσεις και διατίθενται καθ` όμοιον τρόπον, δυνάμεναι να κατανέμωνται μεταξύ των ιδιοκτητών τούτων ή και μόνον μεταξύ των κατά τα ανωτέρω υποχρέων προς καταβολήν αποζημιώσεων. Πάντως κατά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου δεν είναι απαραίτητος η κατά την παρ. 5 του προηγούμενου άρθρου εξίσωσις των ζημιών και ωφελειών των οφειλομένων μόνον εις τας εις την έκτασιν των γηπέδων μεταβολάς. 10

8. Κατά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου η κτηματική ομάς δύναται δι αποφάσεως του υπουργού να υποδιαιρεθεί, επι τω εν παρ. 1 του άρθρου τουτου αναφερωμένω σκοπώ και εις πλείονας ανεξαρτήτους οικονομικούς οργανισμούς, αποτελουμένου εκάστου εκ τμημάτων διατελούντων ως προς την εφαρμογήν του σχεδίου και τας εκ ταύτης συνεπείας υπο ομοίας ή αναλόγους συνθήκας. Δι` έκαστον των οργανισμών τούτων εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος άρθρου υπό όρους κανονιζομένους δια της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως.

9. Το τακτοποιηθέν ή εκ της προσκυρώσεως προκύψαν οικόπεδον, ου ο ιδιοκτήτης, λόγω της εις τουτο προσγενομένης εν γένει ωφελείας, αδυνατεί να καταβάλη εις την κτηματικήν ομάδα ή και άλλους δικαιούχους την δι` ην τυγχάνει λόγω της ωφελείας ταύτης υπόχρεως αποζημιώσιν,δύναται δι` αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας υπουργού να κριθεί αναγκαστικώς απαλλοτριωτέον υπέρ της κτηματικής ομάδος. Ως προς την διαδικασίαν εν γένει της απαλλοτριώσεως εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του ν. ΓΠΝΑ ως ούτος ετροποποιήθη δια μεταγενεστέρων διατάξεων, η δε καταβλητέα σχετική αποζημίωσις υπολογίζεται κατά τας διατάξεις της παρ 2 του άρθρ. 37. Η αποζημίωσις του κατά την παρ. 1 εδ. γ`αφαιρεθέντος ποσοστού ως προς την οποίαν ισχύουσιν αναλόγως αι σχετικαί διατάξεις της παρ. 4, καταβάλλεται υπό της κτηματικής ομάδος εις τον ιδιοκτήτην του απαλλοτριωθέντος. Τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα διατίθενται υπό της κτηματικής ομάδος καθ` όν τρόπον και υφ ους όρους θέλει κανονίζει εκάστοτε υπουργική απόφασις.

10. Εν περιπτώσει επειγούσης ανάγκης κατά την εφαρμογήν του παρόντος αρθρου, εν τη διαδικασία προς προσωρινόν καθορισμόν υπό του προέδρου των πρωτοδικών των αποζημιώσεων και των ωφελειών αποκλείεται η κατά το άρθρο 635 της πολιτικής δικονομίας παραπομπή εις το πρωτοδικείον, ο δε πρόεδρος των πρωτοδικών οφείλει να εκδίδει την σχετικήν απόφασιν του εντός δέκα πέντε ημερών από της εις τούτον υποβολής αντιγράφου της κεκυρωμένης πράξεως τακτοποιήσεως και προσκυρώσεως ην πάντως δέον να συνοδεύωσι τα κατα την παρ.4 του προηγουμένου άρθρου στοιχεία αποκλειομένων των μαρτυρικών αποδείξεων και της πραγματογνωμοσύνης. Το επείγον της ανάγκης αναγνωρίζει ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός δια της προς σύστασιν της κτηματικής ομάδος εκδιδόμενης αποφάσεως του, δι ης ορίζει και την εφαρμογήν της άνω διαδικασίας. Εν τη περιπτώσει ταύτη η κτηματική ομάς δικαιούται να καταβάλλη τας υπό του προέδρου των πρωτοδικών κανονισθησομένας αποζημιώσεις εις τοκοφόρους ομολογίας (κτηματόγραφα)επί ετησίω τόκω εξ επί τοις εκατόν.Τα της εκδόσεως και εξοφλήσεως των ανωτέρω ομολογιών και των επί τούτων επιτρεπομένων συναλλαγών κανονίζονται εις εκάστην περίπτωσιν διά Β.Δ/τος.Κατά την περίπτωσιν της παρούσης παραγράφου ισχύει το τελευταίον εδάφιον της παρ. 5 του άρθρ. 34.

Αρθρ. 51.

1. Εις εξαιρετικάς περιπτώσεις, καθ` άς επιβάλλεται η επείγουσα εφαρμογή του σχεδίου, δύναται να ακολουθήται η επομένη διαδικασία:

2. Ολόκληρος η υπό της κατά το προηγούμενον άρθρον Κτηματικής Ομάδος (τον αυτόν εχούσης σκοπόν) καταλαμβανομένη έκτασις θεωρείται δια της περί συστάσεως της τοιαύτης Ομάδος αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού, απαλλοτριουμένη ως ενιαίον σύνολον υπέρ των ιδιοκτητών ακινήτων περιληφθέντων εις την ομάδα την προς διανομήν μεταξύ αυτών των δια της εφαρμογής του σχεδίου εν τη εκτάσει ταύτη ορισθησομένων οικοδομησίμων χώρων, εκάστου ιδιοκτήτου βαρυνομένου ένεκα της απαλλοτριώσεως δι αποζημιώσεως των λοιπών ιδιοκτητών ίσης τη αξία των εις την Κτηματικήν Ομάδα περιληφθέντων ακινήτων του.

3. Οι κατά το σχέδιον ρυμοτομίας οικοδομήσιμοι χώροι της κατά την προηγούμενην παράγραφον εκτάσεως διαιρούνται εις οικόπεδα, άτινα παραχωρούνται εις τους παλαιούς της εν λόγω εκτάσεως ιδιοκτήτας. Προς ιδιοκτήτας των οποίων τα εν τη εκτάσει της κτηματικής ομάδος περιληφθέντα ακίνητα έχουν συνολικώς επιφάνειαν μικροτέραν των 50 τετραγωνικών μέτρων, επιτρέπεται όπως μη παραχωρείται νέον οικόπεδον, καταβαλλομένης εις αυτούς της νομίμου αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν ταύτην των ακινήτων των. Ωσαυτώς επιτρέπεται, όπως αντί της αποζημιώσεως ταύτης παραχωρούνται εις τους ιδιοκτήτας τουτους οικόπεδα κατά συνιδιοκτησίαν εξ αδιαιρέτου μεθ`ετέρων ιδιοκτητών ομοίων ακινήτων. Κατά την ως άνω διαίρεσιν εις οικόπεδα και εφ`όσον τουτο ενδείκνυται εκ τεχνικών λόγων ή εκ της όλης οικονομίας της εφαρμογής του σχεδίου ρυμοτομίας, επιτρέπεται όπως διαμορφούνται και οικόπεδα έχοντα εμβαδόν ή και πρόσωπον ή και βάθος μικρότερα των τυχών ελαχίστων ορίων εμβαδου και διαστάσεων οικοπέδων ως και οικόπεδα εν τω εσωτερικώ των οικοδομικών τετραγώνων κείμενα και επικοινωνούντα μετά των κοινοχρήστων χώρων του σχεδίου δι` ιδιωτικών διόδων θεωρούμενα άπαντα άρτια και οικοδομήσιμα. Κοινόχρηστοι χώροι καταργούμενοι δια του σχεδίου ρυμοτομίας δεν διατίθενται προς συγκρότησιν οικοπέδων του Δημοσίου ή του Δήμου αλλά προς συγκρότησιν των κοινοχρήστων χώρων του σχεδίου ρυμοτομίας καθ` ό μέρος ούτοι εμπίπτουν εις κοινοχρήστους κατα το σχέδιο ρυμοτομίας χώρους , ή και των νέων οικοπέδων, καθ` ό μέρος ούτοι εμπίπτουν εις οικοδομησίμους κατά το σχέδιον ρυμοτομίας χώρους. Ο τρόπος της παραχωρήσεως (δυναμένης να εκτελήται απ` ευθείας δια συσχετίσεως των παλαιών και νέων ιδιοκτησιών ή δια κληρώσεως ή οπωσδήποτε άλλως) κανονίζεται εις έκαστην περίπτωσιν δι αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού.

4. Περί της διαιρέσεως και παραχωρήσεως των ως άνω οικοπέδων συντάσσεται πράξις αναδασμού αποτελούμενη εκ διαγράμματος εμφαίνουσα τα παραχωρηταία οικόπεδα και εν περιπτώσει απ`ευθείας παραχωρήσεως τους προς ούς η παραχώρησις. Της πράξεως ταύτης καλούνται όπως λάβουν γνώσιν οι ενδιαφερομένοι και υποβάλουν τυχόν κατ` αυτής ενστάσεις ή σχετικάς παρατηρήσεις. Επί της πράξεως των ενστάσεων και των παρατηρήσεων αποφαίνεται ητιολογημένως ο αρμόδιος Υπουργός , κυρών ή ακυρών ή τροποποιών εν όλω ή εν μέρει δια της αποφάσεως του την πράξιν μη απαιτουμένης νέας προσκλήσεως εν περιπτώσει τροποποιήσεως όπως λάβουν γνώσιν αυτής οι ενδιαφερόμενοι. Η απόφασις αυτή του Υπουργού είναι οριστική και αμετάκλητος. Οι προς ούς η διανομή των οικοπέδων από της εκδόσεως της αποφάσεως του Υπουργού έστω και προ της μεταγραφής των κατα την παρ. 8 του άρθρου τούτου τίτλων, επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουν τα παραχωρούμενα οικόπεδα προς ανέγερσιν οικοδομής.

5. Εκαστος ιδιοκτήτης των εις την έκτασιν της Κτηματικής Ομάδος περιληφθέντων ακινήτων προς ον παραχωρείται οικόπεδον, βαρύνεται εις καταβολήν αποζημιώσεως προς δημιουργίαν των κατά το σχέδιον ρυμοτομίας κοινοχρήστων χώρων ίσης προς το ποσοστόν επι της όλης αξίας των εν τη κτηματική Ομάδα ακινήτων αυτού ισούμενον προς την διαφοράν μεταξύ του συνολικού αθροίσματος των επιφανειών πάντων των ιδιοκτήτων ακινήτων της Κτηματικής Ομάδος και του συνολικού αθροίσματος των επιφανειών παντων των κατα το σχέδιον ρυμοτομίας οικοδομησίμων χώρων εντός της περιοχής της Κτηματικής Ομάδος, διαιρουμένην δια του αυτού ως άνω συνολικού αθρόισματος των επιφανειών των ιδιοκτήτων ακινήτων. Η υποχρέωσις αύτη αφαιρείται εκ της εις πίστωσιν αυτού καθορισμένης κατα τας ακολούθους παρ. 6 και 7 αξίας των παλαιών ακινήτων αυτού . Ιδιοκτήται προς ους δεν παραχωρείται οικόπεδον εν τη περιοχή της Κτηματικής Ομάδος δεν υπόκεινται εις την ως άνω υποχρέωσιν.

6. Επί τη αιτήσει της Κτηματικής Ομάδος ή του Δημοσίου ο Πρόεδρος Πρωτοδικών καθορίζει προσωρινώς κατά την διαδικασίαν του άρθρ. 634 επόμενα Πολ. Δικονομίας την δια του ως άνω αναδασμού προσγενομένην μεταβολήν εις την αξίαν εκάστου ακινήτου περιληφθέντος ( ή καθ` ό μέρος περιελήφθη) εις την έκτασιν της Κτηματικής Ομάδος, ως και την συνολικήν αξίαν έκαστου εκ της κατά την παρ 3 διαιρέσεως προκύψαντος νέου ακινήτου. Δια τον καθορισμόν της συνολικής αξίας έκαστου οικοπέδου (παλαιού ή νέου) λαμβάνεται υπ όψιν η ως έγγιστα έκτασις αυτού η προκύπτουσα δια μεν τα παλαιά οικόπεδα εκ των κτηματολογικών στοιχείων δια δε τα νέα εκ του κατά την παρ. 4 διαγράμματος διανομής των νέων οικοπέδων, και η ανά μονάδα επιφανείας μάλλον πιθανολογουμένη αξία αυτού. Αποκλείεται κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου ο καθορισμός τιμής μονάδος επιφανείας αντί της συνολικής αξίας των οικοπέδων. Η ως άνω αξία καθορίζεται βάσει των τιμών των ακινήτων (παλαιών και νέων) κατά τον χρόνον της αιτήσεως προς καθορισμόν αυτής. Εν περιπτώσει τυχόν καταστροφών εκ θεομηνίας ή άλλων αιτιών συνεπαγομένων αμφιβολίας περί την αξίαν αυτών, λαμβάνεται υπ`όψη η κατά το εγγύτερον παρελθόν προ των καταστροφών αξία των ακινήτων. Περί της ως έγγιστα εκτάσεως εκάστου παλαιού και νέου οικοπέδου, ως και περί της μάλλον πιθανολογουμένης ανά μονάδα επιφανείας αξίας αυτού, αναλόγως της θέσεως ή των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, προς προσωρινόν ως άνω προσδιορισμόν της συνολικής αξίας του, συντάσσεται υπό του προϊσταμένου της αρμοδίας επί της εφαρμογής του σχεδίου Υπηρεσίας συμβουλευτική έκθεσις προς τον Πρόεδρον Πρωτοδικών, εν ή μνημονεύονται τα συμβόλαια μεταβιβάσεως ή οιαδήποτε άλλα επίσημα έγγραφα ή πληροφορίαι αρμοδίων αρχών, άτινα ελήφθησαν υπ` όψιν κατά την σύνταξιν της εκθέσεως. Ομοίως καθορίζεται προσωρινώς η αξία του παλαιού ακινήτου του περιληφθέντος (ή καθ` ο μέρος περιελήφθη) εις την Κτηματικήν Ομάδα εν περιπτώσει μη παραχωρήσεως νέου ακινήτου αντί του παλαιού. Ο κατ` εφαρμογήν του παρόντος άρθρου προσωρινός καθορισμός των αξιών αναγνωρίζεται εν πάση περιπτώσει ως επειγούσης ανάγκης και αποκλείεται η κατά το άρθρ. 635 της Πολιτικής Δικονομίας παραπομπή εις το Πρωτοδικείον, ο δε Πρόεδρος των Πρωτοδικών οφείλει να εκδίδη την σχετικήν απόφασιν του εντός 15 ημερών από της εις τούτον υποβολής της σχετικής προς καθορισμόν αιτήσεως (ήν πάντως πρέπει να συνοδεύουν κεκυρωμένον αντίγραφον της πράξεως αναδασμού μετά του συναφούς αυτή διαγράμματος και της ως άνω εκθέσεως του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας). Κατά την ως άνω ενώπιον του Προέδρου διαδικασίαν επιτρέπεται παρέμβασις παντός ενδιαφερομένου άνευ κοινοποιήσεως ιδίου δικογράφου παρεμβάσεως.

7. Εντός τριών μηνών από της εκδόσεως της κατά τα ανωτέρω αποφάσεως του Προέδρου δικαιούται οι ενδιαφερόμενοι να αιτήσωνται τον οριστικόν καθορισμόν της λόγω αναδασμού μεταβολής εις την αξίαν των ακινήτων των δια προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου Πρωτοδικείου κατά την τακτικήν διαδικασίαν. Παρελθούσης της προθεσμίας ταύτης απράκτου ή δια της αποφάσεως του Προέδρου Πρωτοδικών καθορισθείσα μεταβολή των αξιών καθίσταται οριστική.

8. Μετά την έκδοσιν της κατά την παρ. 6 αποφάσεως του Προέδρου παρακατατίθενται αι καθορισθείσαι αποζημιώσεις και εκδίδονται υπό της Κτηματικής Ομάδος υπέρ των προς ούς παραχωρούνται τα νέα ακίνητα τίτλοι ιδιοκτησίας (παραχωρητήρια) δια το παραχωρούμενον εις έκαστον ακίνητον. Οι τίτλοι ούτοι μεταγράφονται επιμελεία των ενδιαφερομένων. Η μεταγραφή δύναται να ενεργήται και επιμελεία της Κτηματικής Ομάδος ή της αρμοδίας επί της εφαρμογής του σχεδίου υπηρεσίας.

9. Η απόδοσις των ως άνω παρακατατεθεισών αποζημιώσεων προς τους δικαιούχους ενεργείται εντολή της Κτηματικής Ομάδος επί τη βάσει της εν τω κατά την παρ. 12 του παρόντος κτηματολογικώ πίνακι εγγραφής άνευ ετέρας διαδικασίας προς αναγνώρισιν του δικαιούχου.

10. Εν η περιπτώσει αμφισβητηθή η κυριότης ή η επικαρπία τινός των εις την Κτηματικήν Ομαδα περιληφθέντων ακινήτων δι` ασκήσεως ενστάσεως κατά του κατά την παρ. 12 του παρόντος άρθρου κτηματολογικού πίνακος ή διαγράμματος εντός της κατά την αυτή παρ. 12 προς τούτο τασσομένης ανατρεπτικής προθεσμίας δεν χορηγείται ο τίτλος επί του νέου ακινήτου του τυχόν αντιστοιχούντος εν όλω ή εν μέρει προς το διεκδικούμενον παλαιόν, ουδέ καταβάλλεται η καθορισθείσα τυχόν αποζημιώσις, ει μη μόνον μετά την δικαστικήν αναγνώρισιν του δικαιούχου. Ο ενιστάμενος πάντως υποχρεούται εις κατάθεσιν της κατά νόμον αγωγής επί ποινή απαραδέκτου της ενστάσεως του ταύτης.

11. Οι ενυπόθηκοι δανεισταί διατηρούσι τα δικαιώματα των προς εγγραφήν αντιστοίχου υποθήκης ή προσημειώσεως καθ` ήν και πρότερον σειράν, επί των κατά τα ανωτέρω παραχωρηθέντων επί τον οφειλέτην ακινήτων εντός έτους από της ανωτέρω μεταγραφής. Παρελθόντος του έτους απράκτου παν δικαίωμα προτεραιότητος αποσβέννυται.

12. Ο τρόπος της εξακριβώσεως της θέσεως, των διαστάσεων και την νομικής μορφής των εις την Κτηματικήν Ομάδα υπαχθέντων ακινήτων ενεργείται κατά τα δι` Υπουργικής αποφάσεως εκάστοτε κανονιζόμενα. Η αυτή Υπουργική απόφασις καθορίζει τα των προσκλήσεων των ενδιαφερομένων, των δημοσιεύσεων, προθεσμιών, ενστάσεων κλπ.

13. Εάν τις των ιδιοκτητών των εις την Κτηματικήν Ομάδα περιληφθέντων ακινήτων δι` οποιονδήποτε λόγον δεν εζήτησεν εμπροθέσμως όπως επανορθωθή τυχόν παραλειφθείσα ή εσφαλμένως γενομένη εγγραφή του εις τον κατά την παρ. 12 του άρθρου τούτου Κτηματολογικόν πίνακα, θεωρείται παραιτηθείς των δικαιωμάτων του όπως λάβη, νέον ακίνητον, διατηρών μόνον δικαίωμα αποζημιώσεως κατά της Κτηματικής Ομάδος, και ταύτης μη υφισταμένης ή μη διαθετούσης πόρους, κατά του Δημοσίου.



14. Η Κτηματική Ομάς έχει δυνάμει των κατά την παρ. 6 υπέρ αυτής αποφάσεων του Προέδρου δικαίωμα εγγραφής υποθήκης επί των παραχωρηθέντων ακινήτων των καθ` ών αι τοιαύται αποφάσεις.

15. Δια κοινών αποφάσεων του αρμοδίου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών δύναται να ορίζηται ότι αι κατά τας παρ. 6 και 7 καθοριζόμεναι αποζημιώσεις, αι βαρύνουσαι την Κτηματικήν Ομάδα, καθώς και αι οιασδήποτε φύσεως δαπάναι λειτουργίας της Κτηματικής Ομάδος (δικαστικά έξοδα, αμοιβαί πληρεξουσίων δικηγόρων ή αμίσθων πληρεξουσίων, κοινοποιήσεις, δημοσιεύσεις, εγγραφαί εις τα βιβλία μεταφορών κλπ.), βαρύνουσι το Δημόσιον και καταβάλλονται υπ` αυτού, και ότι αι κατά τας αυτάς παραγράφους οριζόμεναι υπερ της Κτηματικής Ομάδος αποζημιώσεις καταβάλλονται προς το Δημόσιον. Η παρούσα παράγραφος ισχύει είτε πρόκειται περί εφαρμογής του άρθρου τούτου είτε περί ομαδικής τακτοποιήσεως κατά τα άρθρ. 49 και 50 του παρόντος.

16. Δι` αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού δύναται να κανονίζωνται εις εκάστην περίπτωσιν αι λεπτομέρειαι και οι όροι της εφαρμογής του άρθρου τούτου, δυναμένου να εφαρμόζηται εν συνδυασμώ μετά ετέρων συναφών τη εφαρμογή σχεδίων κλπ. διατάξεων του παρόντος Δ/τος.

17. Η κατά τα ανωτέρω ομαδική τακτοποίησις ( αναδασμός ) της όλης περιοχής της Κτηματικής Ομάδος δύναται κατόπιν αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού να διενεργήται και κεχωρισμένως κατά ζώνας, εφαρμοζομένων, δι` εκάστην ζώνην, κατ` αναλογίαν των ανωτέρω. Εις την περίπτωσιν ταύτην επιτρέπεται όπως δι` αποφάσεως του αρμοδίου Υπουργού ορίζηται όπως η κατά την παρ. 5 του άρθρου τούτου επιβάρυνσις γίγνεται κατά την ιδίαν αναλογίαν δι` απάσας τας ζώνας, λαμβανομένων προς τούτο υπ` όψιν της συνολικής εκτάσεως και του εμβαδού των οικονομικών τετραγώνων ουχί εκάστης ζώνης αλλά της όλης περιοχής της Κτηματικής Ομάδος".

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε`

Ελεγχος των εργασιών δομήσεως και εν γένει της τηρήσεως των σχετικών τη εφαρμογή των σχεδίων των πόλεων, κωμών κ.λ.π. διατάξεων.

Αρθρ. 52.

1. Πάσα οικοδομή και εκτέλεσις οιασδήποτε εργασίας δομήσεως και εν γένει υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένης κατασκευής ή εγκαταστάσεως εντός ή εκτός των πόλεων, κωμών κλπ. υπόκειται ως προς την μελέτην, την εκτέλεσιν και την χρησιμοποίησιν αυτής από απόψεως υγιεινής, ασφαλείας, αισθητικής και εν γένει τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος Δ/τος και οιωνδήποτε ετέρων (καθ` όλα τα στάδια της κατασκευής και μετά ταύτην) εις τον έλεγχον του Κράτους, ασκούμενον υπό της κατά το παρόν Δ/τα αρμοδίας υπηρεσίας κατά τα ειδικότερον δια Δ/τος κανονισθησόμενα.

2. Προς ανέγερσιν, επισκευήν ή κατεδάφισιν οιασδήποτε οικοδομής και προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως και εν γένει οιωνδήποτε κατασκευών και εγκαταστάσεων προβλεπομένων υπό του παρόντος Δ/τος υπό οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, απαιτείται η προηγούμενη έγγραφος άδεια της αρμόδιας υπηρεσίας. Τοιαύτη άδεια δεν απαιτείται προκειμένου περί των εντός των κτιρίων και των οικοδομησίμων εν γένει χώρων εγκαθισταμένων μηχανών, εργαλείων και λοιπών εξαρτημένων λειτουργίας των βιομηχανικών και εν γένει των μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, υπό ειδικών ως προς τα ζητήματα ταύτα διεπομένων διατάξεων. Επίσης δεν απαιτείται τοιαύτη άδεια δια τα εντός των αυτών χώρων εγκαθιστώμενα έτερα αντικείμενα τα μη δυνάμενα να θεωρηθώσιν ως εξαρτήματα των κτιρίων (οίον έπιπλα και σκεύη οικοδομών, εμπορεύματα κλπ.).

3. Την κατά την προηγουμένην παράγραφον άδειαν χορηγούσι μόνον αι υπό του παρόντος Δ/τος οριζόμεναι αρμόδιοι υπηρεσίαι, πάσα δε άδεια, χορηγουμένη τυχόν υπό οιασδήποτε ετέρας δημοσίας ή δημοτικής και κοινοτικής αρχής, δεν έχει νόμιμον κύρος, ουδέ δημιουργεί υπέρ του εις όν παρεσχέθη οιονδήποτε δικαίωμα, συνεπαγομένη την εφαρμογήν των σχετικών ποινικών διατάξεων του παρόντος διατάγματος.

Αρθρ. 53.

1."Η κατά το προηγούμενον άρθρον άδεια χορηγείται, υπό της αρμοδίας Τεχνικής Υπηρεσίας, επί τη εγγράφω αιτήσει του ενδιαφερομένου, υποβάλλοντος απαιραιτήτως την μελέτην του εκτελεσθησομένου έργου. Τοιαύτην μελέτη δεν απαιτείται προκειμένου περί των υπό του άρθρου 23 παρ. 3 εδάφ. β` αναφερομένων εγκαταστάσεων ή και ετέρων έργων παρουσιαζόντων απλότητα εκτελέσεως".

2. Η ανωτέρω άδεια παρέχεται υπό τον όρον τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος διατάγματος και εκτελέσεως του έργου, βάσει της υπό της αρμόδιας υπηρεσίας εγκριθείσης αυτού μελέτης.

3. "Ο τρόπος και αι λεπτομέρειαι της χορηγήσεως των αδειών, καθορίζονται δι` αποφάσεων του Υπουργού Δημ. Εργων, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο τρόπος και αι λεπτομέρειαι της συντάξεως των κατά την παρ. 1 του παρόντος υποβαλλομένων μελετών κανονίζονται δια Β.Δ/των. Δια Β/των δύνανται επίσης να ορίζωνται και έτερα έργα πλήν των εν τη ανωτέρω παρ. 1 αναφερομένων δι` ά δεν απαιτείται η προηγουμένη σύνταξις μελέτης. Ο έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών ενεργείται συμφώνως προς τας διατάξεις των άρθρ. 3 και 4 του Α.Ν. 410/1968, "περί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών".

4. Πρός χορήγησιν της περί ής το παρόν άρθρον αδείας δύναται η αρμοδία υπηρεσία να ζητή οσάκις κρίνη αναγκαίον, την προσαγωγήν των τίτλων ιδιοκτησίας του εφ`ού τα εκτελεσθησόμενα έργα οικοπέδου, ως και παν έτερον επίσημον έγγραφον διασαφηνιστικόν των ορίων και της εν γένει καταστάσεως αυτού.

5. Αι κατά τα ανωτέρω άδειαι υπόκεινται εις τα υπό των ειδικών σχετικών διατάξεων προβλεπόμενα τέλη.

Αρθρ. 54.

1. Εις ωρισμένας περιπτώσεις, κανονισθησομένας δια Β.Δ/τος, και ιδίως προκειμένου περί των υπό της παρ. 3 του άρθρ. 23 προβλεπομένων εγκαταστάσεων, δύναται προς έκδοσιν της σχετικής αδείας ν` απαιτήται η προηγούμενη κατάθεσις χρηματικής εγγυήσεως, ής το ποσόν ορίζεται εκάστοτε αναλόγως του εκτελεστέου έργου. Η εγγύησις αύτη επιστρέφεται εις τον καταθέτην μόνον εφόσον βεβαιωθή η εμπρόθεσμος και συμφώνως προς τους όρους της χορηγηθείσης αδείας εκτέλεσις του έργου, εν εναντία δε περιπτώσει καταπίπτει εις βάρος αυτού.

Αρθρ. 55.

1. Ο εκτελών τα δι` ά η κατά τα ανωτέρω άδεια έργα οφείλει να ορίζη τον αναλαμβάνοντα την εποπτείαν της εκτελέσεως αυτών, όστις προς πάσης ενάρξεως του έργου δέον να υποβάλη εις την κατά το άρθρ. 52 επί της χορηγήσεως της αδείας σχετικήν υπηρεσίαν έγγραφον δήλωσιν περί της αποδοχής της τοιαύτης εποπτείας.

2. Εν περιπτώσει αποχής από της κατά τα ανωτέρω εποπτείας του αναλαβόντος αυτήν, διαρκούσης της εκτελέσεως του έργου, απαιτείται η άμεσος αντικατάστασις αυτού,ήτις εκτελείται κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον.

3. Τα του καθορισμού του αναλαμβανόντος την εποπτείαν του έργου, ο τρόπος βεβαιώσεως της αποχής αυτού από της εποπτείας ταύτης και τα της αντικαταστάσεώς του κανονίζονται δια Β.Δ/των.

Αρθρ. 56.

1. Εν ουδεμία περιπτώσει συγχωρείται η εκτέλεσις έργου εκ των υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων άνευ προηγουμένου καθορισμού του κατά το προηγούμενον άρθρον επόπτου της εκτελέσεως αυτού ή, τούτου αποσχόντος, άνευ της αντικαταστάσεώς του δι` ετέρου. Παράβασις της διατάξεως ταύτης συνεπάγεται, πλήν των άλλων, την αναγκαστικήν διακοπήν των εργασιών, ή αντί τούτου, εφόσον η επί του ελέγχου της εκτελέσεως αρμοδία υπηρεσία κρίνει σκόπιμον, τον υπό τοιαύτης διορισμόν επόπτου της εκτελέσεως επί αμοιβή, υπό της ιδίας οριζομένη, εις βάρος του εκτελούντος τα έργα, υπέρ ού ουδέν εκ της τοιάυτης επεμβάσεως της ανωτέρω υπηρεσίας δύναται να προκύψη δικαιώμα αποζημιώσεως.

2. Προς εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ /τος, ως εκτελών τα έργα θεωρείται ο αιτήσας και λαβών επ` ονόματί του την σχετικήν προς εκτέλεσιν αυτών άδειαν, όστις και εν περιπτώσει μεταβιβάσεως των εκ της αδείας ταύτης απορρεόντων δικαιωμάτων του δεν απαλλάσσεται της κατά το παρόν Δ/μα ευθύνης, αν δεν προβή εις την τοιαύτην μεταβίβασιν δι` επισήμου πράξεως και δεν κοινοποιήση αυτήν εις την επί της χορηγήσεως των αδειών αρμοδίαν υπηρεσίαν.

3. Αι διατάξεις του άρθρ. 55 και του παρόντος τίθενται εν ισχύι ιδιαιτέρως δι` εκάστην πόλιν, κώμην κλπ. ή και περιφέρειαν δι` αποφάσεων του επί της Συγκοινωνίας υπουργού. Πάντως αύται ισχύουσιν αυτοδικαίως, μετά τέσσαρας μήνας από της δημοσιεύσεως του παρόντος Δ/τος, δια τας Αθήνας, Πειραιά, Παλαιόν και Νέον Φάληρον και Θεσσαλονίκην.

Αρθρ. 57.

1. Δια Β.Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, το δικαίωμα της κατά το άρθρ. 55 ενασκήσεως εποπτείας επί των εκτελουμένων έργων δύναται, αναλόγως της πόλεως, κώμης κλπ, εν η ταύτα γίνονται, και του είδους και της αξίας αυτών, να χορηγήται μόνον εις τους κεκτημένους τουλάχιστον απλούν πιστοποιητικόν ανωτέρας τεχνικής μορφώσεως, εις ωρισμένας δε περιπτώσεις μόνον εις μηχανικούς εν γένει και αρχιτέκτονας διπλωματούχους ανωτάτων τεχνικών σχολών, οίτινες εν πάση, περιπτώσει κέκτηται απεριορίστως το δικαίωμα τούτο. Κατά τον αυτόν ως άνω τρόπον δύναται επίσης, και εις άς ακόμη περιπτώσεις δεν επιβάλλονται οι ανωτέρω περιορισμοί, να αποκλείεται εντελώς η ενάσκησις της εποπτείας επί των εκτελούμενων έργων υπό των μη κεκτημένων τουλάχιστον πτυχίον ωρισμένης κατωτέρας τεχνικής εκπαιδεύσεως ή ωρισμένας στοιχειωδώς τεχνικάς γνώσεις και επαρκή ειδικήν περί τα έργα ταύτα πείραν. Δια των αυτών ως άνω Δ/των κανονίζονται τα του είδους, της εκάστοτε απαιτούμενης ανωτέρας τεχνικής μορφώσεως και των πιστοποιητικών αυτής δια τους μη κεκτημένους δίπλωμα ανωτάτης τεχνικής σχολής μηχανικούς εν γένει και αρχιτέκτονας, τα των αναγκαίων πτυχίων της κατωτέρας (μέσης ή κατωτάτης) τεχνικής εκπαιδεύσεως και των στοιχειωδών τεχνικών γνώσεων και πείρας.

2. Αι ανωτέρω διατάξεις ισχύουσι και ως προς την σύνταξιν των περί ως το άρθρ. 53 μελετών, το δικαίωμα της συντάξεως των οποίων δύναται να υφίσταται τους εν τη ανωτέρω παραγράφω οριζομένους περιορισμούς. Μεταξύ των μελετών τούτων συγκαταλέγονται και αι προς σύνταξιν σχεδίων πόλεων και εφαρμογήν εν γένει των διατάξεων του παρόντος Δ/τος απαιτούμεναι πάσης φύσεως τοπογραφικαί και κτηματογραφικαί εργασίαι, ως και αυτή αύτη η μελέτη των σχεδίων των πόλεων.

3. Ο εκτελών τα έργα υπόκειται εις τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, αποκλειομένης της υπό τούτου συντάξεως της μελέτης και αναλήψεως της εποπτείας αυτών, εφ` όσον ούτος στερείται των δια την τοιαύτην ανάληψιν ορισθέντων προσόντων.

Αρθρ. 58.

1. Τα του ελέγχου των κατά το προηγούμενον άρθρον οριζομένων προσόντων και της ταυτότητος των αναλαμβανόντων την μελέτην και εποπτείαν εκτελέσεως των υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων έργων κανονίζονται δια Β.Δ/τος.

2. Ο υπουργός της Συγκοινωνίας δύναται, μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων , να εκδίδη υπέρ των κατά το προηγούμενον άρθρον θεωρηθησομένων, ως κεκτημένων τα προς μελέτην και επίβλεψιν ωρισμένων έργων προσόντα, μη κατόχων δε επιστημονικών τίτλων (διπλώματος κλπ.), πιστοποιητικά εμφαίνοντα την ως προς την μελέτην και εποπτείαν των εν λόγω έργων δικαιοδοσίαν αυτών. Πάντως τα τοιαύτα πιστοποιητικά εκδιδόνται μετά προηγουμένην βεβαίωσιν της αρμοδίας υπηρεσίας ότι ο εις όν παρέχονται έχει ανταποκριθή εις τας ως προς την μελέτην και εποπτείαν των έργων υποχρεώσεις του.

3. Ο υπουργός της Συγκοινωνίας, μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων, δύναται να αφαιρή, προσωρινώς ή και οριστικώς, το κατά το προηγούμενον άρθρον αναγνωρισθέν εις μη κεκτημένους δίπλωμα ανωτάτης τεχνικής σχολής ή πιστοποιητικόν ανωτέρας τεχνικής μορφώσεως και πτυχίον μέσης και κατωτέρας τεχνικής εκπαιδεύσεως δικαίωμα μελέτης και εποπτείας εκτελέσεως των έργων, εφ` όσον ήθελεν αποδειχθή ότι ούτοι δεν δύναται ν` ανταποκριθώσιν εις τας υποχρεώσεις των.

« Αρθρ. 59.111213

Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, μετά γνώμη της Διοικούσας Επιτροπής του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, εγκρίνεται κανονισμός αμοιβών των διπλωματούχων ανώτατων σχολών μηχανικών γενικά και αρχιτεκτόνων, μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, καθώς και αυτών που ασκούν τα επαγγέλματα αυτά, βάσει ειδικών διατάξεων νόμου, εν όλω ή εν μέρει. Με τον κανονισμό αυτόν καθορίζεται η νόμιμη αμοιβή για τη μελέτη, επίβλεψη, εποπτεία ή έλεγχο και παραλαβή κάθε είδους έργων ή εγκαταστάσεων, καθώς και για κάθε είδους τεχνικές γενικά εργασίες και υπηρεσίες, όπως σχεδιαγράμματα, καταμετρήσεις, γνωμοδοτήσεις, πραγματογνωμοσύνες ή αμοιβές που καταβάλλονται σε αυτούς που μετέχουν σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και στους κριτές αυτών.

Μεταξύ των ως άνω έργων περιλαμβάνονται επίσης οι τοπογραφικές και κτηματογραφικές εργασίες, καθώς και οι χωροταξικές, ρυθμιστικές, πολεοδομικές και περιβαλλοντικές μελέτες.

Η αμοιβή αυτή οφείλεται, εφόσον δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής.»



Αρθρ. 60.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ`

Ποινικαί διατάξεις

1. Πάσα οικοδομή και εν γένει οιαδήποτε εργασία δομήσεως και οιαδήποτε κατασκευή και εγκατάστασις, εκτελούμενη παρά τους υπό του παρόντος Δ/τος επιβαλλομένους όρους και περιορισμούς,κατεδαφίζεται υπό της αρχής, εάν ο ιδιοκτήτης του εν ώ η παράβασις ακινήτου ή οιοσδήποτε έτερος των κατά το άρθρ. 61 δια τας δαπάνας και ζημίας υπευθύνων, μετά προηγηθείσαν πρόσκλησιν αυτού και εντός της δια ταύτης οριζομένης αυτή προθεσμίας, δεν σπεύση, να προβή εις τας εν τη προσκλήσει οριζομένας κατεδαφίσεις, επισκευάς και μεταρρυθμίσεις, ως και την λήψιν παντός ετέρου, εντός των διατάξεων του παρόντος Δ/τος ,υποδειχθέντος ούτω αναγκαίου μέτρου. Αι παραβάσεις, αι συνεπάγουσαι την εφαρμογήν των ανωτέρω μέτρων, δύναται να καθορίζονται και λεπτομερέστερον δια Β.Δ/των.

2. Οι ενιστάμενοι κατά της ανωτέρω προσκλήσεως δύναται, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας οριζομένης εν τη αυτή προσκλήσει, να υποβάλωσι τα ενστάσεις των εις τον επί της Συγκοινωνίας υπουργόν, όστις αποφαίνεται επί τούτων ανεκκλήτως.

3. Προκειμένου περί παραβάσεων, δι` ας ουδεμία δύναται να χωρήση αμφισβήτησις, ή αυτοφώρων ή συνεπαγουσών άμεσον κίνδυνον, ουδεμία επιτρέπεται ένστασις, δυναμένης της αρχής εν εξαιρετική ανάγκη να προβαίνη αμέσως εις την εν τη ανωτέρω παραγράφω αναφερομένην κατεδάφισιν και άνευ προηγουμένης προσκλήσεως ή οιασδήποτε ειδοποιήσεως του ιδιοκτήτου ή ετέρου τινός. Αι περιπτώσεις αύται και ο τρόπος βεβαιώσεως αυτών κανονισθήσονται ειδικότερον δια Β.Δ/των.

4. Η συνέχισις των εν τη ανωτέρω παραγράφω 1 αναφερομένων παραβάσεων δύναται να παρακωλυθή δια παντός τρόπου υπό της αρχής, παρεμποδιζούσης άμα και πάσα νομίμως εκτελουμένην εργασίαν, εφ` όσον συνεπάγεται τούτο αναγκαίως η παρακώλυσις των παραβάσεων ή εφ` όσον υπό το πρόσχημα της συνεχίσεως των νομίμως εκτελουμένων εργασιών υπάρχει κίνδυνος να συνεχισθώσι και αι υπερβασίαι.

5. Κατά την εν τοις ανωτέρω αναφερομένην επέμβασιν της αρχής ουδεμίαν έχει αύτη υποχρέωσιν προφυλάξεως και ενισχύσεως νομίμως εκτελεσθέντων οιωνδήποτε έργων, άτινα θα ηδύνατο τυχόν να υποστώσι ζημίαν ως εκ της τοιαύτης επεμβάσεως.

6. Δια την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος άρθρου, η αρχή υποχρεούται να προβαίνη εις άμεσον αναγκαστικήν προσωρινήν ή οριστικήν απομάκρυνσιν (έξωσιν) των ποιουμένων χρήσιν του έργου και εν γένει οιωνδήποτε ανθρώπων, κτηνών και αντικειμένων, ών η παρουσία κωλύει την εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων ή οίτινες απειλούνται δια κινδύνου, ως εκ της εφαρμογής ταύτης. Εάν τα εξ` ων επιβάλλεται η απομάκρυνσις ακίνητα διατελούσι δυνάμει ειδικών διατάξεων υπό αναγκαστικούς όρους, ως προς την μίσθωσιν (ενοικιοστάσιον), η οριστική απομάκρυνσις των ανωτέρω δέον να εκτελήται μόνον εν εσχάτη ανάγκη και εφ` όσον δεν καθίσταται δυνατή η καθ` οιονδήποτε τρόπον προσωρινή στέγασις αυτών εν τω ακινήτω.

Αρθρ. 61.

1. Αι δια τας κατά το προηγούμενον άρθρον υπό της αρχής κατεδαφίσεις κλπ. απαιτούμεναι δαπάναι βαρύνουσιν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον τον εκτελούντα το έργον ( άρθρ. 56 παρ. 2), τον ιδιοκτήτην του εν ω το έργον οικοπέδου και τον αναλαμβάνοντα την εποπτείαν της εκτελέσεως αυτού, θεωρουμένους άπαντας υπευθύνους της παραβάσεως, δύνανται δε να προκαταβάλλωνται υπό του Δημοσίου ή των δήμων και κοινοτήτων εις βάρος και δια λογαριασμόν των υποχρέων, βεβαιούμεναι εν τη περιπτώσει ταύτη ως δημόσιον έσοδον και εισπραττόμεναι παρ` αυτών κατά τας σχετικάς περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων διατάξεις.

2. Τους κατά την προηγουμένην παράγραφον συνυπευθύνους βαρύνει καθ` όμοιον τρόπον και πάσα ζημία προσγινομένη εις οιονδήποτε, ως εκ της κατά το προηγούμενον άρθρον επεμβάσεως της αρχής και των αποτελεσμάτων της τοιαύτης επεμβάσεως, του Δημοσίου όντος εντελώς ανευθύνου.

3. Προκειμένου περί παραβάσεων αναγομένων εις την στερεότητα, εάν τα επί ταύτης επιδρώντα στοιχεία του έργου εξετελέσθησαν βάσει της υπό της αρχής εγκριθείσης μελέτης αυτού και εν τη εκτελέσει ταύτη εξηκριβώθησαν υφιστάμεναι αι προϋποθέσεις της μελέτης, υπεύθυνος δια την πληρωμήν των κατά τας ανωτέρω παραγράφους δαπανών και ζημιών είναι, αντί των εν αυτοίς αναφερομένων, ο συντάκτης της εγκριθείσης μελέτης. Εν περιπτώσει αμφιβολιών ως προς το είδος των παραβάσεων των συνεπαγουσών την ανωτέρω μετατόπισιν της ευθύνης αποφαίνεται ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σύμφωνον γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων.

4. Εάν το εν ω αι παραβάσεις έργον εκτελήται άνευ της κατά το άρθρ. 52 αδείας, υπεύθυνοι δια τας κατά τα ανωτέρω δαπάνας και ζημίας αλληλεγγύως και εις ολόκληρον είναι, αντί των εν παρ. 1 αναφερομένων, ο ιδιοκτήτης του εν ω το έργον οικοπέδου και ο οπωσδήποτε αναλαβών την εκτέλεσιν αυτού ( εργολάβος, αρχιτεχνίτης, επιστάτης κλπ.).

5. Προκειμένου περί παραβάσεων λαμβανουσών χώραν επί κοινοχρήστων χώρων την θέσιν του ιδιοκτήτου, ως προς την ευθύνην της πληρωμής των ανωτέρω δαπανών και ζημιών, υπέχει ο εντειλόμενος την εκτέλεσιν του έργου και ωφελούμενος εκ ταύτης.

Αρθρ. 62.

1. Εάν επί των έν άρθρ. 60 αναφερομένων έργων παρουσιασθή μετά την εκτέλεσίν των λόγω παλαιότητος ή εφ οιασδήποτε ετέρας αιτίας κίνδυνος ως προς την στερεότητα ή την υγιεινήν, ο ιδιοκτήτης του έργου υποχρεούται εις την άμεσον άρσιν του τοιούτου κινδύνου.

2. Εν ταις ανωτέρω περιπτώσεσιν εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του άρθρ. 60, της αρχής δυναμένης εν περιπτώσει κινδύνου, ως προς την υγιεινήν, αντί της κατεδαφίσεως να θέτη εν όλω ή εν μέρει εις αχρησίαν το επικίνδυνον έργον.

3. Ο ιδιοκτήτης του ως άνω (παρ. 1) επικινδύνου κριθέντος έργου ευθύνεται δια την πληρωμήν των κατά το προηγούμενον άρθρον δαπανών και ζημιών, εφαρμοζομένων ως προς την είσπραξιν των πρώτων των σχετικών του αυτού άρθρου διατάξεων.

4. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και εάν, εις τα έργα δεν ενεφανίσθη μετά την εκτέλεσίν των οιονδήποτε σύμπτωμα κινδύνου, αλλ` εκρίθησαν ταύτα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Δ/τος (άρθρ. 8, 10 και 11) μη ανταποκρινόμενα εις τους απαιτουμένους ως προς την υγιεινήν και στερεότητα όρους.

Αρθρ. 63.

1. Εάν ο ιδιοκτήτης προσκαλούμενος να απομακρύνη ή να αποξηράνη τας εν άρθρ. 18 ανθυγιεινάς ύλας, ή να εκτελέση την κατά το άρθρ. 19 περίφραξιν, δεν συμμορφωθή προς τα δια της προσκλήσεως επιτασσόμενα, εντός προθεσμίας οριζομένης δια της αυτής προσκλήσεως, δύναται να πράξη τούτο εις βάρος και δια λογαριασμόν αυτού το Δημόσιον, της σχετικής δαπάνης βεβαιουμένης ως δημοσίου εσόδου και εισπραττομένης κατά τας περί τούτων διατάξεις.

2. Οι ενιστάμενοι κατά της ανωτέρω προσκλήσεως δύναται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας, οριζομένης εν αυτή, να υποβάλλωσιν εις τον επί της Συγκοινωνίας υπουργόν τας ενστάσεις των, ούτος δε αποφαίνεται επ` αυτών ανεκκλήτως.

3. Εάν εκ της αρνήσεως του ιδιοκτήτη να προβή εις τας κατά το άρθρ. 18 υποχρεώσεις του, διαπιστουμένης δια της παρελεύσεως απράκτου εξαμήνου προθεσμίας από της λήξεως της κατά την ανωτέρω παρ. 1 προθεσμίας, βεβαιωθή ότι η δημοσία υγεία διατρέχει σοβαρώτατον κίνδυνον, το εις ταύτην επικίνδυνον μέρος του γηπέδου δύναται να εκπλειστηριάζηται αναγκαστικώς υπέρ του αναλαμβάνοντος τας κατά το άρθρ. 18 υποχρεώσεις του ιδιοκτήτου και παρέχοντος επαρκείς εγγυήσεις εκτελέσεως τούτων εντός ωρισμένης προθεσμίας. Δια Β.Δ/τος κανονισθήσεται ο τρόπος εξακριβώσεως του ανωτέρω κινδύνου και τα του προγράμματος και των όρων του πλειστηριασμού.

4. Κατά την εφαρμογήν των διατάξεων της ανωτέρω παρ. 1 ισχύουσιν αναλόγως αι διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρ. 60 και της παρ. 2 του άρθρ. 61 ως προς τον ιδιοκτήτην.

Αρθρ. 64. 14

1. Η παράβασις των διατάξεων του άρθρ. 60, πλήν των άλλων, παρέχει εις τον προς όν η άκυρος θεωρουμένη μεταβίβασις το δικαίωμα χρηματικής ικανοποιήσεως υπό του μεταβιβάζοντος ίσης προκειμένου μεν περί γηπέδων κειμένων εντός του εγκεκριμένου σχεδίου και εν γένει εντός των πόλεων, κωμών κλπ. (περίπτωσις εκποιήσεως οικοπέδων επί τω τελεί συστάσεως συνοικισμού βάσει ιδιωτικού σχεδίου) ίσης προς το πενταπλάσιον του τιμήματος τούτου.

2. Η ανωτέρω διάταξις ισχύει και δια την παράβασιν του άρθρ. 16, τα εν τω οποίω αναφερόμενα γήπεδα θεωρούνται δια την εφαρμογήν αυτής κείμενα εκτός της πόλεως, κώμης κλπ.

Αρθρ.65.

1. Δι` οικοδομάς ή οιασδήποτε κατασκευάς και εγκαταστάσεις ή τμήματα αυτών απαλλοτριωτέας κατά τας διατάξεις του άρθρου 30 παρ.1 και του άρθρου 39 του παρόντος Δ/τος, εκτελεσθείσας δε ή συμπληρωθείσας μετά την έγκρισιν του σχεδίου και των τροποποιήσεων αυτού και της περί το σχέδιον ζώνης ή μετά την επιβολήν των κατά το άρθρο 8 και το άρθρο 22 παρ.2 περιορισμών, κατά παράβασιν του Δ/τος τούτου, και δι`όμοια έργα εκτελεσθέντα ή επισκευασθέντα επί οικοπέδων μεταβιβασθέντων παρά τας διατάξεις των άρθρων 16 και 20, ουδεμία καταβάλλεται αποζημίωσις εν περιπτώσει απαλλοτριώσεως των γηπέδων, εφ` ών τα τοιαύτα έργα, προ της κατεδαφίσεως αυτών. Προς απόδειξιν του χρόνου της ανεγέρσεως των ανωτέρω έργων, εφ`όσον τούτα περιλαμβάνονται, εις τμήματα του σχεδίου ή της ζώνης εγκρινομένα ή τροποποιούμενα από της εφαρμογής του παρόντος Δ/τος και εφεξής, επιτρέπεται χρήσις μόνο του τοπογραφικού χάρτου, βάσει του οποίου συνετάχθη το σχέδιον ή η τροποποίησις αυτού, της κατά το άρθρο 52 αδείας και επισήμων εγγράφων σχετικών τη ανεγέρσει, τη μεταβιβάσει ή τη εκμεταλλεύσει του ακινήτου, αποκλειομένης της δια μαρτύρων ή δι`οιουδήποτε ετέρου μέσου αποδείξεως. Η διάταξις αυτή δύναται να επεκταθή αναλόγως δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου εφ`άπαξ ιδιαιτέρως δι`έκαστην πόλιν, κώμην κλπ. και ως προς έργα περιλαμβανομένα επί τμημάτων του εγκεκριμένου σχεδίου ή της ζώνης ουδεμίαν υποστάντα από της ισχύος του παρόντος Δ/τος μεταβολήν και εκτελεσθέντα κατά παράβασιν των κειμένων διατάξεων.

Αρθρ. 66.

Τα άρθρα 66 έως και 68 καταργήθηκαν με το άρθρ. 473 παρ. 2 εδαφ. 22 Ποινικού Κώδικα εφαρμοζόμενων ήδη των άρθρ. 286 και 434 αυτού.

Αρθρ. 67.

Τα άρθρα 66 έως και 68 καταργήθηκαν με το άρθρ.473 παρ. 2 εδαφ. 22 Ποινικού Κώδικα εφαρμοζόμενων ήδη των άρθρ. 286 και 434 αυτού.

Αρθρ. 68.

Τα άρθρα 66 έως και 68 καταργήθηκαν με το άρθρ.473 παρ. 2 εδαφ. 22 Ποινικού Κώδικα εφαρμοζόμενων ήδη των άρθρ. 286 και 434 αυτού.



Αρθρ. 69.

1. Κατά την υπό του Δημοσίου εκτέλεσιν των κατά τα άρθρα 60, 62 και 63 κατεδαφίσεων και την εν γένει συνωδά ταις διατάξεσι ταύταις επέμβασιν αυτού εις ξένας ιδιοκτησίας αποκλείονται τα προσωρινά μέτρα, ουδέ δύνανται αι περί εκτελέσεως των ανωτέρω κατεδαφίσεων και λοιπών επεμβάσεων αποφάσεις της διοικήσεως να μεταβληθώσιν ή ακυρωθώσιν υπό οιωνδήποτε δικαστικών αποφάσεων, τα δε κατά το προηγούμενον άρθρον συντασσόμενα πρωτόκολλα, μετά την κύρωσίν των, αποτελούσι πλήρη απόδειξιν των εν αυτοίς αναφερομένων γεγονότων.

2. Εις περίπτωσιν οιασδήποτε αμφιβολίας περί της εννοίας και ως προς τας προ της ισχύος του παρόντος του Δ/τος γενομένας παραβάσεις των περί σχεδίων των πόλεων και οικοδομών εν γένει διατάξεων.

3. Ο υπουργός της Συγκοινωνίας κανονίζει τας λεπτομέρειας της σχετικής τη εφαρμογή των άρθρ. 60, 62, 63, 64, 65, 68 και 69 διαδικασίας.

4. Η ισχύς των ποινικών διατάξεων των άρθρων 66 και 67 άρχεται μετά πεντάμηνον από της δημοσιεύσεως του παρόντος διατάγματος, του επί της Συγκοινωνίας υπουργού δυναμένου δι`αποφάσεως του να θέτη ταύτας μονομερώς δι`ωρισμένας πόλεις, κώμας κλπ. εν ισχύϊ και προ της παρελεύσεως του πενταμήνου τούτου. Πάντως αύται εφαρμόζονται μόνον δια τας από της ισχύος αυτών γιγνομένας παραβάσεις του Δ/τος τούτου και οιωνδήποτε ετέρων περί σχεδίων των πόλεων και οικοδομών εν γένει διατάξεων.

Αρθρο 70

Κεφάλαιον Ζ` Γενικές Διατάξεις.

1. Ως σχέδια πόλεων, κωμών κλπ. κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος νοούνται ου μόνον τα αρχικώς εγκρινόμενα νέα σχέδια αυτών αλλά και πάσα μεταγενεστέρα τροποποίησις και επέκτασις των σχεδίων τούτων. 2. Εις περίπτωσιν οιασδήποτε αμφιβολίας περί της εννοίας των οικοδομών, κατασκευών, εγκαταστάσεων, εργασιών δομήσεως και εν γένει των υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων έργων, αρμόδιος όπως αποφανθή οριστικώς είναι ο υπουργός της Συγκοινωνίας. Πάντως των περί υγιεινής και ασφαλείας διατάξεων του παρόντος Δ/τος εξαιρείται η λειτουργία των μηχανών, εργαλείων και των συναφών τούτοις εξαρτημάτων των βιομηχανικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, ως προς την οποίαν εφαρμόζονται αι ειδικαί περί αυτής διατάξεις.

Αρθρ.71.

1. Οσάκις ενέργειαι της διοικήσεως εκ των υπό του παρόντος Δ/τος, προβλεπομένων προεκλήθησαν υπό των ενδιαφερομένων και απαιτούσιν ωρισμένα τοπογραφικά ή άλλου είδους διαγράμματα και μετρήσεις, δύναται δι`αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας υπουργού να ορίζεται η δαπάναις και φροντίδι των ενδιαφερομένων τούτων κατάρτισις των ειρημένων στοιχείων και εις ας περιπτώσεις δεν προβλέπεται το τοιούτον υπό των διατάξεων του παρόντος. Εν τοιαύτη περιπτώσει η τυχόν καθυστέρησις των διοικητικών ενεργειών, ως εκ της μη καταρτίσεως υπό των ενδιαφερομένων των υπό της υπηρεσίας ορισθέντων διαγραμμάτων κλπ., ουδέν δημιουργεί υπέρ αυτών δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου και των δήμων ή κοινοτήτων βαρύνει δε αυτούς πάσα εκ της τοιαύτης καθυστερήσεως προκύπτουσα ζημία.

2.Εις ωρισμένας περιπτώσεις υποβολής ενστάσεων κατά την εφαρμογήν του παρόντος Δ/τος, κανονισθησομένας δια Β.Δ/τος, επιβάλλεται η προηγουμένη κατάθεσις υπό του ενισταμένου παραβόλου, άνευ της οποίας η ένστασις δεν δύναται να ληφθή υπ`όψιν. Το παράβολον τούτο ορισθήσεται δι`εκάστην περίπτωσιν υπό των ειρημένων Δ/των μεταξύ πέντε και εκατόν δραχμών.

Αρθρ.72.

1. Αι υπό των διατάξεων του παρόντος Δ/τος προβλεπόμεναι εν γένει γνωμοδοτήσεις δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων δεν είναι υποχρεωτικαί δια τον υπουργόν και εις ας περιπτώσεις το τοιούτον δεν καθορίζεται εν τω Δ/τι τούτω του υπουργού δυναμένου και κατά τας περιπτώσεις ταύτας ν`αποφασίζη και διαφόρως.

2. Οσάκις αι υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπόμεναι γνωμοδοτήσεις δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων ζητούνται υπό του υπουργείου, ισχύουσιν αναλόγως ως προς την σχετικήν προθεσμίαν προς υποβολήν τούτων αι διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 3, μετά την παρέλευσιν της οποίας απράκτου δεν θεωρούνται αύται αναγκαίαι, η δε έλλειψις τούτων ουδεμίαν συνεπάγεται ακυρότητα των άνευ αυτών λαμβανομένων αποφάσεων.

3. Προκείμενης συζητήσεως υπό του συμβουλίου των δημοσίων έργων ζητηματων εκ των δια του παρόντος Δ/τος εις την αρμοδιότητα αυτού υπαγομένων, ενδιαφερόντων δ`οπωσδήποτε και έτερα υπουργεία, δύναται να μετέχη μετά ψήφου των συνεδριάσεων αυτού ανά εις ανώτερος υπάλληλος εξ `εκάστου των ενδιαφερομένων άλλων υπουργείων (και μόνον ως προς τα αφορόντα το όπερ εκπροσωπεί υπουργείον ζητήματα), οριζομένος υπό του οικείου υπουργείου.

4. Εξαιρέσει των υπό των άρθ. 2, 3, 4, 5, 7, 8, 14, 18, 43, 57, 58, 59 και 75 προβλεπομένων περιπτώσεων, εις πάσας τας λοιπάς ο υπουργός της Συγκοινωνίας δύναται δι` αποφάσεώς του να μεταβιβάζη εν όλω ή εν μέρει την δικαιοδοσίαν του συμβουλίου των δημοσίων έργων εις έτερα ειδικά τεχνικά συμβούλια και επιτροπάς, υφιστάμενα δυνάμει ετέρων διατάξεων ή υπό του ιδίου επί τούτω συνιστώμενα κανονίζοντος άμα εν τη δευτέρα ταύτη περιπτώσει και την λειτουργίαν αυτών.

5. Δια την τοποθέτηση οιωνδήποτε σιδηροδρομικών και τροχιοδρομικών γραμμών και των συναφών ταύταις σταθμών, αποθηκών και λοιπών σχετικών εγκαταστάσεων εντός των πόλεων, κωμών κλπ.και εις την περιοχήν τούτων επί ζώνης πλάτους χιλίων μέτρων ή της κατά το άρθρο 14 ζώνης, εάν αύτη έχη πλάτος υπέρ τα χίλια μέτρα, προαπαιτείται η γνωμοδότησις του Συμβουλίου των δημοσίων έργων, όπερ δια την περίπτωσιν ταύτην συντίθεται ειδικώς καθ`ον τρόπον θέλει ορίσει υπουργική απόφασις, μετεχόντων απαραιτήτως αυτού και ανωτέρων ειδικών περί τα σιδηροδρομικά υπαλλήλων. Κατά το αυτόν τρόπον ορίζεται η σύνθεσις του συμβουλίου των δημοσίων έργων, προκειμένου περί εγκρίσεως σχεδίου πόλεως, κώμης κλπ., εντός ή εν τη κατά τα ανωτέρω περιοχή της οποίας υφίστανται τοιαύται σιδηροδρομικαί εγκαταστάσεις.

Αρθρο 73.

1. Η δια την κατάρτισιν των υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων κανονιστικών Δ/των απαιτουμένη προπαρασκευαστική αστική εργασία ή μελέτη σχεδίων πόλεων κλπ.,η επεξεργασία προγραμμάτων εφαρμογής των τοιούτων σχεδίων και του εν γένει εξωραϊσμού των πόλεων και αυτή η εφαρμογή των εν λόγω σχεδίων, ως και η εκτέλεσις των ταύτη εν γένει παρομαρτούντων έργων, δύναται ν`ανατίθεται εις πενταμελείς επιτροπάς, εκάστη των οποίων δικαιούται να προσλαμβάνει και ένα γραμματέα. Δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετ`απόφασιν του υπουργικού συμβουλίου, δύναται να ορίζεται αμοιβή και οδοιπορικά έξοδα εις τα μέλη και τον γραμματέα εκάστης των ανωτέρω επιτροπών, αναλόγως της φύσεως και του ποσού της παραγομένης εργασίας. Τα της συστάσεως, της συνθέσεως, της δικαιοδοσίας των εργασιών και της εν γένει λειτουργίας των επιτροπών τούτων, αίτινες είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, κανονίζονται δια Β.Δ/τος. "Πάντως η εφαρμογή πασών των διατάξεων του παρόντος Ν.Δ/τος εις περιπτώσεις χαράκτηρισθείσας νομίμως ως επειγούσης ανάγκης επιτρέπεται και προ της εκδόσεως των εν αυτώ προβλεπομένων οιωνδήποτε κανονιστικών Β.Δ/των ή Υπουργικών Αποφάσεων".

2. Συσταθεισών των κατά τα ανωτέρω επιτροπών δεν επιτρέπεται εν πάσει περιπτώσει αντικατάστασις των μελών αυτών ειμή άπαξ ανά παν έτος, του αριθμού των εις εκάστην τοιαύτην αντικατάστασιν αντικαθισταμένων μελών μη δυναμένου να υπερβαίνει τα 2/3 του όλου αριθμού των μελών της επιτροπής.

3. Ο Υπουργός της Συγκοινωνίας δύναται δι` αποφάσεως του να μεταβιβάζη εν μέρει η εν όλω τα κατά το παρόν Δ/γμα προνόμια (δικαιώματα και υποχρεώσεις των δήμων ή κοινοτήτων εις τας κατά τα ανωτέρω επιτροπάς) εις τα τυχόν συσταθησομένα επί τω τέλει εφαρμογής των σχεδίων των πόλεων κλπ. εξωραϊσμού, αυτών έτερα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ειδικά ταμεία), και εις τους εκδοχείς της εκτελέσεως των προς εφαρμογήν των σχεδίων των πόλεων κλπ. και πραγμάτωσιν του σκοπού των, κατά το παρόν Δ/γμα απαλλοτριώσεων εκτελεστέων έργων.

Αρθρ.74.

1. Υπαρχούσης αμφιβολίας ως προς την φύσιν ή έκτασιν του υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων υποχρεώσεων εκάστου φυσικού ή νομικού προσώπου αρμόδιος όπως αποφαίνεται είναι ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός, όστις αποφασίζει ανεκκλήτως.

2. Πάσαι αι κατά το παρόν Δ/γμα συνεπεία (οριστικών) αποφάσεων της διοικήσεως ή (τελεσιδίκων) δικαστικών αποφάσεων απαιτήσεις, εφ`όσον ο επισπεύδων είναι το Δημόσιον, ο δήμος ή η κοινότης, εισπράττονται εφαρμοζομένων υπέρ του επισπεύδοντος των κατά των οφειλετών του Δημοσίου προβλεπομένων υπό των περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων διατάξεων καταναγκαστικών μέσων και καθ`ας περιπτώσεις αι διατάξεις του παρόντος Δ/τος, δεν προβλέπουσι ειδικώς τούτο. Τα αυτά μέσα, εξαιρέσει του της προσωπικής κρατήσεως, δύναται να εφαρμόζωνται και όταν ο επισπεύδων είναι οιονδήποτε έτερον πρόσωπον, εφ`όσον ο καθ`ού η απαίτησις δεν καταλέγεται εις τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα. Δια Δ/των θα κανονισθώσιν αι περιπτώσεις και οι όροι υφ`ούς επιτρέπεται η εφαρμογή της τελευταίας ταύτης διατάξεως.

3. Οσάκις υπάρχει περίπτωσις υποβολής ενστάσεων κατά διοικητικής τινος πράξεως υπό των υπό του παρόντος Ν.Δ/τος προβλεπομένων, τάσσεται πάντοτε προς υποβολήν ταύτης ανατρεπτική προθεσμία, και αν έτι δεν προβλέπεται τούτο υπό των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος. Τα των τοιούτων προθεσμιών κανονίζονται δι`υπουργικών αποφάσεων. "Εις πάσαν περίπτωσιν εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Ν.Δ/τος, χαρακτηρισθείσαν νομίμως ως επειγούσης ανάγκης, δεν απαιτείται η τήρησις των οιωνδήποτε διατάξεων αυτού των αφορωσών εις προθεσμίας ή προσκλήσεις προς οιονδήποτε ή κοινοποιήσεις ή υποβολήν ενστάσεων, πάντων των σχετικών προς τα θέματα ταύτα δυναμένων εκάστοτε να κανονίζωνται δι`αποφάσεων του Υπουργού".

4. Αι υπό του παρόντος Δ/τος οριζόμεναι οιαδήποτε υποχρεώσεις, εξαιρέσει των εις την αρμοδιότητα των δικαστηρίων υπαγομένων αποζημιώσεων, δι`απολλοτριώσεις, καθίστανται οριστικαί και αμετάκλητοι, ως προς έκαστον υπόχρεων καθ` όν τρόπον θέλει κανονίσει Β.Δ/γμα, εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ`ας τούτο καθορίζεται δια του παρόντος. Κατά των περί οριστικού καθορισμού των τοιούτων υποχρεώσεων αποφάσεων της διοικήσεως δεν επιτρέπεται η προσφυγή εις τα τακτικά δικαστήρια, ειμή μόνον δι`εσφαλμένην εφαρμογήν ή ψευδή ερμηνείαν του παρόντος Δ/τος.Εφ`όσον αι ειρημέναι αποφάσεις ορίζουσι την υπό του υποχρέου καταβολήν χρημάτων, επιτρέπεται η εις τα τακτικά δικαστήρια ανακοπή της εκτελέσεως αυτών μόνον δια τους λόγους τους επιτρέποντας την ανακοπήν της εκτελέσεως κατά την εφαρμογήν των περί εισπράξεως των δημοσίων εσόδων διατάξεων.


Αρθρ.75.

1. Εκτός των υπό των διατάξεων του παρόντος Δ/τος ειδικώς προβλεπομένων περιπτώσεων, και εις πάσαν ετέραν τοιαύτην το Δημόσιον, οι δήμοι και αι κοινότητες δύνανται να προκαταβάλωσι δια λογαριασμόν και εις βάρος των υποχρέων τας απαιτουμένας προς εκπλήρωσιν των υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων εν γένει υποχρεώσεων αυτών δαπάνας ή και να εκτελώσιν απ`ευθείας τα σχετικά έργα (εφ`όσον οι ειρημένοι υπόχρεοι, μετά την εκπλήρωσιν των κατά το παρόν Δ/γμα προαπαιτουμένων διατυπώσεων και εντός των υπό των υπό τούτου προβλεπομένων σχετικών προθεσμιών, δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποχρεώσεις αυτών. Καθ`ας περιπτώσεις δεν προβλέπονται υπό του παρόντος Δ/τος τοιαύται προθεσμίαι, ορισθήσονται αύται δι`ιδίων Β.Δ/των). Τα ανωτέρω δικαιώματα δύνανται να παρέχωνται και εις οιονδήποτε έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον μετά προηγουμένην έγκρισιν του Υπουργού της Συγκοινωνίας.


2. Εις την κατά την προηγουμένην παράγραφον εκτέλεσιν των έργων αποκλείονται τα προσωρινά μέτρα, εφ`όσον δε ο προκαταβάλλων τας δαπάνας ή και εκτελών τα έργα είναι το Δημόσιον, ο δήμος ή η κοινότης, ισχύουσιν αναλόγως ως προς την ευθύνην των προσώπων τούτων αι διατάξεις του άρθρου 60 παρ. 5 και του άρθρου 61 παρ.2, πάσης σχετικής ζημίας επιβαρυνούσης τους υποχρέους.

3. Ο απολογισμός των κατά τα ανωτέρω δια λογαριασμόν των υποχρέων καταβαλλομένων δαπανών υποβάλλεται εις το υπουργείον της Συγκοινωνίας και εγκρίνεται υπό του υπουργού (μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων) (κατά τα δια Β.Δ/τος ειδικωτέρον κανονισθησόμενα). Μετά την ως άνω έγκρισιν ουδεμία χωρεί κατ`αυτού οιαδήποτε ένστασις από μέρους των υποχρέων ή τρίτων, αποτελεί δε ούτος οριστικήν απαίτησιν του καταβάλλοντος τας δαπάνας κατά του υποχρέου. "Ως προς την είσπραξιν των καταβληθεισών δαπανών εφαρμόζονται αι σχετικαί διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2".



Αρθρ.76.

1.Εις ας περιπτώσεις προβλέπονται κατά τας διατάξεις του παρόντος διατάγματος οιαιδήποτε προσκλήσεις φυσικών ή νομικών προσώπων ή κοινοποιήσεις οιωνδήποτε εγγράφων προς τοιαύτα πρόσωπα αύται δύνανται να είναι και γενικαί (άνευ ονομαστικής μνείας των εις ους αφορώσι).

2. Των κατά το παρόν Δ/μα προσκλήσεων και κοινοποιήσεων θεωρούνται ότι έλαβον πλήρη γνώσιν οι ενδιαφερόμενοι και μόνον αν αύται εδημοσιεύθησαν εις δύο εκ των εφημερίδων του ημηρεσίου τύπου ή και μόνον εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Πάντως τον τρόπον των κατά τα ανωτέρω προσκλήσεων και ειδοποιήσεων, καθ`ας περιπτώσεις ούτος δεν καθορίζεται λεπτομερώς εν τω παρόντι Δ/τι, κανονίζει ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός.


Αρθρ.77.

1. Διαταγαί των αρχών, εκδιδομέναι τυχόν προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε έργων υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπομένων, παρά την υπό του Δ/τος τούτου καθοριζομένη αρμοδιότητα, ή αναστέλλουσαι την εκτέλεσιν αρμοδίως εκδοθεισών ετέρων διαταγών και εν γένει την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, ουδέν έχουσι νόμιμον κύρος, ουδ`απαλλάσουσι τους κατά το προηγούμενον κεφάλαιον υπευθύνους της ευθύνης των εν περιπτώσει υπερβασίας,οι δε υπάλληλοι ή τα αστυνομικά όργανα οι εκδίδοντες ή εκτελούντες τοιαύτα αναρμοδίως εκδοθείσας διαταγάς, πλην των συνεπειών ας υπέχουσιν εν περιπτώσει παραβάσεων του παρόντος Δ/τος, θεωρούμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνυπεύθυνοι μετά των κατά το προηγούμενον κεφάλαιον υπευθύνων υπόκεινται εν πάση περιπτώσει εις τας υπό του άρθρ.66 παρ.9 επιβαλλομένας ποινάς.


Αρθρ.78.

1. Τα υπό του παρόντος Δ/τος προβλεπόμενα εν γένει έργα και αι σχετικαί μελέται, οσάκις εκτελούνται υπό του Δημοσίου, των δήμων ή των κοινοτήτων και των κατά το άρθρο 73 νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δύνανται να εκτελώνται είτε δια τακτικής δημοπρασίας, είτε δια προχείρου διαγωνισμού, είτε δι`ιδιαιτέρας συμφωνίας, είτε και δι`ημερομισθίων εργατών και απ`ευθείας προμηθείας υλικών. Πάντως ο τρόπος της εκτελέσεως εις εκάστην περίπτωσιν κανονίζεται δι`αποφάσεως του επί της Συγκοινωνίας υπουργού αναλόγως των συντρεχόντων λόγων.

2. Προς εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος αναγράφεται, ετησίως υπό ίδια κεφάλαια και άρθρα εις τον προϋπολογισμόν του υπουργείου της Συγκοινωνίας ανάλογος πίστωσις.

3. Μέρος των δια την κατά την προηγομενην παράγραφον εφαρμογήν καταβαλλομένων δαπανών, εφ`όσον δεν προβλέπεται άλλως, δύναται να επιβαρύνει τους δήμους και τας κοινότητας καθ` όν τρόπον θέλει ορίσει Β.Διάταγμα.

Αρθρ. 79.

1. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος υπάγεται γενικώς εις την αρμοδιότητα της υπηρεσίας των δημοσίων έργων, συμπραττόντων κατά τας παρομαρτούσας ταύτη ενεργείας και οργάνων ετέρων κρατικών υπηρεσιών. Ο Υπουργός της Συγκοινωνίας ορίζει δι`αποφάσεώς του την ως προς την ειρημένην εφαρμογήν ειδικήν εν εκάστη περιπτώσει αρμοδιότητα και δικαιοδοσίαν των οργάνων των ανωτέρω εν γένει υπηρεσιών,όπου δεν προβλέπεται το τοιούτον υπό των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος.

2. Η επιτήρησις της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Δ/τος ανήκει πάντως εις την αστυνομικήν αρχήν, ήτις θέλει ένεργεί κατά τας σχετικάς υποδείξεις της επί της εφαρμογής αυτών υπηρεσίας, επιβάλλουσα την εκτέλεσιν των διατάξεων αυτής.

3. Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Δ/τος δύνανται δια Β.Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων και των οικείων δημοτικών ή κοινοτικών συμβουλίων, να ανατίθεται εν όλω ή εν μέρει, εις τους δήμους και τας κοινότητας υπό τον κρατικόν έλεγχον, όστις θέλει ασκείσθαι καθ`ον τρόπον θα ορίσωσι τα αυτά Β.Δ/τα.Εν τη περίπτωσει αυτή οι εις ους ανατίθεται ο ανωτέρω έλεγχος και εποπτεία υπάλληλοι των δήμων ή κοινοτήτων, δια πάσαν έκδοσιν αδείας προς εκτέλεσιν έργων και εν γένει ενέργειαν κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, πλην των άλλων, υπόκεινται εις τας κατά το άρθρ.66 παρ.4 ποινάς. Δια Β.Δ/των δύναται επίσης ν`ανατίθεται εν όλω ή εν μέρει η εφαρμογή του ιδίου δ/τος εις τας αστυνομικάς αρχάς, των αστυνομικών οργάνων, πλην των άλλων ,υποκειμένων εντοιαύτη περιπτώση δια πάσανέκδοσιν αδείας προς εκτέλεσιν έργων και εν γένει ενέργειαν κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος εις τα αυτάς ως άνω ποινάς.


4. Προς διεξαγωγήν πάντων των αφορώντων την εφαρμογήν του παρόντος Δ/τος ζητημάτων και παντός ετέρου συναφούς τη εφαρμογή των σχεδιών των πόλεων και τη εκτελέσει των σχετικών τη τελευταία ταύτη εργασιών, δύνανται να συνιστώσι ειδικά γραφεία της υπηρεσίας των δημοσίων έργων. Τα γραφεία ταύτα συνιστώνται δια Β.Δ/των, άτινα κανονίζουσι και την λειτουργίαν αυτών. 5. Ο υπουργός δύναται δια Β.Δ/τος να μεταβιβάζει εν όλω ή εν μέρει την κατά το παρόν Δ/μα δικαιοδοσίαν του και εις έτερα πρόσωπα.


Αρθρ.79Α.

Το άρθρο 79Α, το οποίο προστέθηκε με το άρθρ. 4 Ν. 3976/1929, κατηργήθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 3275/1955.



Κεφάλαιον Η` Ακροτελεύτιοι και μεταβατικαί διατάξεις

Αρθρ.80

Εντός δεκαετίας από της ισχύος του παρόντος Δ/τος δέον ν`αναθεωρηθώσι μεν τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια των πόλεων, κωμών κλπ. του Κράτους, δια την ανασύνταξιν των οποίων δεν εθεσπίσθησαν από δεκαετίας, ειδικαί διατάξεις, να συνταχθώσι δε νέα σχέδια δια τας μη εχούσας τοιαύτα πόλεις, κώμας κλπ., ων ο πληθυσμός είναι άνω των τριών χιλιαδών κατοίκων.

Αρθρ.81.

1.Το παρόν Δ/γμα ισχύει γενικώς και ως προς τα ήδη εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, κωμών κλπ. και τας τροποποιήσεις αυτών, εξαιρέσει των περιπτώσεων, καθ` άς αι διατάξεις αυτού ρητώς ορίζουσιν άλλως. Ισχύει επίσης και δια τα περί ων το άρθρ.1 του ν. 2633 οικόπεδα τραπεζικών κτιρίων, εφαρμοζόμενων και ως προς ταύτα των δια τους περί ών το άρθρο 30 (υπό στοιχ.β`) χώρους διατάξεων.

2. Τα δυνάμει των διατάξεων του ν. ΓΥΓΚ` ή οιωνδήποτε καθ`ερμηνείαν αυτού διοικητικών ή δικαστικών αποφάσεων καταργηθέντα σχέδια πόλεων κλπ. από της δημοσιεύσεως του παρόντος Δ/τος θεωρούνται επανερχόμενα εν ισχυϊ, λαμβανομένου πάντως υπ`όψιν, δια τον υπολογισμόν των αποζημιώσεων των υπό οδών και πλατειών καταλαμβανομένων οικοπέδων, του χρόνου της εγκρίσεως αυτών.

Αρθρ.82.

Προς τον εν άρθρ.78 παρ.2 οριζόμενον σκοπόν διατίθενται αι εν τω προϋπολογισμώ του υπουργείου της Συγκοινωνίας του έτους 1923-24 υπό κεφάλαιον 4 και άρθρ.1 και 3 αναγραφόμεναι πιστώσεις.

Αρθρ.83.

1.Κατ`εξαίρεσιν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος, δύναται προσωρινώς να συνεχισθή η επί των κοινοχρήστων χώρων των πόλεων κλπ. εγκατάστασις περιπτέρων αναπήρων τραυματιών πολέμου κατά τας διεπούσας ταύτα σχετικάς διατάξεις και να παραμένωσι τα ήδη εγκατασταθέντα τοιαύτα μέχρις ου δια Β.Δ/τος, προκληθησομένου προτάσει των υπουργών Συγκοινωνίας και Υγιεινής, Προνοίας κλπ. διαταχθή η βαθμιαία ή και συνολική άρσις αυτών. Μετά την δημοσίευσιν του Δ/τος τούτου ισχύουσι και δια τας ειρημένας κατασκευάς αι διατάξεις του άρθρου 60 και επομένων του παρόντος Δ/τος, ουδενός εκ της τοιαύτης άρσεως δυναμένου να προκύψη υπέρ οιουδήποτε δικαιώματος αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου ή του Δήμου ή της κοινότητος.

2.Κατ`εξαίρεσιν των διατάξεων του παρόντος Δ/τος δύνανται να μη κατεδαφίζωνται προσωρινώς τα επί κοινοχρήστων χώρων και ζωνών και εν γένει μη οικοδομησίμων γηπέδων των πόλεων κλπ. οπωσδήποτε ανεγερθέντα υπό των εκ Μικράς Ασίας και Θράκης από του Αυγούστου του 1922 και εφεξής καταφυγόντων εις την Ελλάδα προσφύγων πρόχειρα στεγάσματα, εφ όσον διαπιστούται η ταυτότης των κατασκευασάντων και χρησιμοποιούντων ταύτα καθ`ον τρόπον θέλει ορίσει την τοιαύτην βεβαίωσιν ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός. Ευθύς μετά την έναρξιν εφαρμογής υπό του Κράτους μέτρον οριστικής στεγάσεως του αστικού πληθυσμού εκ των άνω προσφύγων, βεβαιοθησομένης δι`αποφάσεως των επί Συγκοινωνίας και Υγιεινής, Πρόνοιας κλπ.υπουργών, αι ειρημένοι κατασκευαί κατεδαφίζονται υποχρεωτικώς, κατ`εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων (άρθρο 60 και επόμενα) του παρόντος Διατάγματος.

Αρθρ. 84.

1.Καταργούνται αι διατάξεις των από 3 Απρ.1835,9 Απρ.1836,12 Νοεμ.1836, 28 Σεπτ. 1837, 18 Αυγ. 1837, 5 Ιουν. 1842, 20 Νοεμ.1842, 20 Σεπτ.1852 και 8 Οκτ.1952 εις τα σχέδια των πόλεων και της οικοδομής αυτών εν γένει αναφερομένων Β.Δ/των,των ν.ΤΝΗ`,ΣΚΒ`και ΓΥΚΓ` και πάσα οιαδήποτε ετέρα γενική ή ειδική διάταξις αντικειμένη εις το παρόν Δ/μα, "ως και πάσα άλλη διάταξις νόμου επιβάλλουσα περιορισμούς ή απαγορεύσεις ως προς την ανέγερσιν οικοδομών,τα δε εις ταύτην και τους συναφείς αυτή εν γένει περιορισμούς αναγόμενα ζητήματα εις οιανδήποτε περίπτωσιν ρυθμίζονται εφεξής μόνον βάσει των διατάξεων του παρόντος".

Αρθρ. 85

1.Αι εις τα σχέδια των πόλεων Αθηνών,Πειραιώς και Φαλήρων,Θεσσαλονίκης,Σερρών και των κωμοπόλεων και συνοικισμών Μακεδονίας (Τζουμαγιάς, Νιγρίτας, Δοξάτου κλπ.) αναφερόμεναι ειδικαί διατάξεις ισχύουσι μέχρι της καταργήσεώς των (συνολικώς ή τμηματικώς) διά Β/των,εφαρμοζομένου εν τω μεταξύ και ως προς τα σχέδια ταύτα του παρόντος Δ/τος,έφ`όσον τούτο δεν αντιβαίνει εις τας ειρημένας διατάξεις.

2. Αι διατάξεις του παρόντος Δ/τος ,έφ`όσον εν αυτώ δεν ορίζεται άλλως,τίθενται εις εφαρμογήν βαθμηδόν είτε ιδιαιτέρρως δι` εκάστην πόλιν,κώμην κλπ, είτε και διά πλείονας ομού,δι`υπουργικών διαταγών ισχυουσών μέχρι της δι`εκάστην περίπτωσιν εκδόσεως των διαταγών τούτων των μέχρι τούδε κειμένων διατάξεων.

3.Πάσα λεπτομέρεια του παρόντος Δ/τος,ης ο τρόπος του διακανονισμού δεν προβλέπεται υπό των σχετικών διατάξεων αυτού,κανονίζεται διά Β. Δ/των. Αρθρ. 85Α Εξαιρέσει των περιπτώσεων του άρθρου 3, όπου κατά τας λοιπάς διατάξεις του παρόντος Νομοθετικού Δ/τος προβλέπεται έκδοσις Δ/τος μετά γνωμοδότησιν συμβουλίων, ο όρος ούτος έχει μόνον δυνητικήν ισχύν, δυναμένης και να παραλείπηται της γνωμοδοτήσεως ταύτης.






1 Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.2 του Ν. 1337/1983, ΦΕΚ Α 33: " Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλης κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. της 17.7/16.8. 1923". Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 7 περ. α) του ιδίου ως άνω νόμου:"Με τη μεταγραφή επέρχονται όλες οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες , εκτός από αυτές που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ/τος από 17.7.1923 και του ν.δ/τος 797/1971".

2 ΒΛ. και άρθρ.11 Ν.3212/2003 σχετικά με πράξεις εφαρμογής


3 Με την παρ.6 άρθρ.29 Ν.2831/2000,(όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 Ν. 3044/2002),ορίσθηκε : "6. Δεν απαιτείται εκ νέου η τήρηση της διαδικασίας της παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ/τος της 17.7.1923, για την έγκριση ή τροποποίηση ρυμοτομικών σχεδίων που έγιναν με αποφάσεις νομαρχών ή δημοτικών συμβουλίων, οι οποίες έχουν ακυρωθεί επειδή εκδόθηκαν αναρμοδίως ή κατά των οποίων έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η επικαιροποίηση της γνωμοδότησης του αρμόδιου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου.»


4 Βλέπε σχετικά το Β.Δ. 12/12 Οκτ. 1925 περί αναθέσεως εις τον Διευθυντή Δημοσίων Εργων κλπ.

5 Με το άρθρο 24 παρ.6 Ν.3894/2010,ΦΕΚ Α 204/2.12.2010,ορίζεται ότι: "6. Με τα προεδρικά διατάγματα των προηγούμενων παραγράφων μπορεί επίσης να τροποποιούνται εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια και πολεοδομικές μελέτες, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 3 του ν.δ. 17.7/16.8.1923 (ΦΕΚ 228 Α`), εφόσον η τροποποίηση καθίσταται αναγκαία για το σχεδιασμό και την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των Στρατηγικών Επενδύσεων του παρόντος άρθρου. Στις περιπτώσεις αυτές η δημοσίευση των σχετικών εγκριτικών διαταγμάτων έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλεως, κατά τις διατάξεις του ν.δ. 17.7/16.8.1923".


6 Οι παρ. 4 και 5 προστέθηκαν με την παράγραφο 4 του άρθρου 13 Ν.3212/2003, ΦΕΚ Α 3082003.

7 Με τις διατάξεις της παρ.4 άρθρου 21 Ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α 23) ορίστηκε ότι :"4. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται γενικά σε όλα τα έργα, δημόσια και ιδιωτικά. Ως προς τα θέματα που καλύπτονται από τις διατάξεις αυτές καταργούνται οι αντίστοιχες διατάξεις του Ν.Δ. της 17-7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών κ.λ.π." και ιδίως του άρθρου 9 αυτού."


8 Αι παρ. 1 και 2 του άρθρου 23 καταργήθηκαν και η παρ. 3 τροποποιήθηκε με την παραγρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. 3/17 Δεκ. 1925, πλήν η παράγραφος αυτή Καταργήθηκε με το Ν.Δ. 8/13 Αυγ. 1926 κυρωθέντος με το Ν. 3976/1929 και επανήχθησαν σε ισχύ μόνον οι ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις του παλαιού άρθρ. 23.


9 Με την παρ.6 άρθρ.11 Ν.3212/2003,με την οποία προστίθεται περ.ε`στην παρ.2 άρθρ.20 Ν.2508/1997,ορίζεται ότι: «ε) Οι ιδιοκτησίες, οι οποίες έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως με τις διατάξεις του Ν.Δ. 17.7./16.8.1923 και στις οποίες αίρεται η ρυμοτομική αναγκαστική απαλλοτρίωση, που επιβλήθηκε με την ένταξη στο σχέδιο, σε συμμόρφωση αποφάσεων των αρμόδιων δικαστηρίων, υποχρεούνται σε εισφορά σε γη σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στο άρθρο αυτό. Η εισφορά υπολογίζεται και επιβάλλεται με την πράξη τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου. Η εισφορά αποτελεί ποσοστό της επιφάνειας της ιδιοκτησίας, όπως αυτή υφίσταται κατά το χρόνο της πράξης τροποποίησης και διατίθεται ολόκληρη υποχρεωτικά για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων που θεσμοθετούνται με την τροποποίηση αυτή. Το μέγεθος της εισφοράς μνημονεύεται και απεικονίζεται ως θέση στην πράξη τροποποίησης, είναι αυτοδίκαια εισφερόμενο, τίθεται σε κοινή χρήση μετά τη δημοσίευση της πράξης και δεν απαιτείται σύνταξη της πράξης εφαρμογής που προβλέπεται στο άρθρο 12 του Ν. 1337/1983. Εάν με την τροποποίηση του σχεδίου επιβάλλεται για λόγους πολεοδομικούς η δημιουργία κοινόχρηστου χώρου μεγαλύτερου αυτού της εισφοράς σε γη, συντάσσεται πράξη αναλογισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 17.7.1923 και του Ν. 5269/1931 (ΦΕΚ 274 Α) για το επιπλέον τμήμα. Αν η ύπαρξη οικοδομής, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 42 του Ν.Δ. 17.7.1923, νομίμως υφισταμένης, εμποδίζει τη διάθεση της εισφοράς για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου, είναι δυνατόν, κατά την κρίσητης υπηρεσίας να μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή". Στην περίπτωση αυτή ο προσδιορισμός της αξίας για την πραγματοποίηση της μετατροπής αυτής γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2882/2001."


10 Οι πρώην παρ. 1 έως 5 αντικαταστάθηκαν ως άνω με το άρθρο μόνο του Α.Ν. 2486/1940,των παρ. 6,7 και 8 λαβόντων τους αριθμούς 8,9 και 10, πλήν όμως το άρθρο μόνο του ΑΝ 2486/1940 περιλαμβάνει αντί 7 τις ανωτέρω 8 παραγράφους.


11 Σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 1 του Ν.Δ. 2726/1953, ΦΕΚ Α 325: "Ο κατά το άρθρον 59 παρ. 1 του από 17.7/16.8.1923 Ν.Δ. κανονισμός των ελαχίστων ορίων αμοιβής των μηχανικών εν γένει και αρχιτεκτόνων, εφαρμόζεται δι` όλας τας ειδικότητας των μηχανικών - μελών του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών,καθώς και δια τους βάσει ειδικών διατάξεων νόμων ασκούντας τα επαγγέλματα ταύτα εν όλω ή εν μέρει. Τα ως άνω ελάχιστα όρια αμοιβών αποτελούν κατωτέραν διατίμησιν υποχρεωτικήν δι` αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη καταργουμένης κατά τα λοιπά της παρ. 2 του ως άνω άρθρου".


12 Το άρθρο 59 του από 17.7/16.8.1923 νομοθετικού διατάγματος (ΦΕΚ 228 Α') αντικαστάθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 7 του ν.3919/2011 (ΦΕΚ Α΄ 32/02.03.2011)

13Σύμφωνα με την παράγραφο 1α του άρθρου 7 του ν.3919/2011 «1.α) Η αμοιβή των μηχανικών, για την μελέτη των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 (ΦΕΚ301 Α'), καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων. Οι προβλεπόμενες στο προεδρικό διάταγμα τούτο ως υποχρεωτικώς ελάχιστες αμοιβές παύουν εφεξής να ισχύουν με αυτόν το χαρακτήρα.Τα ανωτέρω ισχύουν αντιστοίχως και ως προς κάθε οριζόμενη από οποιαδήποτε διάταξη νόμου ως υποχρεωτικώς ελάχιστη αμοιβή για εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 59 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923, όπως το άρθρο αυτό αντικαθίσταται με την παράγραφο 10 του παρόντος άρθρου.»


14 Η ισχύς του άρθρου 64 ανεστάλη με το άρθρ.3 Ν.1852/1944.



«Παροχή διευκρινίσεων» Σχετικά με την αριθμ. 12/2014 εγκύκλιο

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Θέμα: «Παροχή διευκρινίσεων»
Σχετ.: Η αριθμ. 12/2014 εγκύκλιος μας
Σε συνέχεια της ανωτέρω εγκυκλίου και με αφορμή σχετικά ερωτήματα που
έχουν υποβληθεί ως προς ορισμένα ζητήματα εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων
των παρ. 11 και 12 του ν. 4251/2014 (Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής
Ένταξης), θεωρούμε σκόπιμο να σας παρέχουμε τις ακόλουθες διευκρινίσεις:
Α. Διευκρινίσεις επί ζητημάτων εξέτασης εκκρεμών αιτήσεων (Ενότητα
Β1, σελ. 6 εγκυκλίου 12)-Αίτηση θεραπείας -Μη άσκηση ενδίκων μέσων
1. Σε περιπτώσεις εκκρεμών αιτήσεων επί των οποίων έχουν ενημερωθεί οι
ενδιαφερόμενοι εγγράφως για την προσκόμιση συμπληρωματικών δικαιολογητικών
(π.χ παραβόλου, βιβλιαρίου υγείας), αυτά θα πρέπει να προσκομιστούν εντός εύλογου
χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο των τριών (3)
μηνών.
2. Ως εκκρεμείς αιτήσεις νοούνται και αιτήσεις ανανέωσης άδειας διαμονής
για εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια
διαμονής επί μακρόν διαμένοντος που έχουν υποβληθεί κατά τα έτη 2010, 2011,
2012, 2013, επί των οποίων αναμένεται είτε σχετικό απαντητικό έγγραφο του ΟΓΑ
για το χρονικό διάστημα ασφάλισης είτε προσκόμιση απόφασης εξαγοράς ενσήμων
από τα υποκαταστήματα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εφόσον
υφίσταται βιβλιάριο υγείας σε ισχύ είτε κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης είτε
σήμερα, δεν απαιτείται ούτε η εξαγορά από ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ούτε η βεβαίωση του ΟΓΑ
και το αίτημα εξετάζεται υπό το πρίσμα των αναφερομένων στην εγκύκλιο 12.
3. Στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης και της ίσης μεταχείρισης, πολίτες
τρίτων χωρών, των οποίων τα αιτήματα ανανέωσης άδειας διαμονής για εξαρτημένη
εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια διαμονής επί μακρόν
διαμένοντος που έχουν υποβληθεί κατά τα έτη 2010, 2011, 2012, 2013 και το πρώτο
τετράμηνο του 2014 και έχουν απορριφθεί εντός του 2014 λόγω μη συμπλήρωσης
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΧΗΣ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ &ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ
ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ
Αθήνα, 27 Μαϊου 2014
Αριθ. Πρωτ: 27045/14
Σχετ.: (25085/14, 24638/14, 24506/14, 21862/14,
22952/14, 22950/14, 22642/2014)
Προς
Αποκεντρωμένες Διοικήσεις της Χώρας
Δ/νεις Αλλοδαπών & Μετανάστευσης
Πληροφορίες:
Τηλέφωνα:
FAX :
e-mail :
Ταχ. Δ/νση:
Ταχ. Kώδικας:
Δ. Διαμαντίδου
Σ. Κασνακούδη
2103741278, 1219, 1220
2131361388
Tada1.metanastefsi@ypes.gr
Ευαγγελιστρίας 2
105 63
2
του απαιτούμενου αριθμού ημερών ασφάλισης και δεν έχουν ασκήσει ένδικα μέσα μέχρι την έναρξη ισχύος του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης, έχουν δυνατότητα υποβολής αίτησης θεραπείας.
Τα σχετικά αιτήματα θα επανεξετάζονται ομοίως ως εκκρεμή υπό το πρίσμα των διαλαμβανομένων στην ανωτέρω εγκύκλιο.
Β. Διευκρινίσεις επί ζητημάτων απορριφθεισών αιτήσεων (Ενότητα Β2, σελ. 7 εγκυκλίου 12)-Άσκηση ενδίκων μέσων
1. Στη συγκεκριμένη διάταξη, επισημαίνουμε ότι υπάγονται μόνο πολίτες τρίτων χωρών, των οποίων τα σχετικά αιτήματα ανανέωσης άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος, (λόγω μη συμπλήρωσης του απαιτούμενου αριθμού ενσήμων) καθώς και των εξαρτώμενων μελών της οικογένειάς τους έχουν υποβληθεί κατά τα έτη 2010 μέχρι 2013, έχουν απορριφθεί και εν συνεχεία έχουν προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια και υφίσταται προσωρινή δικαστική προστασία (προσωρινή διαταγή ή απόφαση αναστολής εκτέλεσης της σχετικής απορριπτικής). Όλα τα ανωτέρω πρέπει να ισχύουν σωρευτικά. Όπως αναφέραμε στην εγκύκλιο 12, στους εν λόγω πολίτες τρίτων χωρών μέχρι την έκδοση της άδειας διαμονής, χορηγείται βεβαίωση τύπου Α΄. Εάν υφίσταται εκ παραλλήλου σε ισχύ Ειδική Βεβαίωση Νόμιμης Διαμονής θα πρέπει να προβείτε σε ταυτόχρονη ανάκληση της, ώστε ακολούθως να εκτυπωθεί η Βεβαίωση τύπου Α΄ για το νέο αίτημα.
Συνεπώς η εν λόγω διάταξη δεν καταλαμβάνει αιτήματα ανανέωσης προηγούμενων ετών ιδίου τύπου, ήτοι αιτήσεις 2008 και 2009, που έχουν απορριφθεί και έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα από τους ενδιαφερόμενους καθώς σ΄αυτές τις περιπτώσεις οι ενδιαφερόμενοι συνεχίζουν να τελούν υπό το προστατευτικό πλέγμα της προσωρινής δικαστικής προστασίας και της κυα 22037/2010 μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως.
2. Στις περιπτώσεις των αιτήσεων που έχουν απορριφθεί κατά τα έτη 2010, 2011, 2012 και 2013, το βιβλιάριο υγείας σε ισχύ, το οποίο αναφέρεται μεταξύ των δικαιολογητικών που απαιτείται να προσκομίσουν οι πολίτες τρίτων χωρών μπορεί να είναι σε ισχύ είτε κατά την αρχική υποβολή του αιτήματος που έχει απορριφθεί είτε κατά την κατάθεση του σχετικού αιτήματος υπαγωγής στις μεταβατικές διατάξεις της παρ. 12 του άρθρου 138.
3. Επιπρόσθετα, σας γνωρίζουμε ότι το βιβλιάριο υγείας πλην των αιτήσεων των μελών οικογένειας των πολιτών τρίτων χωρών, τα οποία ως έμμεσα ασφαλισμένα του συντηρούντος θα προσκομίζουν οικογενειακό, για τις λοιπές περιπτώσεις, (εξαρτημένη εργασία, παροχή υπηρεσιών ή έργου, δεκαετή διάρκεια ή άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος) πρέπει να είναι ατομικό.
4. Δεδομένου ότι μεγάλος όγκος πολιτών τρίτων χωρών θα υπαχθεί σε αυτή τη ρύθμιση και λαμβάνοντας υπόψη την καταληκτική προθεσμία υποβολής των αιτήσεων, ήτοι 30/6/2014, σε περιπτώσεις καθυστέρησης έκδοσης του σχετικού εγγράφου αποδοχής δήλωσης παραιτήσεως από τα ένδικα μέσα (βοηθήματα) του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή η δήλωση παραιτήσεως του ενδιαφερόμενου που έχει υποβληθεί στο οικείο Πρωτοδικείο.
3
Γ. Ζητήματα ανανέωσης ληγμένων αδειών διαμονής χωρίς υπαιτιότητα των ενδιαφερομένων: (σημείο 3 της ενότητας Γ΄ /Τελικές επισημάνσεις, σελ 8 εγκυκλίου 12)
Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδοθούν οι σχετικές άδειες διαμονής που έχουν εκδοθεί ληγμένες με υπαιτιότητα των υπηρεσιών ή οι ενδιαφερόμενοι δεν προσήλθαν να τις παραλάβουν για λόγους ανωτέρας βίας ή λόγω μη αποδεδειγμένης ειδοποίησης τους είναι η κατοχή βεβαίωσης τύπου Α΄. Η ανανέωση των αδειών αυτών δεν τελεί υπό πρίσμα των μεταβατικών διατάξεων και ανανεώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3386/2005. Εάν η εξέταση τους γίνει μετά την 1/6/2014, ισχύει η διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 138 του ν. 4251/2014.
Σε αυτές τις περιπτώσεις οι ενδιαφερόμενοι θα ενημερωθούν προκειμένου να προσκομίσουν τυχόν συμπληρωματικά δικαιολογητικά (π.χ παράβολο ), σύμφωνα με την υπό έκδοση απόφαση καθορισμού δικαιολογητικών, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 136 του ν. 4251/2014.
Δ. Μετάπτωση στις αντίστοιχες κατηγορίες του ν. 4251/2014/Διαχείριση εκκρεμών αιτημάτων για χορήγηση /ανανέωση άδεια διαμονής
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 138 του ν. 4251/2014 εκκρεμείς αιτήσεις εξετάζονται υπό το πρίσμα των νέων διατάξεων και των διάδοχων αντίστοιχων κατηγοριών του ιδίου νόμου.
Η συγκεκριμένη διάταξη είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη καθώς συνδέει το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο(ν. 3386/2005) με το ισχύον από 1/6/2014 (ν. 4251/2014) και παρέχει στον πολίτη τρίτης χώρας τη δυνατότητα να μεταπέσει στις αντίστοιχες κατηγορίες του Κώδικα. Το μοναδικό ζήτημα που οφείλει να γίνει αντιληπτό από τους ενδιαφερόμενους είναι η υποχρέωση τους να προσκομίσουν τα συμπληρωματικά δικαιολογητικά που θα ορίζονται στην προαναφερόμενη απόφαση καθορισμού δικαιολογητικών.
Εφιστούμε την προσοχή σας στις ακόλουθες κατηγορίες:
α) περιπτώσεις αιτημάτων για χορήγηση άδειας διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3386/2005 που έχουν υποβληθεί ή θα υποβληθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του νόμoυ αυτού μέχρι και 30/5/2014 πρέπει να εξεταστούν άμεσα από την αρμόδια Επιτροπή και εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις να εκδοθούν οι σχετικές άδειες διαμονής μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία.
β) περιπτώσεις αιτημάτων για κάποιες κατηγορίες αδειών διαμονής του ν. 3386/2005, οι οποίες με το ν. 4251/2014 έχουν πλέον μεταπέσει στο καθεστώς της προσωρινής διαμονής με εθνική θεώρηση εισόδου (π.χ tour leaders) θα πρέπει να εκδοθούν ομοίως οι σχετικές άδειες διαμονής μέχρι 30/5/2014.
Επιπλέον, σας γνωρίζουμε ότι από την έναρξη ισχύος του Κώδικα, ήτοι από 1η Ιουνίου 2014, δεν θα απαιτείται πλέον σχετική έγκριση στη μισθωτή απασχόληση, σε κατόχους αδειών διαμονής για οικογενειακή επανένωση (κατά την ανανέωση). Συνεπώς, σε περιπτώσεις εκκρεμών αιτημάτων πολιτών τρίτων χωρών για πρόσβαση στην αγορά εργασίας, οι οποίοι είναι κάτοχοι άδειας διαμονής για λόγους οικογενειακής επανένωσης που λήγει μετά την 1η Ιουνίου 2014, η υπηρεσία σας θα ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο για την υποβολή αίτησης επανέκδοσης-αντικατάστασης της σχετικής άδειας διαμονής. Στην επανεκδοθείσα άδεια διαμονής θα υφίσταται επισημείωση επί του πεδίου παρατηρήσεων «παρέχεται πρόσβαση στην
4
αγορά εργασίας», καθώς μόνο με την επίδειξη αυτής θα παρέχεται δικαίωμα ακώλυτης πρόσβασης στη μισθωτή εργασία.
ΣΤ. Θέματα αδειοδότησης δεύτερης γενιάς
Όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4251/2014, ένας εκ των βασικών αξόνων του είναι η διασφάλιση της νομιμότητας της «δεύτερης γενιάς», ώστε να μην «παραμένει δέσμια των γενικών διαδικασιών και προϋποθέσεων ανανέωσης των αδειών διαμονής, με συνέπεια να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να χάσει τη νομιμότητα της διαμονής της και να εκτεθεί στο ενδεχόμενο της αναγκαστικής απομάκρυνσης της από την Ελλάδα»1. Η σημαντικότερη ρύθμιση για αυτή την κατηγορία πολιτών τρίτων χωρών αποτυπώνεται στη διάταξη του άρθρου 108.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερόμενα και το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διάταξη έχει έναρξη ισχύος την 1η Ιουνίου 2014, πολίτες τρίτων χωρών κάτοχοι αυτοτελούς άδειας διαμονής που μπορεί να ανανεωθεί για τον ίδιο ή για άλλο λόγο, μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον οι άδειες τους λήγουν εντός του Μαΐου 2014, έχουν τις εξής εναλλακτικές:
α) Εάν έχουν καταθέσει σχετικά αιτήματα ανανέωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3386/2006, με την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, ήτοι από 1/6/2014 δύνανται να υποβάλουν σχετική τροποποιητική αίτηση υπαγωγής είτε στις διατάξεις του άρθρου 108 είτε του άρθρου 76 παρ. 5 ν. 4251/2014, προσκομίζοντας τα απαιτούμενα συμπληρωματικά δικαιολογητικά, όπως αυτά θα ορίζονται στην υπό έκδοση απόφαση του άρθρου 136 παρ. 1.
β) Δύνανται να υποβάλουν εκπρόθεσμη αίτηση (εντός μηνός από τη λήξη της προηγούμενης) υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 108 προσκομίζοντας τα απαιτούμενα συμπληρωματικά δικαιολογητικά, όπως αυτά θα ορίζονται στην υπό έκδοση απόφαση του άρθρου 136 παρ. 1, με την υποχρέωση καταβολής του σχετικού προστίμου των πενήντα (50) ευρώ.
γ) Μπορούν να ενημερωθούν από τις υπηρεσίες σας, πριν τη λήξη της άδειας διαμονής τους, ώστε να προσέλθουν σε καθορισμένη ημερομηνία, μετά την 1/6/2014 για την ανανέωση των αδειών τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 108. Σε αυτή την περίπτωση το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη λήξη της άδειας διαμονής μέχρι την υποβολή του αιτήματος είναι δικαιολογημένο, και δεν υποχρεούνται σε καταβολή προστίμου.
Επιπρόσθετα πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι στο παρελθόν ήταν κάτοχοι άδειας διαμονής είτε αυτοτελούς είτε του άρθρου 44 παρ. 1η του ν. 3386/2005 (εξαετής φοίτηση ή γέννηση στην Ελλάδα) και υπέβαλαν στη συνέχεια αιτήσεις για ανανέωση άδειας διαμονής για εξαρτημένη εργασία, που εκκρεμούν στις υπηρεσίες, μπορούν με την έναρξη ισχύος του ν. 4251/2014 να υποβάλλουν σχετική τροποιητική αίτηση και να υπαχθούν ομοίως στις διατάξεις του άρθρου 108, εφόσον προσκομίσουν τα δικαιολογητικά που θα απαιτούνται.
1 Αιτιολογική έκθεση ν. 4251/2014, σελ. 2, http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/k-koinent-eis.pdf
5
Ζ. Λοιπά θέματα
1. Δεδομένου ότι στην αριθμ. 12/2014 εγκύκλιο, υπήρχε διευκρίνιση ως προς την εξαίρεση της παράτασης των αδειών διαμονής για οικογενειακή επανένωση που η ισχύς τους είναι ισόχρονη της ημερομηνίας ενηλικίωσης του τέκνου, θεωρούμε ότι για λόγους χρηστής διοίκησης, πολίτες τρίτων χωρών των οποίων οι άδειες αυτής της κατηγορίας, έληγαν μέχρι την έκδοση της εγκυκλίου έχουν το δικαίωμα υποβολής σχετικής αίτησης ανανέωσης χωρίς να θεωρηθεί εκπρόθεσμη, καθώς δεν είχαν λάβει γνώση.
2. Η προσκόμιση του συμπληρωματικού παραβόλου ύψους εκατόν πενήντα ευρώ προκειμένου να εκδοθεί ή άδεια διαμονής τριετούς διάρκειας των μεταβατικών διατάξεων 138 παρ. 11 και 12 του ν. 4251/2014 είναι υποχρεωτική και δεν υφίσταται εναλλακτική δυνατότητα μη καταβολής και χορήγησης σε αυτόν διετούς διάρκειας άδειας διαμονής βάσει του ν. 3386/2005, καθώς τούτο αντίκειται στο πνεύμα της διάταξης.
3. Σε περιπτώσεις αδειών διαμονής για εξαρτημένη εργασία ή παροχή υπηρεσιών ή έργου, που έληξαν μέχρι και την 30/4/2014 και ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας επέλεξε να καταθέσει αίτηση ανανέωσης εντός μηνός από τη λήξη της κανονικής διάρκειάς της και ενόσω ίσχυε εκ παραλλήλου η παράταση, η νέα άδεια διαμονής θα είναι διετούς διάρκειας σε συνέχεια των χρονικών ορίων της προηγούμενης.
4. Το γεγονός της αλλαγής ασφαλιστικού φορέα, (π.χ. από ΙΚΑ σε ΟΓΑ) δεν κωλύει την αδειοδότηση των ενδιαφερομένων βάσει των ανωτέρω διατάξεων.
Τέλος, σας ενημερώνουμε ότι εντός των προσεχών ημερών, βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 136 παρ. 1, αναμένεται:
α) η έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης καθορισμού ειδικών δικαιολογητικών που απαιτούνται ανά κατηγορία εθνικής θεώρησης καθώς και για την έκδοση των αντίστοιχων αδειών διαμονής και
β) η επικαιροποίηση του μηχανογραφικού συστήματος με τους νέους τύπους αδειών διαμονής, όπως αυτοί αποτυπώνονται στο άρθρο 7 του ν. 4251/2014.
Ο Γενικός Γραμματέας
Α. Συρίγος

Πρακτικός Οδηγός του Δικαστικού Αντιπροσώπου απο ΔΣΑ

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

 

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

ΑΘΗΝ&Ν

 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ

του

Δικαστικού Αντιπροσώπου στις Δημοτικές - Περιφερειακές και Ευρωεκλογές

της

18/25 Μαΐου 2014

 

 

 

 

 

 

Επιμέλεια Σύνταξης ΣΠΥΡΟΣ Π. ΛΑΛΑΣ Δικηγόρος Αθηνών

 

 

 

 

 

 

ΑΘΗΝΑ, ΜΑΪΟΣ 2014


 


ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

 

 

Ως γνωστόν, κάθε εκλογική διαδικασία συνιστά πρωταρχικό στοιχείο στη λειτουργία της δημοκρατίας σε εθνικό (κεντρικό ή τοπικό/περιφερειακό),

αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στη διασφάλιση της ορθής τήρησης  της σχετικής  διαδικασίας  και  την  ανόθευτη,  έμπρακτη  έκφραση  της  λαϊκής βούλησης  συμβάλλει  καθοριστικά  η  ανάθεση  του   λειτουργήματος   του δικαστικού   αντιπροσώπου   στους   δικηγόρους.    Άλλωστε,   το   ίδιο   το λειτούργημά μας είναι άμεσα συνυφασμένο με το  κράτος δικαίου και τη δημοκρατία σε μια κοινωνία.

Παραδοσιακά, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών είναι αρωγός  στο δύσκολο και υπεύθυνο αυτό έργο των μελών του. Εν προκειμένω,  στην προσπάθειά του για  ενημέρωση των συναδέλφων, οι οποίοι θα αναλάβουν τα καθήκοντα του Δικαστικού Αντιπροσώπου στις προσεχείς  Εκλογές: α) οργάνωσε ειδικά σεμινάρια και β) εξέδωσε τον «Πρακτικό Οδηγό».

Θα ήθελα από τη θέση αυτή να ευχαριστήσω όλους τους συναδέλφους, οι οποίοι εξεδήλωσαν την προθυμία να ασκήσουν το λειτούργημα του δικαστικού Αντιπροσώπου στις εκλογές αυτές, που απαιτεί σημαντική  σωματική  και  πνευματική  καταπόνηση.  Είμαι  βέβαιος  ότι  θα

επιδείξουν τη συνέπεια και το αίσθημα ευθύνης που αρμόζει στην παράδοση

του δικηγορικού σώματος.

Τέλος,  θα ήθελα να ευχαριστήσω το συνάδελφο Σπύρο Λάλα,  ο οποίος, για μια ακόμα φορά, ανέλαβε ανιδιοτελώς το βάρος της διενέργειας των σεμιναρίων καθώς και της επιμέλειας σύνταξης του Πρακτικού Οδηγού.

 

Αθήνα, Μαΐος 2014

 

Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ  ΕΥΣ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ


 


 

 

ΕΙΣΑΓ&ΓΗ

 

Οι Εκλογές Δημοτικών και Περιφερειακών Αρχών έχουν οριστεί για την

18η Μαΐου 2014. Οι επαναληπτικές εκλογές, όπου απαιτηθούν, θα γίνουν την

25η Μαΐου 2014, ημέρα κατά την οποία θα διεξαχθούν στα ίδια εκλογικά τμήματα και από τις ίδιες εφορευτικές επιτροπές και οι εκλογές για την ανάδειξη

των είκοσι ενός (21) μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η χρονική διάρκεια  της ψηφοφορίας είναι σταθερή από τις 07.00΄ ώς τις 19.00΄ (άρθρα 29 §1 -σε συνδυασμό με το άρθρο 50 του Π.Δ. 26/2012- και

132  Ν.  3852/2010  για  τις  Δημοτικές  και  Περιφερειακές  Εκλογές  και  Π.Δ.

58/2014).

Η  διαδικασία  των  Δημοτικών  και  Περιφερειακών  Εκλογών  και  τα συναφή καθήκοντα των Δικαστικών Αντιπροσώπων καθορίζονται αντίστοιχα: α) από τις διατάξεις των άρθρων 10 ως 13, 17, 22 έως 29, 42 και 43 του N

3852/2010 για τις εκλογές Δημοτικών Αρχών β) από τις διατάξεις των άρθρων

116,  120  έως  139  του  ίδιου  Νόμου  (3852/2010)  για  τις  εκλογές  των

Περιφερειακών Αρχών.

Η διενέργεια και η διαδικασία για την εκλογή των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου h93/81/ΕΥΡΑΤΟΜ Ε.Κ.Α.Χ. Ε.Ο.Κ. απόφασης του Συμβουλίου  της  1ης    Φεβρουαρίου  1993   ...»,  ο  Ν.  3417/2005  (ΦΕΚ  Α'

286/28.11.2005) με τον οποίο κυρώθηκε η Συνθήκη για την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και ο Ν.3216/2003 (ΦΕΚ Α' 312/31.12.2003) με τον οποίο κυρώθηκε η απόφαση του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2002 και της 23ης Σεπτεμβρίου 2002

για την τροποποίηση της πράξης εκλογής των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με άμεση, καθολική  ψηφοφορία, η  οποία είναι  προσαρτημένη στην απόφαση 76/787/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, ΕΥΡΑΤΟΜ, η απόφαση 2013/312/EE της

28.06.2013 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, καθώς και ο Ν. 4255/2014 (ΦΕΚ Α΄

41).

Συμπληρωματικώς, σε όλες τις περιπτώσεις, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 26/2012 «Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών».

Το κείμενο των σημαντικότερων από τις παραπάνω διατάξεις, μαζί με άλλες χρήσιμες διατάξεις και οδηγίες βρίσκονται: α) στις Εγκυκλίους με αριθμ.

13, 14, 18 και 23/2014, που έχει εκδώσει ειδικώς το Υπουργείο Εσωτερικών

και περιέχονται στον εκλογικό σάκο κάθε εκλογικού τμήματος. Οι σχετικές Εγκύκλιοι  και  το  έντυπο  των  πληροφοριών  έχουν  αναρτηθεί  και  στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής διακυβέρνησης (www.ypes.gr/ekloges).

Στις  Εκλογές  ανάδειξης  Δημοτικών  και  στις  Περιφερειακών  Αρχών

ψηφίζουν όλοι οι Έλληνες δημότες του Δήμου ή της Κοινότητας που σωρευτικά: Ι) έχουν συμπληρώσει (ή συμπληρώνουν εντός του 2014) το 18ο έτος της ηλικίας τους, δηλαδή όσοι έχουν γεννηθεί μέχρι 31.12.1996, ΙΙ) είναι γραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου (ή Κοινότητας), ΙΙΙ) δεν έχουν


 

 

στερηθεί το εκλογικό τους δικαίωμα. Οι εκλογείς αυτοί ψηφίζουν,  όσο αφορά τις εκλογές αυτές (Δημοτικές και Περιφερειακές) στον τόπο όπου είναι εγγεγραμμένοι (βασική εκλογική περιφέρεια), ακόμα και αν (όσο αφορά τις Βουλευτικές εκλογές και, συνακόλουθα τις Ευρωεκλογές) έχουν ζητήσει να ασκούν το εκλογικό δικαίωμά τους σε άλλο τόπο, ως ετεροδημότες.

Στις    Εκλογές    ανάδειξης    Δημοτικών    Αρχών    και    μελών    του

Ευρωκοινοβουλίου, αλλά ΟΧΙ σε εκείνες των Περιφερειακών Αρχών ψηφίζουν και οι πολίτες: των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής

Ένωσης,   οι οποίοι είναι γραμμένοι στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους

(άρθρο 10 Ν. 3852/2010)

Στις εκλογές για την ανάδειξη μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ολόκληρη η  χώρα αποτελεί μια  ενιαία εκλογική περιφέρεια, ενώ  οι  Ευρω-

βουλευτές εκλέγονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα με σταυρό προτίμησης.

Μόνο για τις εκλογές της 25.05.2014 και μόνο όσο αφορά την εκλογή μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου: α) θα λειτουργήσουν (μέσα στα υφιστάμενα   ήδη   Εκλογικά   Τμήματα)   και   Ειδικά   Εκλογικά   Τμήματα

Ετεροδημοτών, στα οποία θα ψηφίσουν οι κάτοικοι της συγκεκριμένης περιφέρειας  και  οι  οποίοι  απαγορεύεται  να  ψηφίσουν  στην  εκλογική περιφέρεια (τη βασική εκλογική περιφέρεια), στους εκλογικούς κατα- λόγους της  οποίας είναι  εγγεγραμμένοι,   ακόμα  και  αν  βρίσκονται  εκεί

προκειμένου να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα στις επαναληπτικές Δημοτικές ή/και Νομαρχιακές Εκλογές. Λόγω του ενιαίου για όλη τη χώρα ψηφοδελτίου στις Ευρωεκλογές δεν υπάρχει διαφοροποίηση στα εκλογικά τμήματα  ετεροδημοτών  (σε  αμιγή  και  μεικτά).  β)  θα  λειτουργήσουν  ειδικά

εκλογικά τμήματα στις φυλακές για την ψήφο των έγκλειστων εκεί, ενώ γ) προβλέπεται η δυνατότητα ψήφου των ελλήνων ναυτικών των εμπορικών πλοών στους λιμένες όπου τα πλοία τους ναυλοχούν.

Στις Εκλογές ανάδειξης Δημοτικών Αρχών θα αναδειχθούν (άρθρο 18

Ν. 3852/2010) Δήμαρχοι και Δημοτικοί Σύμβουλοι (κατά εκλογική περιφέρεια, όπου υπάρχει τέτοια), Σύμβουλοι Δημοτικής Κοινότητας (όπου υπάρχει), Σύμβουλοι Τοπικής Κοινότητας (όπου υπάρχει) ή Εκπρόσωποι Τοπικής Κοινότητας (όπου υπάρχει)..

Στις εκλογές ανάδειξης Περιφερειακών Αρχών θα αναδειχθούν (άρθρο

120  Ν.  3852/2010)  Περιφερειάρχες,  Αντιπεριφερειάρχες  και  Περιφερειακοί

Σύμβουλοι.

Ουσιαστικά πρόκειται για δύο αυτοτελείς εκλογές, οι οποίες διεξάγονται ταυτόχρονα.

Η   εκλογή  των  Δημοτικών  Αρχών,  θα   γίνουν  με   ενιαίο   (κοινό)

ψηφοδέλτιο, ένα φάκελο (λευκό) και αυτοτελή κάλπη.

Η εκλογή των Περιφερειακών Αρχών θα γίνει με δεύτερο ψηφοδέλτιο,

φάκελο (γαλάζιο) και αυτοτελή (δεύτερη) κάλπη.

Η βασική δυσκολία για το δικαστικό αντιπρόσωπο, ιδιαίτερα μάλιστα στους Δήμους όπου προβλέπεται και η εκλογή Συμβούλων Δημοτικής ή Τοπικής Κοινότητας, εντοπίζεται κυρίως: α) σε επίπεδο προετοιμασίας των


 

 

βιβλίων και πρακτικών στο μεγάλο αριθμό των υποψήφιων που πρέπει να καταγραφούν όλοι ανά μία φορά στα Βιβλία Πράξεων της Εφορευτικής Επιτροπής και στα Βιβλία Διαλογής Ψήφων υπέρ Υποψηφίων, και β) σε επίπεδο διαλογής στο μεγάλο αριθμό των υποψήφιων σε συνδυασμό με την πολυσταυρία, όπου αυξάνονται οι πιθανότητες λαθών ή παραλείψεων.

Η ανακήρυξη των Περιφερειακών Αρχών, γίνεται πάντοτε από τα αρμόδια δικαστήρια.

Η   ανακήρυξη   των   Δημοτικών   Αρχών,   γίνεται   από   τα   αρμόδια δικαστήρια (Πρωτοδικείο), εφόσον αφορά μονάδα τοπικής αυτοδιοίκησης που αποτελείται από περισσότερα των πέντε (5) εκλογικών τμημάτων. Στους Δήμους που έχουν ως πέντε (5) Εκλογικά Τμήματα η ανακήρυξη γίνεται

με κοινό Πρακτικό των αντίστοιχων Εφορευτικών Επιτροπών, που συνεδριάζουν αμέσως μετά τη διαλογή στην έδρα του οικείου Δήμου (άρθρο 42 Ν. 3852/2010).

Αν  πρόκειται  για  Δήμο,  εφόσον  από  το  κοινό  Πρακτικό  των

Εφορευτικών Επιτροπών προκύψει ότι οποιοσδήποτε συνδυασμός δεν συγκεντρώνει την απαιτούμενη πλειοψηφία (δηλαδή άνω του 50% των

εγκύρων ψηφοδελτίων στα οποία δεν προσμετρούνται τα λευκά -άρθρο

1 Ν. 3434/2010-), δεν γίνεται ανακήρυξη στις 18.05.2014, αλλά μετά τις επαναληπτικές εκλογές στις 25.05.2014.

Στις 25 Μαΐου 2014 θα διεξαχθούν επαναληπτικές Δημοτικές  ή/και Περιφερειακές  εκλογές,  εκεί  όπου  οποιοσδήποτε  συνδυασμός  δεν συγκέντρωσε την προβλεπόμενη πλειοψηφία. Στις επαναληπτικές εκλογές θα χρησιμοποιηθούν τα ίδια ψηφοδέλτια, χωρίς σταυρούς προτίμησης.

Ταυτόχρονα   θα   διεξαχθούν,   όπως   ήδη   προαναφέρθηκε,  και   οι

Ευρωεκλογές.

Στον ανά χείρας Πρακτικό Οδηγό επιχειρήθηκε η ταξινόμηση και η κωδικοποίηση    των    εργασιών    του    Δικαστικού    Αντιπροσώπου,    κατά

χρονολογικά στάδια, ώστε να αποτελέσει εύχρηστο βοήθημα.

Τα χαρακτηριστικά του Πρακτικού Οδηγού παραμένουν ίδια.

Στην αρχή κάθε κεφαλαίου προτάσσεται πίνακας κατάταξης εργασιών,

ενώ στο τέλος ο οδηγός ολοκληρώνεται με παράρτημα υποδειγμάτων.

Επισημαίνεται ότι, όσο αφορά το καίριο ζήτημα των άκυρων ψηφοδελτίων έγινε  προσπάθεια συστηματικής καταγραφής, συνοπτικά, της

νομολογίας των δικαστηρίων (κυρίως του Α.Ε.Δ. και του ΣτΕ), χωρίς τη διατύπωση προσωπικών απόψεων.

Ο  Πρακτικός  Οδηγός  είναι  δημοσιευμένος και  στην  ιστοσελίδα του

Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (www.dsa.gr).

 

Αθήνα, Μάιος 2014

Σπύρος Π. Λάλας

Δικηγόρος Αθηνών


 

 

 

 

 

Α ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ

altΔΙΑΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΥ

 

 

1.- ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΔΙΟΡΙΣΤΗΡΙΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

 

2.- ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΑΠΟΖΗΜΙ&ΣΗΣ

 

3.- ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝ&ΝΙΑΚΟΥ ΜΕΣΟΥ

 

4.- ΣΥΓΚΕΝΤΡ&ΣΗ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤ&Ν ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜ&Ν ΕΙΔ&Ν

 

 

1.- ΕΚΔΟΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΔΙΟΡΙΣΤΗΡΙΟΥ

Την ευθύνη του διορισμού των Δικαστικών Αντιπροσώπων τόσο στις  Περιφερειακές/Δημοτικές  Εκλογές  όσο  και  στις  εκλογές  για  την

ανάδειξη  μελών  του  Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου,  λόγω  ακριβώς  της

σύνδεσής τους με τις τελευταίες, έχει το Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο  εκδίδει  τις  σχετικές  δικαστικές  αποφάσεις.  Σε  εκτέλεση  των

αποφάσεων   αυτών    η   Εισαγγελία   του   Αρείου   Πάγου   εκδίδει   τα

διοριστήρια   έγγραφα,    τα   οποία    και    επιδίδει    στους    Δικαστικούς

Αντιπροσώπους μέσω των κατά τόπους Εισαγγελιών.

Στην πράξη ο Δικαστικός  Αντιπρόσωπος μεταβαίνει εκουσίως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών  ευθύς μόλις ανακοινωθούν οι διορισμοί,

από    όπου    παραλαμβάνει    αυτοπροσώπως    το    διοριστήριό    του

(συντασσόμενης έκθεσης επίδοσης) από τον αρμόδιο (στην Αθήνα κατά εκλογική περιφέρεια) Δικαστικό επιμελητή.

Δεν  θα  πρέπει  να  αναμένεται  επίδοση  του  διοριστηρίου,

καθόσον δυσχεραίνεται ουσιωδώς η διαδικασία.

2.- ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΑΠΟΖΗΜΙ&ΣΗΣ (ή και ΟΔΟΙΠΟΡΙΚ&Ν ΕΞΟΔ&Ν).

Στις  Περιφερειακές/Δημοτικές  και  Ευρωβουλευτικές  εκλογές  οι

Δικαστικοί    Αντιπρόσωποι    διορίζονται    με    ηλεκτρονική    κλήρωση,

σύμφωνα με ποσοστόσεις ανά κατηγορίες.

 

Ο τόπος του διορισμού (εντός ή εκτός έδρας) αποτελεί κριτήριο για το χρόνο και τον τρόπο καταβολής της αποζημίωσης, ενώ το ύψος


 

 

της  επηρεάζεται  από  την  απόσταση  και  από  την  ποσότητα  της εργασίας.

Ειδικότερα:

α) Διορισμός  εκτός της έδρας του Πρωτοδικείου που είναι διορισμένος ο δικηγόρος (ή, αντίστοιχα, ο ασκούμενος δικηγόρος):

Στην περίπτωση αυτή: Ι) απαιτείται έκδοση διατακτικής από τον

αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών τόσο για την αποζημίωση, όσο και για τα οδοιπορικά, ΙΙ) η αποζημίωση καταβάλλεται πριν από την ανάληψη των καθηκόντων εκ μέρους του Δικαστικού Αντιπροσώπου.

Προς τούτο θα πρέπει να ακολουθηθεί η εξής διαδικασία:

Ι) Κατάθεση επικυρωμένου αντιγράφου για έκδοση διατακτικής

Αφού ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος εκδώσει επικυρωμένο φωτοαντίγραφο  από  το  πρωτότυπο  του  διοριστηρίου  του  (ατελώς),  το

καταθέτει στο αρμόδιο γραφείο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών (ορίζεται με σχετικές ανακοινώσεις) για την έκδοση της σχετικής διατακτικής πληρωμής της αποζημίωσης και  των  οδοιπορικών εξόδων. Το  ύψος  τους  καθορίζεται με

σχετική Υπουργική Απόφαση.

ΙΙ) Παραλαβή διατακτικής:

Η διατακτική παραλαμβάνεται δύο -2- ημέρες μετά την κατάθεση του διοριστηρίου, (πριν την αναχώρηση του Δικαστικού αντιπροσώπου) από το αρμόδιο  γραφείο  της  Εισαγγελίας  Πρωτοδικών  (αναγράφεται  σε  σχετικές

ανακοινώσεις ανάλογα με τον αριθμό κατάθεσης).

ΙΙΙ) Είσπραξη Οδοιπορικών-Αποζημίωσης

Η αποζημίωση εισπράττεται από τη Δ.Ο.Υ. όπου ο δικαστικός αντιπρόσωπος υποβάλλει τη φορολογική δήλωση εισοδήματός του.

β) Διορισμός  εντός της έδρας του Πρωτοδικείου που είναι διορισμένος ο δικηγόρος (ή αντίστοιχα ο ασκούμενος δικηγόρος).

Στην περίπτωση αυτή η είσπραξη της αποζημίωσης γίνεται  μετά

τις εκλογές από τις παραπάνω Δ.Ο.Υ., χωρίς διατακτική.

Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος για να εισπράξει την αποζημίωση θα πρέπει να φέρει τα εξής δικαιολογητικά: Ι) το διορισμό του (πρωτότυπο), ΙΙ) βεβαίωση της Εφορευτικής Επιτροπής ότι έχει εκτελέσει τα καθήκοντά του και ΙΙΙ) την απόδειξη της παράδοσης του εκλογικού σάκου στο Πρωτοδικείο (αν ήταν τακτικός Δικαστικός Αντιπρόσωπος) ή αντίστοιχη βεβαίωση του Εφόρου Δικαστικών Αντιπροσώπων της περιφερείας του ότι εμφανίστηκε χωρίς να χρησιμοποιηθεί (αν ήταν αναπληρωτής Δικαστικός Αντιπρόσωπος).

 

Σημείωση: Στους αναπληρωτές Δικαστικούς Αντιπροσώπους καταβάλλεται μειωμένη αποζημίωση. Εφόσον Αναπληρωτής διορισθεί εκτός περιφερείας του ως τακτικός και εκπληρώσει τα καθήκοντά του, τη Δευτέρα, 19/26

Μαίου  2014, πρέπει να ζητήσει από τον Έφορο Δικαστικών Αντιπροσώπων της περιφέρειάς του να του εκδώσει συμπληρωματική διατακτική, η οποία μπορεί να εισπραχθεί από την άνω αρμόδια Δ.Ο.Υ. Οι διορισμένοι εντός της περιφέρειάς τους,


 

 

δεν χρειάζονται διατακτική, αλλά θα πρέπει κατά την πληρωμή τους να καταθέσουν και     α)  αντίγραφο  της  πράξης  διορισμού  τους  ως  τακτικών  από  τον  Έφορο Δικαστικών Αντιπροσώπων και β) την απόδειξη παράδοσης του σάκου στο Πρωτοδικείο.

3.- ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝ&ΝΙΑΚΟΥ ΜΕΣΟΥ

Κατά   το   νόμο   (άρθρο   68§13   Π.Δ.   26/2012)  ο   Δικαστικός

Αντιπρόσωπος -τακτικός ή αναπληρωτής- οφείλει να βρίσκεται στον τόπο  που  θα  ασκήσει  τα  καθήκοντά  του  δύο  (2)  ημέρες  πριν  τις εκλογές,  δηλαδή  την  Παρασκευή,  16  Μαΐου  2014  (και  Παρασκευή

23.05.2014 αντίστοιχα).

Αν   πρόκειται   να   χρησιμοποιηθεί   μέσο   μαζικής   μεταφοράς

(κυρίως αεροπλάνο, αλλά και πλοίο, τραίνο ή λεωφορείο) αμέσως μετά την παραλαβή του διορισμού πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την εξασφάλιση θέσης. Οι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι έχουν απόλυτη προτεραιότητα.

4.- ΣΥΓΚΕΝΤΡ&ΣΗ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤ&Ν ΚΑΙ ΧΡΗΣΙΜ&Ν ΕΙΔ&Ν

Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος πρέπει να φέρει οπωσδήποτε μαζί του: α.- Το διοριστήριο έγγραφο και

β.- Την αστυνομική του ταυτότητα.

Πρόσθετα, για διευκόλυνσή του, είναι σκόπιμο να έχει μαζί του και τα παρακάτω είδη:

 

Α. Απαραίτητα

Ι. - Υγρό διαγραφής (blanco)

ΙΙ. - Καρμπόν χειρός (5-6 φύλλα) της καλύτερης δυνατής ποιότητας

ΙΙΙ. - Αναπτήρα

IV. - Λαστιχάκια

V. - Ψαλίδι

VI. - Κολλητική ταινία (σελοταίηπ) VII. - Κόλλα stick

VIII. - Αριθμομηχανή (κομπιουτεράκι)

Β. Χρήσιμα

Ι. - Δεκαπέντε (15) τουλάχιστον φακέλους μεγάλου μεγέθους (Α4 ή μεγαλύτερους) ανά εκλογή

ΙΙ. - Σειρά μαρκαδόρων διαφόρων χρωμάτων

ΙΙΙ. - Μικρό Ευαγγέλιο (για τυχόν ανάκριση)


 

 

Β

 

ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 16.05.2014/23.05.2014

 

 

 

1.- ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΑΦΙΞΗΣ

2.- ΕΞΕΥΡΕΣΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ

3.- ΕΝΗΜΕΡ&ΣΗ

4.- ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ΜΕ ΔΗΜΟ Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

 

 

 

alt1.- ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΑΦΙΞΗΣ

Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος οφείλει να ειδοποιήσει τουλάχιστον τηλεφωνικά τους: α) Έφορο Δικαστικών Αντιπροσώπων (που εδρεύει

στο οικείο Πρωτοδικείο), (άρθρο 66 παρ.3 του Π.Δ. 26/2012), β) αρμόδιο

Εισαγγελέα Πρωτοδικών και γ) τον Περιφερειάρχη (άρθρο 68§13 του Π.Δ.

26/2012) για την άφιξή του και την ανάληψη των καθηκόντων του.

Εφόσον είναι διορισμένος στην έδρα του Πρωτοδικείου, συνήθως διέρχεται από εκεί και το δηλώνει αυτοπροσώπως στον εντεταλμένο

προς τούτο υπάλληλο.

Για  τις  εκλογές  αυτές  δεν  υπάρχει  δυνατότητα  ατελούς αποστολής τηλεγραφημάτων.

 

2.- ΕΞΕΥΡΕΣΗ ΕΝΟΣ (1) Ή ΔΥΟ (2) ΓΡΑΜΜΑΤΕ&Ν

Κατά το νόμο (άρθρο 63 του Π.Δ. 26/2012) τα σχετικά καθήκοντα ανατίθενται  από  την  Εφορευτική  Επιτροπή  σε  δημόσιο  ή  δημοτικό

υπάλληλο, ή αν δεν μπορεί να εξευρεθεί τέτοιος σε εκλογέα. Στην πράξη

οι  Γραμματείς  εξευρίσκονται  εκ  των  προτέρων  από  το  Δικαστικό

Αντιπρόσωπο συνήθως με τη βοήθεια του Δήμου ή της Κοινότητας (ή στα μεγάλα αστικά  κέντρα και από τη Γραμματεία του Εφόρου).

Επίκειται από το Υπουργείο Εσωτερικών έκδοση εγκυκλίου με την οποία θα προβλέπεται η απασχόληση δύο (2) Γραμματέων και για τις δύο (2) Κυριακές μόνο στα εκλογικά τμήματα της Περιφέρειας Αττικής

και της Αντιπεριφέρειας Θεσσαλονίκης. Στα υπόλοιπα εκλογικά τμήματα θα προβλέπεται η απασχόληση ενός (1) Γραμματέα.


 

 

3.- ΕΝΗΜΕΡ&ΣΗ

Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος  ενημερώνεται:

α.- Από τη Γραμματεία του Εφόρου για τους αριθμούς των τηλεφωνικών κλήσεων του Εφόρου, του Εισαγγελέα, της Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας, της Νομαρχίας και του Δήμου (για τυχόν συνεννόηση, όποτε χρειαστεί).

β.- Από τη Γραμματεία του Εφόρου (ή από το Δήμο) για την ακριβή διεύθυνση του εκλογικού καταστήματος. Τα εκλογικά τμήματα και

τα  αντίστοιχα  εκλογικά  καταστήματα  αναφέρονται  στο  Πρόγραμμα

Ψηφοφορίας που είναι τοιχοκολλημένο σε κεντρικά σημεία τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν τις εκλογές (άρθρο 23 και 125 αντίστοιχα Ν.

3852/2010).

γ.- Από τη Γραμματεία του αρμόδιου Πρωτοδικείου (προφορικά ή τηλεφωνικά) για τα ονόματα των λοιπών μελών της εφορευτικής επιτροπής (τεσσάρων -4- τακτικών και τεσσάρων -4- αναπληρωματικών

-  άρθρο  58  του  Π.Δ.  26/2012)  και  τις  διευθύνσεις  κατοικίας  τους

(αναγράφονται   στη    σχετική   δικαστική    απόφαση    περί    διορισμού εφορευτικών επιτροπών).

δ) Από τη Γραμματεία της αρμόδιας Εισαγγελίας για τις επιδόσεις

των παραπάνω διοριστηρίων στα Μέλη των Εφορευτικών Επιτροπών.

4.- ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ΜΕ ΔΗΜΟ Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Τηλεφωνική συνεννόηση με τον αρμόδιο Δήμο ή Κοινότητα για τον ακριβή  χρόνο  παράδοσης  του εκλογικού υλικού (που  γίνεται το

αργότερο μέχρι το Σάββατο 18/25.05.2014 το μεσημέρι - άρθρα).

 

ΣΗΜΕΙ&ΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΑΠΛΗΡ&ΤΕΣ:

Οι αναπληρωτές Δικαστικοί Αντιπρόσωποι πρέπει, πέρα από την άφιξή τους, να δηλώσουν στον Έφορο Δικαστικών Αντιπροσώπων: α.- Τη διεύθυνση της διαμονής τους στην έδρα

του Εφόρου  και β.- τον αριθμό της τηλεφωνικής τους κλήσης,  για να τους αναζητήσει, όταν και εφόσον τους χρειαστεί.


 

 

 

 

Γ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ

 

 

ΣΑΒΒΑΤΟ, 17.05.2014/24.05.2014

 

 

 

 

1.- ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

2.- ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

3.- ΕΝΗΜΕΡ&ΣΗ

4.- ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

5.- ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

6.- ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΙΚ&Ν ΕΓΓΡΑΦ&Ν

 

 

 

alt1.- ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

Μετάβαση  στο  εκλογικό  κατάστημα,  παραλαβή  του  εκλογικού τμήματος καθώς και του σάκου με το εκλογικό υλικό από τον αρμόδιο

δημοτικό (ή κοινοτικό) υπάλληλο (συνήθως με απόδειξη) (άρθρο 78§1

του Π.Δ. 26/2012).

2. ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

Πρέπει να ελεγχθεί:

Ι.-  Αν  υπάρχουν  δύο  (2)  κάλπες  και  αν  αυτές  διαθέτουν κατάλληλο  κλείστρο  ώστε  να  μπορεί  να  εξασφαλιστεί  με  εξωτερική

κλειδαριά (λουκέτο).

ΙΙ.- Αν υπάρχουν δύο (2) ειδικά διαχωρίσματα (παραβάν) για την ψηφοφορία.

ΙΙΙ.-  Αν  υπάρχουν  τα  απαραίτητα  τραπέζια  (ή  θρανία)  και

τουλάχιστον δέκα (10) καρέκλες (για την Εφορευτική Επιτροπή και τους

Αντιπροσώπους των συνδυασμών).

Ο έλεγχος αυτός είναι απλός γιαυτό και είναι σκόπιμο να γίνεται κατά την παραλαβή του εκλογικού τμήματος, οπότε και ζητείται αμέσως

από  τον  παρόντα  υπάλληλο  του  Δήμου  η  σχετική  συμπλήρωση  ή

αντικατάσταση.


 

 

3.- ΕΝΗΜΕΡ&ΣΗ

Ο  Δικαστικός  Αντιπρόσωπος  ενημερώνεται  από  τα  σχετικά έγγραφα του σάκου.

Πέρα  από  τις  σχετικές  οδηγίες  του  Υπουργείου  Εσωτερικών,

Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για τη διεξαγωγή των Εκλογών, στο σάκο υπάρχουν διάφορες αποφάσεις Υπουργών, του Νομάρχη ή άλλων Αρχών ή/και τηλεγραφήματα, που αφορούν τη διεξαγωγή των εκλογών.

 

alt4.- ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

 

α.- Έλεγχος εκλογικών εγγράφων β.- Έλεγχος ψηφοδελτίων

γ.- Έλεγχος απαραίτητου υλικού δ.- Έλεγχος υπόλοιπου υλικού

 

 

Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι το εν γένει εκλογικό υλικό που  περιέχεται  στον  εκλογικό  σάκο  αναφέρεται  σε  αναλυτική κατάσταση, που υπάρχει μέσα σε αυτόν και καθιστά τον έλεγχο ευχερέστερο.

α.- Έλεγχος εκλογικών εγγράφων

Πρέπει να ελεγχθεί αν μέσα στο σάκο υπάρχουν:

Ι.- Ο εκλογικός κατάλογος.

ΙΙ.- Το  Βιβλίο  Πρωτοκόλλου Ψηφοφορίας  (είναι  διπλότυπο,

ανά ένα για τις Περιφερειακές Εκλογές και για τις Δημοτικές Εκλογές).

ΙΙΙ.- Τα δύο (2) Βιβλία Πράξεων της Εφορευτικής Επιτροπής (ανά ένα για τις Περιφερειακές και για τις Δημοτικές αντίστοιχα εκλογές) στα οποία έχουν ενσωματωθεί (με τη    μορφή τριπλότυπου ή τετραπλότυπου αντίστοιχα) και τα σχετικά αντίγραφα του Πρακτικού αρ. 2.

ΙV.-Το Βιβλίο Διαλογής Ψήφων (υπέρ συνδυασμών και υπέρ υποψηφίων) για τις Περιφερειακές Εκλογές.

V.-Το Βιβλίο Διαλογής Ψήφων (υπέρ συνδυασμών και υπέρ

υποψηφίων) για τις Δημοτικές Εκλογές.

 

Το   Βιβλίο   Πράξεων    της   Εφορευτικής    Επιτροπής   για    τις

Δημοτικές Εκλογές έχει εκτυπωθεί στις εξής παραλλαγές:

α) Για τους Δήμους με πληθυσμό πάνω από 100.000 κατοίκους.

β) Για τους Δήμους με πληθυσμό μέχρι 100.000 κατοίκους.

Οι δύο παραπάνω παραλλαγές διαφέρουν ως προς τον αριθμό των σελίδων.


 

 

γ) Για τις Κοινότητες (που απέμειναν) και έχουν είτε ένα εκλογικό τμήμα είτε περισσότερα από πέντε.

δ) Για τις Κοινότητες που έχουν από δύο ως πέντε εκλογικά τμήματα.

Στα  Βιβλία  Πράξεων  της  Εφορευτικής  Επιτροπής  των Κοινοτήτων έχουν ενσωματωθεί και τα Βιβλία Διαλογής Ψήφων υπέρ συνδυασμών και υπέρ υποψηφίων.

(VΙ.- Αποκλειστικά για την περίπτωση Δήμου ή Κοινοτήτας με δύο (2) ως πέντε (5) εκλογικά τμήματα, στο σάκο του 1ου εκλογικού τμήματος εκτός από αυτά πρέπει να υπάρχει και το Κοινό Πρακτικό των Εφορευτικών Επιτροπών για την έκδοση των αποτελεσμάτων και την

ανάδειξη των εκλεγέντων).

VΙ.- Τεσσάρων (4) διαφορετικών τύπων έντυπα τηλεγραφήματα (για τις δύο εκλογές αντίστοιχα όσο αφορά τους συνδυασμούς και τους υποψήφιους) .

VII.-  Tην  προκήρυξη  των  Περιφερειακών  Εκλογών  και  των

Δημοτικών  (έντυπο  που  περιλαμβάνει  τους  συνδυασμούς  και  τους υποψήφιους στο συγκεκριμένο Δήμο και Διαμέρισμα ή Κοινότητα).

VIII.- Έντυπα δηλώσεων εκλογέων.

IX.- Έντυπα βεβαιώσεων εκλογέων ότι ψήφισαν.

 

Αν λείπει οποιοδήποτε από τα παραπάνω έγγραφα (ιδιαίτερα ένα τα υπό στοιχεία Ι-V) ζητείται από το Δήμο ή/και από τη Νομαρχία (αρχικά τηλεφωνικά και εν ανάγκη και τηλεγραφικά) η άμεση αποστολή του.  Αν η αποστολή  καθυστερεί πρέπει να γίνει και σχετική έγγραφη (ή τηλεγραφική) αναφορά στον Έφορο και στον Εισαγγελέα. Η έλλειψη των εγγράφων με στοιχεία VI-VIII μπορεί να καλυφθεί και με φωτοαντίγραφα από τα σχετικά έντυπα των παρακείμενων εκλογικών τμημάτων.

 

β.- Έλεγχος ψηφοδελτίων:

Πρέπει να ελεγχθεί αν μέσα στο σάκο βρίσκονται τα ορθά ψηφοδέλτια    (της    συγκεκριμένης    εκλογικής    περιφέρειας    Δήμου,

Δημοτικής ή Τοπικής Κοινότητας), σε επαρκή ποσότητα και σε καλή

altκατάσταση) όλων των συνδυασμών, που αναφέρονται στην προκήρυξη του Δήμου και της Περιφέρειας αντίστοιχα, καθώς και λευκά.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Κάθε συνδυασμός εκτυπώνει ιδιαίτερο ψηφοδέλτιο για κάθε εκλογική περιφέρεια Δήμου, Δημοτική ή Τοπική   Ενότητα.   Συνεπώς,   εφόσον   στο   συγκεκριμένο


 

 

εκλογικό τμήμα προβλέπεται εκλογή και συμβούλων δημοτικής ή τοπικής ενότητας ή εκπροσώπων τοπικής ενότητας θα πρέπει να υπάρχουν στο σάκο τα ψηφοδέλτια κάθε συνδυασμού που περιλαμβάνουν τους υποψηφίους της συγκεκριμένης περιφέρειας και ενότητας.

 

altΕνδεχόμενα συνήθη προβλήματα και αντιμετώπισή τους:

Ι.- Δεν υπάρχουν (καθόλου) ψηφοδέλτια συνδυασμών που αναφέρονται  στην  προκήρυξη  ή  υπάρχει  προφανώς  μικρός  αριθμός τους.

Συνήθως αφορά μικρούς συνδυασμούς και η έλλειψή τους οφείλεται  σε  μη  αποστολή  τους  εκ  μέρους  τους,  οπότε  το  γεγονός

αναφέρεται σε κάποιο από τα ενημερωτικά έγγραφα του σάκου. Αλλιώς θα πρέπει να υποβληθεί αμέσως σχετικό αίτημα για συμπλήρωσή τους στο Δήμο ή στη Νομαρχία.

Γενικά θα πρέπει να καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφευχθεί η διαδικασία της διανομής των λευκών ψηφοδελτίων του

άρθρου 74 του Π.Δ. 26/2012.

ΙΙ.-    Μεγάλο    μέρος   των    ψηφοδελτίων   είναι    κακοποιημένα

(τσαλακωμένα, σχισμένα η λερωμένα ή κακέκτυπα), ώστε τα υπόλοιπα δεν επαρκούν για την ψηφοφορία.

Ζητείται άμεσα η συμπλήρωσή τους.

ΙΙΙ.-    Τα ψηφοδέλτια συνδυασμού αντιστοιχούν σε άλλο διαμερισματικό ή τοπικό συμβούλιο ή έχουν προφανώς (όχι κατά λίγα χιλιοστά) διάφορη διάσταση ή χρώμα (όχι κατά τόνους του μπεζ) από τα άλλα.

Ζητείται άμεσα η αποστολή κανονικών.

ΙV.-    Μικρός    αριθμός    ψηφοδελτίων   ενός    ή    περισσότερων συνδυασμών είναι κακοποιημένα (τσαλακωμένα, σχισμένα ή λερωμένα).

Αφαιρούνται αμέσως και καταστρέφονται.

γ.- Έλεγχος απαραίτητου υλικού:

Πρέπει να ελεγχθεί αν μέσα στο σάκο υπάρχουν:

I.-  Η  σφραγίδα  του  εκλογικού  τμήματος  (άρθρο  65  του  Π.Δ.

26/2012).

II.-   Φάκελοι   ψηφοφορίας    (δύο   χρωμάτων,   λευκοί    για   τις

Δημοτικές και γαλάζιοι για τις Περιφερειακές εκλογές) σε επαρκή (σύμφωνα με τον αριθμό των εγγεγραμμένων) ποσότητα (συνήθως είναι σημαντικά περισσότεροι) και σε καλή κατάσταση.


 

 

III.- Κλειδαριές (λουκέτα) δύο (2) (ανά ένα για κάθε κάλπη ή τέσσερα -4- ανά δύο -2- ανάλογα με τα κλείστρα της κάλπης- σε λειτουργία  και τα αντίστοιχα κλειδιά).

IV.- Ταινία (γάζα) για τη σφράγιση κάθε κάλπης.

V.- Ισπανικό κερί (βουλοκέρι) για τη σφράγιση κάθε κάλπης. VI.- Ταμπόν και μελάνη σφραγίδας.

Αν  λείπει  οποιοδήποτε  από  τα  παραπάνω  εκλογικά  υλικά  πρέπει

αμέσως να απαιτηθεί από το Δήμο η προσκόμισή τους. Τα υπό στοιχεία ΙΙΙ-VI υλικά υπάρχουν και στο εμπόριο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής μια τέτοια (στρογγυλή) άλλης αρχής (άρθρο 65 του Π.Δ. 26/2012), αλλά θα πρέπει να γίνει σχετική αναφορά στο Βιβλίο Πράξεων της Εφορευτικής Επιτροπής.

δ.- Έλεγχος υπόλοιπου υλικού:

Πρέπει να ελεγχθεί αν υπάρχει μέσα στο σάκο:

αα.-  Χάρακας  (για  τη  διαγραφή  των  ψηφισάντων  από  τον εκλογικό κατάλογο),

ββ.-  Στυλό  διαρκείας  για  τις  διάφορες  εγγραφές  (και  για  τα

παραβάν),

5.- ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ

Μετά τον έλεγχο της κάλπης είναι σκόπιμο να προετοιμασθεί το εκλογικό κατάστημα για τη διενέργεια της ψηφοφορίας:

α.- Είναι αυτονόητο ότι η ευθύνη της τακτοποίησης ανήκει στο

Δικαστικό Αντιπρόσωπο και συναρτάται με τη μορφή του κτιρίου του συγκεκριμένου εκλογικού καταστήματος (θέση πόρτας, παραθύρων). Στην πράξη οι υπάλληλοι του αντίστοιχου Δήμου φροντίζουν για τη στοιχειώδη διαρρύθμισή του (άρθρο 57 του Π.Δ. 26/2012).

Γενικά,  κατά τη διαρρύθμιση της αίθουσας πρέπει να ληφθούν υπόψη  οι  παρακάτω  παράμετροι,  που  συμβάλλουν  στην  ομαλή  και

απρόσκοπτη διεξαγωγή της ψηφοφορίας:

Ι.- Το εκλογικό κατάστημα πρέπει να έχει μόνο μια είσοδο-

έξοδο. Αν υπάρχει δεύτερη ενδείκνυται να αποκλειστεί.

II.- Οι εκλογείς θα πρέπει κατά τα στάδια της ψηφοφορίας να ακολουθούν   σταθερά   προκαθορισμένη   πορεία,   ώστε   να   μη

δημιουργείται  σύγχυση,  ειδικά  στις  συγκεκριμένες  εκλογές  που  είναι

διπλές..

ΙΙΙ.- Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος πρέπει να κάθεται σε θέση από όπου θα ελέγχει πλήρως όλα τα στάδια της ψηφοφορίας.

ΙV.- Οι δύο (2) κάλπες θα πρέπει να βρίσκονται μπροστά από το  τραπέζι  του  Δικαστικού  Αντιπροσώπου  και  η  επιφάνειά  τους


 

 

οπωσδήποτε πάνω από αυτό (άρθρο 57§2 του Π.Δ. 26/2012) (στην πράξη οι κάλπες τοποθετούνται πάνω σε καθίσματα).

V.-     Τα    διαχωρίσματα    (παραβάν)     πρέπει    να     είναι    σε

απομονωμένη θέση.

VI.- Οι Αντιπρόσωποι των συνδυασμών πρέπει να κάθονται σε τέτοια θέση που ενώ ελέγχουν την όλη εκλογική διαδικασία, δεν την παρακωλύουν.

β.- Σε κάθε παραβάν πρέπει να υπάρχει:

Ι.- Τραπέζι,

ΙΙ.- Στυλό διαρκείας χρώματος μπλε ή μαύρου για τη χάραξη των σταυρών προτίμησης (άρθρο 27§5 και 129§3 Ν. 3852/2010). (Ενδείκνυται τα στυλό να δεθούν με σπάγκο, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεχής ύπαρξή τους) και

ΙΙΙ) σάκος (πλαστικός ή χάρτινος) για τα άχρηστα  ψηφοδέλτια.

γ.- Eίναι σκόπιμο να   τοποθετούνται σε εμφανή σημεία της αίθουσας (και μέσα στο παραβάν) ανακοινώσεις με τον αριθμό των επιτρεπομένων κατά περίπτωση σταυρών προτίμησης, ειδικά σε αυτές τις εκλογές που υπάρχουν πολλές κατηγορίες.

Ο αριθμός των επιτρεπόμενων, κατά περίπτωση, σταυρών προτίμησης αναφέρεται παρακάτω.

 

alt6.- ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΕΚΛΟΓΙΚ&Ν ΕΓΓΡΑΦ&Ν

 

α.- Αναπαραγωγή τηλεγραφημάτων.

β.- Προετοιμασία πρωτοκόλλου ψηφοφορίας

γ.- Προετοιμασία Βιβλίων Πράξεων της Εφορευτικής

Επιτροπής και των      αντιγράφων του πρακτικού αρ. 2

δ.-Προετοιμασία Βιβλίων διαλογής ψήφων υπέρ συνδυασμών.

ε.- Προετοιμασία Βιβλίων διαλογής ψήφων υπέρ υποψηφίων.

στ.- Αναπαραγωγή βεβαιώσεων.

ζ.- Προετοιμασία λοιπών εγγράφων.

 

 

α.- Αναπαραγωγή τηλεγραφημάτων:

Είναι σκόπιμο, όπου υπάρχει δυνατότητα φωτοαντιγραφής (στα καταστήματα του εμπορίου ή και στα Γραφεία των Δήμων και Κοινοτήτων), να αναπαράγοντα πέντε (5) - έξι (6) φωτοαντίγραφα των τεσσάρων (4) τηλεγραφημάτων,   ώστε   να χορηγηθούν μετά το τέλος


 

 

της διαλογής στους Αντιπροσώπους όλων των συνδυασμών, αφού είναι βέβαιο ότι θα ζητήσουν.

β.- Προετοιμασία Πρωτοκόλλου Ψηφοφορίας

Για να αποφευχθούν λάθη στην αρίθμηση του πρωτοκόλλου ψηφοφορίας   (που   συμβαίνουν   συχνότατα,   με   αποτέλεσμα   την

ασυμφωνία των ψηφισάντων με τους φακέλους που βρίσκονται στην

κάλπη),  είναι  σκόπιμο  το  βιβλίο  να  αριθμηθεί  εκ  των  προτέρων,

τουλάχιστον στον τελευταίο αριθμό κάθε σελίδας (δηλαδή 30, 60, 90,

120 κοκ), ώστε αν προκύψει λάθος να εντοπισθεί έγκαιρα.

γ.-   Προετοιμασία  του   Βιβλίου   Πράξεων   της   Εφορευτικής

Επιτροπής.

Είναι σκόπιμο, για τις συγκεκριμένες εκλογές αναγκαίο, να συ- μπληρωθεί το Πρακτικό 2 του Βιβλίου εκ των προτέρων κάθε εκλογής (Δημοτικών και Περιφερειακών εκλογών), με την καταγραφή των ονομάτων όλων των συνδυασμών και κυρίως των υποψηφίων των συνδυασμών  που  μετέχουν  στις  εκλογές  αυτές,  με  τη  σειρά  που αναφέρονται στην προκήρυξη στην οικεία θέση.

Κατά το παρελθόν, συνήθως, αντί της καταγραφής των υποψη- φίων (ιδιαίτερα στις μεγάλες Περιφέρειες και Δήμους που είναι πολλοί) στη σχετική θέση του Πρακτικού αρ. 2 και των δύο (2) αντιγράφων του επικολλούνταν είτε τα τμήματα των σχετικών ψηφοδελτίων με τα ονόματα των υποψηφίων είτε τα σχετικά τμήματα από φωτοαντίγραφα των τηλεγραφημάτων. Όμως, στις εκλογές αυτές, λόγω της διαμόρφωσης του Πρακτικού 2 και των αντιγράφων του ως «τριπλότυπου» ή «τετραπλό- τυπου» προβάλλει ως απλούστερη η καταγραφή των ονομάτων με τη χρησιμοποίηση καρμπόν (καλής ποιότητας) για τα αντίγραφα.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι όλα τα εκλογικά Βιβλία είναι θεωρημένα και σφραγισμένα κατά φύλλο από την οικεία Νομαρχία.

Συνεπώς,    δεν   είναι    νόμιμη    η   χρησιμοποίηση    ασφράγιστων

Βιβλίων,  που  διατίθενται  στην  αγορά  με  προεκτυπωμένα  τα ονόματα των υποψηφίων.

δ.- Προετοιμασία Βιβλίων διαλογής ψήφων υπέρ συνδυασμών.

Είναι  σκόπιμο  να  συμπληρωθούν  από  το  Σάββατο  και  στα Βιβλία αυτά τα ονόματα των συνδυασμών επίσης με τη σειρά που αναφέρονται  στην  προκήρυξη  (αφήνοντας  σχετικά  ελεύθερα τετραγωνίδια μεταξύ των συνδυασμών ανάλογα με την εκτιμώμενη δύναμή τους).

ε.- Προετοιμασία Βιβλίων διαλογής ψήφων υπέρ υποψηφίων.

Είναι επίσης σκόπιμο (για τις συγκεκριμένες διπλές εκλογές αναγκαίο)  να  συμπληρωθούν  από  το  Σάββατο,  τα  ονόματα  των


 

 

υποψηφίων στο σχετικό πρωτόκολλο διαλογής (αφήνοντας σχετικά ελεύθερα τετραγωνίδια μεταξύ των συνδυασμών ανάλογα με την εκτιμώμενη δύναμή τους).

στ.- Αναπαραγωγή Βεβαιώσεων Εκλογέων.

Μετά την κατάργηση του Εκλογικού Βιβλιαρίου προβλέπεται με βεβαιότητα ότι πολλοί εκλογείς θα ζητήσουν βεβαίωση ότι ψήφισαν, την οποία ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος υποχρεούται να εκδώσει (άρθρο 83§6

του Π.Δ. 26/2012). Προς τούτο είναι σκόπιμο να συμπληρωθεί από το

Σάββατο σε όλα τα στοιχεία της (εκλογική περιφέρεια, Δήμος ή Κοινότητα, Διαμέρισμα, Εκλογικό Τμήμα, τόπος, ημερομηνία και ονοματεπώνυμο Δικαστικού Αντιπροσώπου) μία σχετική βεβαίωση και να αναπαραχθεί σε φωτοαντιγραφικό αρκετές φορές, ώστε να απομένει μόνο προς συμπλήρωση το ονοματεπώνυμο του εκλογέα.

ζ.- Προετοιμασία λοιπών εγγράφων.

Θα πρέπει επίσης να ετοιμασθούν και τα εξής έγγραφα:

I.- Απόσπασμα του Πρακτικού 1 για το διορισμό κάθε Γραμματέα

(βλ. Παράρτημα).

ΙΙ.- Βεβαίωση ότι κάθε Γραμματέας εκτέλεσε τα καθήκοντά του (βλ.

Παράρτημα).

III.-   Υπεύθυνη   δήλωση του Δικαστικού Αντιπροσώπου για να ψηφίσει (Βλ. Παράρτημα), εφόσον ο συγκεκριμένος Δικαστικός Αντιπρόσωπος είναι εγγεγραμμένος στους Εκλογικούς Καταλόγους του συγκεκριμένου Δήμου (για τις Δημοτικές Εκλογές) ή Δήμου του συγκεκριμένου Νομού (για τις Περιφερειακές Εκλογές).

ΙV.- Αναφορά προς τον Έφορο Δικαστικών Αντιπροσώπων (βλ.

Παράρτημα).

altV.-   Βεβαίωση   της   Εφορευτικής   Επιτροπής   ότι   εκτέλεσε   τα καθήκοντά του (βλ. Παράρτημα).

 

 

Οι παραπάνω εργασίες του Σαββάτου επιβάλλεται να γίνονται μέσα στο Εκλογικό Τμήμα, μετά το πέρας των οποίων το εκλογικό υλικό πρέπει να ασφαλίζεται με προσοχή.

Αντίστοιχα απαγορεύεται να απομακρύνεται το εκλογικό υλικό (βιβλία, σφραγίδα, εκλογικός κατάλογος κλπ) από το Εκλογικό Τμήμα (πχ. στο σπίτι του Δικαστικού Αντιπροσώπου) καθόσον στην περίπτωση που προκύψει αιφνίδιο κώλυμα του Δικαστικού Αντιπροσώπου να ασκήσει τα καθήκοντά του η διεξαγωγή των εκλογών στο συγκεκριμένο εκλογικό τμήμα, με Αναπληρωτή Δικαστικό Αντιπρόσωπο, καθίσταται δυσχερής ή αδύνατη.


 

 

Δ

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ, 18.05.2014

 

 

1.- ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

2.- ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΕΡΓΟΥ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ

3.- ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&Π&Ν ΣΥΝΔΥΑΣΜ&Ν

4.- ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙ&Ν

5.- ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΚΑΛΠ&Ν

6.- ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ Τ&Ν ΠΡΑΚΤΙΚ&Ν ΑΡ. 1

 

altΚαταρχάς ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος οφείλει να βρίσκεται στο Εκλογικό Τμήμα στις 06.00' το πρωί (δηλαδή μία (1) ώρα πριν την έναρξη της ψηφοφορίας) (άρθρο 78§2 του Π.Δ. 26/2012). Την ίδια ώρα οφείλουν να βρίσκονται εκεί ο Γραμματέας και τα άλλα Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής.

1.- ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Ο  Δικαστικός  Αντιπρόσωπος  παραλαμβάνει  από  τα  Μέλη  της

Εφορευτικής Επιτροπής την πράξη του διορισμού τους, ελέγχει μήπως υπάρχουν τυχόν ασυμβίβαστα του άρθρου 59§1 του Π.Δ. 26/2012 , σε συνδυασμό  με  εκείνα  των  άρθρων  22§§5  και  6,  125§§  5  και  6  Ν.

3852/2010, (καθόσον αφού δεν επιτρέπεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα να είναι αντιπρόσωποι συνδυασμών, κατά μείζονα λόγο δεν επιτρέπεται να είναι   μέλη   της   Εφορευτικής   Επιτροπής),   όπως   ιδιότητα   δημοσίου, δημοτικού   ή   κοινοτικού   υπαλλήλου   ή   στρατιωτικού-αστυνομικού  -σε ενέργεια ή αποστρατεία)- σε αυτά και εξετάζει τα τυχόν κωλύματα που θα προβληθούν (προχωρημένη ηλικία, ασθένεια, εγκυμοσύνη κλπ). Εφόσον προσέλθουν (και δεν έχουν ασυμβίβαστο ή κώλυμα) τα τέσσερα (4) τακτικά μέλη, ολοκληρώνεται η συγκρότηση της Εφορευτικής Επιτροπής και απο- δεσμεύονται τα αναπληρωματικά Μέλη (αφού πρώτα αφήσουν τον αριθμό τηλεφώνου τους για την περίπτωση έκτακτης ανάγκης αναπλήρωσης).

Αν δεν προσέλθει ένα ή περισσότερα τακτικά μέλη (ή έχουν ασυμβίβαστο ή εύλογο               κώλυμα)   συμπληρώνεται   η   Εφορευτική   Επιτροπή   από   τα αναπληρωματικά μέλη κατά τη σειρά του διορισμού τους.

Τα μέλη των εφορευτικών επιτροπών είναι υποχρεωμένα να εκτελούν τα καθήκοντά τους, ανεξάρτητα αν ειδοποιήθηκαν εγκαίρως (άρθρο 58§7του Π.Δ. 26/2012).


 

 

Η Εφορευτική Επιτροπή είναι συλλογικό όργανο, που αποφασίζει κατά πλειοψηφία. Σε ισοψηφία υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου της (Δικαστικού Αντιπροσώπου) (άρθρο 61§2 του Π.Δ. 26/2012).

Ενδεχόμενα προβλήματα:

α.- Προσέρχονται λιγότερα από τέσσερα (4) συνολικά μέλη ή και κανένα.

I.- Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος μόνος (με τη συνεργασία του Γραμματέα ή ακόμη και χωρίς αυτόν) προχωρεί κανονικά την εκλογική διαδικασία (άρθρο 60§1 του Π.Δ. 26/2012).

II.- Παράλληλα προβαίνει σε ενέργειες για την κατά το δυνατό συμπλήρωση  της  Εφορευτικής  Επιτροπής,  ώστε  να  διευκολυνθεί  η εκλογική διαδικασία (είτε μέσω αστυνομίας, είτε μέσω των Δικαστικών Αντιπροσώπων των εκλογικών τμημάτων που ψηφίζουν οι απόντες).

β.-  Μέλος  αποχωρεί  οριστικά  (λόγω  ανυπέρβλητου  κωλύματος)

κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας ή μέχρι το τέλος της διαλογής.

Γίνεται ειδική μνεία στο Βιβλίο Πράξεων (καθόσον στο Πρακτικό θα λείπει η υπογραφή του στο τέλος). Ταυτόχρονα ειδοποιείται το επόμενο αναπληρωματικό μέλος για να το αναπληρώσει (αν είναι δυνατό).

γ.- Δεν προσέρχεται ο Γραμματέας.

Ανατίθενται τα σχετικά καθήκοντα σε ένα μέλος της Εφορευτικής

Επιτροπής ή σε οποιονδήποτε εκλογέα.

Οπωσδήποτε η Εφορευτική Επιτροπή λειτουργεί νομότυπα και χωρίς Γραμματέα (άρθρο 60§1 του Π.Δ. 26/2012).

Τα ίδια μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής θα διεξάγουν και τις τυχόν επαναληπτικές εκλογέςμαζί με τις εκλογές για την ανάδειξη μελών του Ευρωκοινοβουλίου της 25.05.2014.

2.- ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΕΡΓΟΥ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ

Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος αναθέτει (συνήθως):

α.- Στο ένα μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής το χειρισμό του εκλογικού καταλόγου.

β.- Σε άλλο μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής τον έλεγχο των δύο

καλπών. (Είναι σκόπιμο στο ίδιο μέλος να ανατεθεί και η απόδοση της ταυτότητας στον εκλογέα, μαζί με την βεβαίωση ότι ψήφισε καθώς και ο έλεγχος της ορθής συμπλήρωσής της).

γ.- Στο Γραμματέα τη σύνταξη του Πρωτοκόλλου Ψηφοφορίας και τη συμπλήρωση της βεβαίωσης ότι ο εκλογέας ψήφισε.

δ.- Στα δύο άλλα μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής τη διανομή των ψηφοδελτίων στους ψηφοφόρους κατά εκλογή.

Καταρχήν δεν επιτρέπεται (ούτε είναι φρόνιμο) να εμπλέκονται οι Αντιπρόσωποι των συνδυασμών στη διαδικασία των εκλογών. Σε περίπτω- ση όμως ελλιπούς Εφορευτικής Επιτροπής ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος

πρέπει  να  τους  παρακαλέσει  να  συνδράμουν-όλους ανεξαίρετα,  χωρίς


 

 

προτιμήσεις  ή  αποκλεισμούς-  για  την  ομαλή  διεξαγωγή  της  εκλογικής διαδικασίας.

3.- ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&Π&Ν ΣΥΝΔΥΑΣΜ&Ν (άρθρα 22

και 124 Ν. 3852/2010) .

Οι  Αντιπρόσωποι των συνδυασμών προσκομίζουν το έγγραφο του διορισμού τους (υπογραμμένο, συνήθως με μηχανικό μέσο, από τον υποψήφιο Νομάρχη ή Δήμαρχο αντίστοιχα ή το προς τούτο εντεταλμένο πρόσωπο) στο οποίο αναγράφεται το όνομα του τακτικού Αντιπροσώπου και ενός ή δύο αναπληρωματικών.

Οι παραπάνω Αντιπρόσωποι παραμένουν στο εκλογικό τμήμα ολόκληρη τη διάρκεια της ψηφοφορίας και κατά τη  διαλογή, ασκούν τα νόμιμα δικαιώματά τους και υπογράφουν στα σχετικά Πρακτικά της

Εφορευτικής Επιτροπής.

Οι αντιπρόσωποι των συνδυασμών έχουν τα κωλύματα που προβλέπονται στο άρθρο 22§§5 και 6, 125§§ 5 και 6 Ν. 3852/2010.

4.- ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙ&Ν

Σε δύο τραπέζια (που ενδείκνυται να επιστρωθούν με λευκό χαρτί) τοποθετούνται τα ψηφοδέλτια κατά στοίβες, η μία δίπλα στην άλλη, (με τη σειρά  που  καθορίζεται  στην  προκήρυξη  προς  αποφυγή  παρεξήγησης)

διακεκριμένα  (σε  άλλο  τραπέζιγια  τις  Δημοτικές  και  σε  άλλο  για  τις

Περιφερειακές εκλογές).

Γίνεται υπόμνηση στα μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής που διανέμουν τα ψηφοδέλτια:

α.- Ότι πρέπει να διανέμεται σε κάθε ψηφοφόρο υποχρεωτικά ολόκληρη  η  σειρά των ψηφοδελτίων όλων των συνδυασμών (άρθρο 83§1

του   Π.Δ.   26/2012),  καθώς   και   λευκό   ψηφοδέλτιο  (ΣτΕ   2929   και

2930/1996).

β.- Ότι σε κάθε σειρά ψηφοδελτίων πρέπει να περιέχονται τα ψηφοδέλτια όλων των κομμάτων και συνδυασμών (καθώς και λευκό).

γ.- Να γίνεται κάποιος έλεγχος ώστε τα τυχόν τσαλακωμένα, λερωμένα, κακοεκτυπωμένακλπ ψηφοδέλτια να αχρηστεύονται εκ των προτέρων και να μη διανέμονται.

δ.- Ότι (προς αποφυγή έντασης και καχυποψίας) πρέπει να τηρείται εναλλασσόμενη σειρά (κυκλικώς) στα ψηφοδέλτια  των συνδυασμών που διανέμονται στους ψηφοφόρους (ή με άλλες λέξεις να μη δίδεται πάντοτε πρώτο το ψηφοδέλτιο του ίδιου συνδυασμού, αλλά τα ψηφοδέλτια να εναλλάσσονται κυκλικά).

δ.- Αν κατά    τη διάρκεια της ψηφοφορίας εξαντληθούν τα ψηφοδέλτια κάποιου συνδυασμού λαμβάνεται κάθε μέριμνα για ανεφοδιασμό (έστω από παρακείμενα εκλογικά τμήματα). Σε περίπτωση ανάγκης πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου άρθρου 74 του


 

 

Π.Δ. 26/2012 (σφράγιση  και  χορήγηση λευκών ψηφοδελτίων με σχετική μνεία στο Βιβλίο Πράξεων της Εφορευτικής Επιτροπής).

ε.- Στα τραπέζια που θα βρίσκονται τα προς διανομή ψηφοδέλτια δεν θα πρέπει να υπάρχουν στυλό, μολύβια, διάφορα ποτά, φαγητά, κλπ υλικά που μπορούν να σημαδέψουν τα ψηφοδέλτια και να οδηγήσουν στην ακύρωσή τους.

alt4.- ΣΦΡΑΓΙΣΗ ΚΑΛΠ&Ν

 

α.- Άνοιγμα κάλπης

β.- Κλείσιμο και ασφάλιση με κλειδαριές (λουκέτα).

γ.- Τοποθέτηση ταινιών ασφαλείας.

δ.- Σφράγισμα με βουλοκέρι.

ε.- Απόφραξη σχισμής.

Για κάθε κάλπη (των Δημοτικών και των Περιφερειακών Εκλογών)

ακολουθείται η εξής διαδικασία:

α.- Άνοιγμα κάλπης

Ανοίγεται η κάλπη (παρουσία των μελών της Εφορευτικής Επιτρο- πής και των Αντιπροσώπων των συνδυασμών) και διαπιστώνεται ότι είναι κενή.

β.- Κλείσιμο και ασφάλιση με κλειδαριές (λουκέτα).

Κλείνεται και ασφαλίζεται με το λουκέτο (ή τα λουκέτα) και ο

Δικαστικός Αντιπρόσωπος φυλάσσει τα κλειδιά.

 

γ.- Τοποθέτηση ταινιών ασφαλείας.

Τοποθετούνται οι ταινίες (γάζες) στο άνοιγμα  της κάλπης (η μια άκρη κάθε ταινίας πρέπει να βρίσκεται στη μπροστινή πλευρά κάτω από το άνοιγμα και η άλλη άκρη στην επάνω πλευρά). (Στην πράξη είναι απλούστερο   να δένεται ολόκληρη η κάλπη με δύο ταινίες ώστε να μην μπορεί να ανοίξει).

δ.- Σφράγισμα με βουλοκέρι.

altΚάθε ταινία ασφαλίζεται με ισπανικό κερί (βουλοκέρι), σε δύο (τουλάχιστον) σημεία της (στη μπροστινή πλευρά της κάλπης κάτω από το άνοιγμα και στην πάνω πλευρά) όπου αποτυπώνεται η σφραγίδα του εκλογικού τμήματος (άρθρο 79 ΠΔ 26/2012).

 

ΠΡΟΣΟΧΗ!   Κάθε φορά πριν την αποτύπωση της σφραγίδας στο βουλοκέρι, αυτή θα πρέπει πρώτα να έχει βραχεί με νερό, γιατί αλλιώς θα καταστραφεί.

 

 

Στο σημείο αυτό πρέπει να ερωτηθούν οι Αντιπρόσωποι των συνδυασμών αν επιθυμούν να θέσουν τη σφραγίδα, ή υπογραφή τους στην ταινία με την οποία σφραγίστηκε η κάλπη.


 

 

 

 

ε.- Απόφραξη σχισμής.

Πάνω από τη σχισμή της κάλπης τοποθετείται ένα βιβλίο (συνήθως οι Οδηγίες του Υπουργείου Εσωτερικών, προς αποφυγή παρεξηγήσεων),

έτσι ώστε να μην είναι δυνατή η ρίψη ψηφοδελτίου μέσα σε αυτή, χωρίς την προηγούμενη μετακίνηση του βιβλίου.

 

6.- ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ Τ&Ν ΠΡΑΚΤΙΚ&Ν ΑΡ. 1

Στη συνέχεια συντάσσεται το Πρακτικό αρ. 1 (ανά ένα για τις Δημοτικές και τις Περιφερειακές εκλογές), το οποίο, αφού διαβάζεται, υπογράφεται από το Δικαστικό Αντιπρόσωπο, τα Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής, το Γραμματέα και τους παρόντες Αντιπροσώπους των Συνδυασμών αντίστοιχα (άρθρο 80 του Π.Δ. 26/2012).


 

 

Ε

altΔΙΕΞΑΓ&ΓΗ ΤΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

 

1.- ΓΕΝΙΚΑ

2.- ΣΤΑΔΙΑ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

3.- ΨΗΦΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΥ

4.- ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ

 

1.- ΓΕΝΙΚΑ

α.-  Στις  07.00'  π.μ.,  (τόσο  για  τις  18.05.2014  όσο  και  για  τις

25.05.2014), όπως προβλέπεται από το Πρόγραμμα, αρχίζει η ψηφοφορία και προσκαλούνται οι ψηφοφόροι να ψηφίσουν.

β.- Οι ψηφοφόροι εισέρχονται ο ένας πίσω από τον άλλο (σε ένα στίχο) στο εκλογικό τμήμα.

γ.- Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας απαγορεύεται να παραμένει στο   Εκλογικό   Τμήμα   οποιοδήποτε   άλλο   πρόσωπο   πέρα   από   την

Εφορευτική Επιτροπή, τους Αντιπροσώπους των συνδυασμών,   τους πληρεξουσίους των συνδυασμών και υποψηφίων και τους ίδιους τους υποψηφίους (άρθρο 87§3 του Π.Δ. 26/2012).

Η Εφορευτική Επιτροπή οφείλει να δεχθεί στο Εκλογικό Τμήμα προσωρινά    συνεργεία    τηλεόρασης    και    ραδιοφώνου,    καθώς    και

δημοσιογράφους, με την επίδειξη της ταυτότητάς τους.

δ.- Η ψηφοφορία απαγορεύεται να διακοπεί πλην για λόγους εξαιρετικούς και απρόβλεπτους, οπότε πρέπει να γίνει σχετική μνεία στα πρακτικά. Η αδικαιολόγητη διακοπή της ψηφοφορίας αποτελεί ειδικό εκλογικό ποινικό αδίκημα (άρθρο 119§2 α΄ περ. γγ΄ του Π.Δ. 26/2012), ενώ παράλληλα θα πρέπει να παραταθεί η ψηφοφορία για χρόνο ίσο με αυτόν της διακοπής (άρθρο 89§1 ΠΔ 26/2012).

ε.- Οι εκλογείς με αναπηρία ψηφίζουν με απόλυτη προτεραιότητα, ενώ καταβάλλεται κάθε προσπάθεια από το Δικαστικό Αντιπρόσωπο, ώστε να ψηφίσουν με τον ευκολότερο τρόπο.

στ.- Επιτρέπεται, με την επίδειξη της επαγγελματικής ταυτότητάς τους,  η  είσοδος  στα  εκλογικά  καταστήματα  δημοσιογράφων,  εκδοτών τύπου, ανταποκριτών ξένου τύπου, συνεργείων ραδιοφώνου και τηλεόρασης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εμποδίζεται η κανονική διεξαγωγή της ψηφοφορίας.

2.- ΣΤΑΔΙΑ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

altΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΣΤΑΔΙ&Ν ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

α.- Αναγνώριση ταυτότητας εκλογέα.

β.- Επαλήθευση εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο.


 

 

 

γ.- Καταγραφή στο Πρωτόκολλο Ψηφοφορίας.

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚ&Ν ΕΚΛΟΓ&Ν (προηγείται)

δ.- Παραλαβή σφραγισμένου και μονογραμμένου (από τον Δικαστικό Αντιπρόσωπο) του λευκού φακέλου ψηφοφορίας Δημοτικών Εκλογών.

ε.-    Παραλαβή     της    πλήρους    σειράς     ψηφοδελτίων    των

Δημοτικών Εκλογών και απόσυρση του εκλογέα στο διαχώρισμα στ.- Σταυροί προτίμησης

ζ.- Ρίψη του φακέλου στην κάλπη των Δημοτικών Εκλογών.

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚ&Ν ΕΚΛΟΓ&Ν (έπεται)

η.- Παραλαβή σφραγισμένου και μονογραμμένου (από τον Δικαστικό Αντιπρόσωπο) του γαλάζιου φακέλου ψηφοφορίας Περιφερειακών Εκλογών.

θ.-    Παραλαβή     της    πλήρους    σειράς     ψηφοδελτίων    των

Περιφερειακών Εκλογών και απόσυρση του εκλογέα στο διαχώρισμα

ι.- Ρίψη του φακέλου στην κάλπη των Περιφερειακών Εκλογών


και


 

ια.-  Απόδοση  στον  εκλογέα  της  ταυτότητάς  του  και  της


altβεβαίωσης ότι ψήφισε.

α.- Αναγνώριση ταυτότητας εκλογέα

Ο εκλογέας παραδίδει στο Δικαστικό Αντιπρόσωπο (ή στο Μέλος της  Εφορευτικής  Επιτροπής,  που  έχει  ορισθεί)  την  αστυνομική  του

ταυτότητα.

Ο εκλογέας παραδίδει στο Δικαστικό Αντιπρόσωπο (ή στο Μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής, που έχει ορισθεί) την αστυνομική του ταυτότητα.

Η αναγνώριση των εκλογέων για την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος γίνεται με βάση την αστυνομική τους ταυτότητα ή τη σχετική προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ή το διαβατήριό τους ή την άδεια οδήγησης ή το ατομικό βιβλιάριο υγείας όλων των ασφαλιστικών ταμείων. Σημειώνεται ότι, τυχόν «κομμένα» δελτία αστυνομικής ταυτότητας είναι αποδεκτά. Η αναγνώριση των στρατιωτικών και όσων υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας γίνεται από τις στρατιωτικές ή υπηρεσιακές τους ταυτότητες.

Ειδικότερα για τα διαβατήρια, επισημαίνεται ότι, αρκεί διαβατήριο που έχει λήξει η ισχύς του, ακόμη και αν αυτό έχει εκδοθεί από την οικεία νομαρχιακή αυτοδιοίκηση πριν από τη μεταβίβαση της σχετικής αρμοδιότητας στην Ελληνική Αστυνομία.

Η αναγνώριση των κοινοτικών εκλογέων, που διαμένουν μόνιμα Ελλάδα γίνεται με βάση ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο και γιατους υπηκόους τρίτων χωρών τίτλο νόμιμης διαμονής στην Ελλάδα σε ισχύ.


 

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι εκλογείς που είναι εγγεγραμμένοι σε ειδικό εκλογικό κατάλογο, δηλαδή οι κάτοικοι Κοινοτικών Χωρών, που κατοικούν στην Ελλάδα ψηφίζουν μόνο στις Δημοτικές Εκλογές και ΟΧΙ στις Περιφερειακές.

Συνεπώς, πέρα από το ότι ΔΕΝ πρέπει να ψηφίσουν στις Περιφερειακές Εκλογές, πρέπει να καταγραφούν μόνο στο ένα αντίτυπο του Βιβλίου Πρωτοκόλλου Ψηφοφορίας.

β.- Επαλήθευση εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο.

Στη συνέχεια γίνεται επαλήθευση της εγγραφής στον εκλογικό κατάλογο (γενικό ή ειδικό).

Ι.- Εφόσον τα στοιχεία της ταυτότητας και της καταχώρησης στον εκλογικό κατάλογο συμπίπτουν συνεχίζεται κανονικά η διαδικασία της ψηφοφορίας.

Η ένδειξη  «Δ» δίπλα στο όνομα εκλογέα στον εκλογικό κατάλογο

υποδηλώνει ότι είναι διπλοεγγεγραμμένος.

Προκειμένου να ψηφίσει θα πρέπει να συμπληρώσει έντυπη υπεύθυνη δήλωση ότι έχοντας υπόψη τη διάταξη του άρθρου 113 §2 του Π.Δ. 26/2012 για την εκλογή βουλευτών έλαβε γνώση ότι είναι διπλοεγγεγραμμένος και δηλώνει ότι δεν έχει ψηφίσει ούτε προτίθεται να ψηφίσει σε άλλο Εκλογικό Τμήμα της χώρας.

Και οι σχετικές δηλώσεις τοποθετούνται στο σάκο μαζί με τα υπόλοιπα εκλογικά έγγραφα.

ΙΙ.- Ενδεχόμενα προβλήματα:

αα) Ο εκλογέας δεν είναι καταχωρημένος στον Εκλογικό Κατάλογο.

Ο εκλογέας πρέπει να μεταβεί στον αρμόδιο Δήμο (ή Κοινότητα) να εκδώσει πιστοποιητικό εγγραφής στα Δημοτολόγια ή στα Βιβλία Μητρώου Αρρένων ειδικά για την ψηφοφορία στις συγκεκριμένες εκλογές.

Προκειμένου να ψηφίσει ο εκλογέας αυτός θα πρέπει: a) να παραδώσει το πιστοποιητικό στην Εφορευτική Επιτροπή, b) να υπογράψει  τη  σχετική  δήλωση  που  προβλέπεται  και  για  τους

«διπλοεγγεγραμμένους» εκλογείς και c) το όνομά του να προεστεθεί

χειρόγραφα στο τέλος του εκλογικού καταλόγου (και θα προσμετρηθεί στους εγγεγραμμένους).

ββ)  Τα  στοιχεία  ταυτότητας  του  εκλογέα  εμφανίζουν  διαφορές μεταξύ  της  αστυνομικής  του  ταυτότητάς  και  της  καταχώρησης  στον

εκλογικό  κατάλογο.  Αν  πρόκειται  για  ουσιώδη  διαφορά  (και  όχι  για

προφανές τυπογραφικό λάθος) πρέπει να γίνει διάκριση: a.- Αν πρόκειται για εκλογέα άνδρα, αυτός πρέπει να μεταβεί στον αρμόδιο Δήμο ή Κοινότητα και να προσκομίσει βεβαίωση ταυτοπροσωπίας. b.-Αν πρόκειται για εκλογέα γυναίκα:  Καταρχάς θα πρέπει να διερευνηθεί μήπως έχει καταχωρηθεί με το πατρικό της επώνυμο ή με το συζυγικό ή το όνομα


 

 

altπρώην συζύγου της οπότε αρκεί να διαπιστωθεί η ταυτοπροσωπία της με οποιοδήποτε  αποδεικτικό  μέσο  (ληξιαρχική  πράξη  γάμου,  διαζευκτήριο κλπ). Αν πρόκειται για λάθος στην καταχώρηση θα πρέπει να μεταβεί στον αρμόδιο Δήμο ή Κοινότητα και να προσκομίσει βεβαίωση ταυτοπροσωπίας.

Τόσο οι σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις, όσο και οι βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά, θα πρέπει μετά το πέρας της διαλογής να τοποθετηθούν σε ιδιαίτερο φάκελο στον εκλογικό σάκο και να παραδοθούν στο Πρωτοδικείο.

 

γ.- Καταγραφή εκλογέα στους ψηφίσαντες

Ι.-   Το Μέλος της Εφορευτικής   Επιτροπής που χειρίζεται τον Εκλογικό Κατάλογο διαγράφει τον εκλογέα (ώστε να αποφευχθεί περίπτωση διπλοψηφίας).

Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή για τη διαγραφή του ορθού προσώπου,  καθόσον  η   εξεύρεση  τυχόν  λάθους  είναι   ιδιαίτερα

δυσχερής,  ενώ  λόγω  της  κατάργησης  του  εκλογικού  βιβλιαρίου

υπάρχει άμεσος κίνδυνος διπλοψηφίας.

ΙΙ.- Αντίστοιχα ο Γραμματέας καταγράφει τον συγκεκριμένο εκλογέα (ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο και αριθμό εκλογικού καταλόγου) στο Πρωτόκολλο Ψηφοφορίας. (Το πρωτόκολλο ψηφοφορίας έχει τη μορφή

διπλοτύπου, ώστε με καρμπόν να αναπαράγεται δεύτερο πρωτόκολλο, ανά

ένα για τις Δημοτικές και για τις Περιφερειακές εκλογές).

ΙΙΙ.- Στο στάδιο αυτό της ψηφοφορίας είναι ενδεχόμενο να προκύψουν τα εξής λάθη:

 

αα- Εκλογέας που ψήφισε δενδιαγράφηκε από τον εκλογικό κατάλογο, ενώ καταγράφηκε στο πρωτόκολλο ψηφοφορίας ή αντίστροφα.

ββ.- Διαγράφηκε από παραδρομή άλλος αντί άλλου εκλογέας,

γγ.- Eκλογέας που ψήφισε, ούτε διαγράφηκε από τον εκλογικό κατάλογο, ούτε καταγράφηκε στο πρωτόκολλο ψηφοφορίας.

Τα παραπάνω λάθη είναι βέβαιο ότι αν δεν εντοπισθούν σε σύντομο χρόνο, θα δημιουργήσουν κατά το κλείσιμο της κάλπης και πριν τη διαλογή σειρά ασυμφωνιών, με αποτέλεσμα καθυστέρηση, πρόσθετη κόπωση και εκνευρισμό.

Για ευχερή εντοπισμό των δύο πρώτων κατηγοριών λαθών είναι αποτελεσματική η μέθοδος της διαγραφής από τον εκλογικό κατάλογο με διαφορετικού χρώματος μαρκαδόρο ανά συγκεκριμένο σταθερό αριθμό ψηφισάντων πχ. ανά 50 ψηφοφόρους (ή με άλλες λέξεις οι πρώτοι 50 ψηφοφόροι  διαγράφονται  με  κίτρινο  μαρκαδόρο,  οι    επόμενοι    50  με κόκκινο κοκ). Έτσι αν στο τέλος κάθε 50άδας γίνεται και παραβολή μεταξύ του αριθμού των διαγραμμένων από τον εκλογικό κατάλογο και των καταγραμμένων  στο  Βιβλίο  πρωτοκόλλου  ψηφοφορίας,  το  ενδεχόμενο


 

 

λάθος είναι εύκολο να εντοπισθεί γιατί θα βρίσκεται μέσα σε συγκεκριμένη ομάδα (50άδα) ψηφισάντων.

Για τον εντοπισμό του λάθους της τρίτης κατηγορίας (που είναι το σοβαρότερο, αλλά και σπανιότερο) απαιτείται παράλληλα και η χρησιμοποίηση καταμετρημένων φακέλων σε δεσμίδες του ίδιου αριθμού (πχ. των 50).

 

δ.- Παραλαβή σφραγισμένου και μονογραμμένου (από τον Δικαστικό Αντιπρόσωπο) φακέλου ψηφοφορίας Δημοτικών / Κοινοτικών Εκλογών.

Ο  Δικαστικός Αντιπρόσωπος παραδίδει στον εκλογέα  ένα μόνο λευκό φάκελο, για τις Δημοτικές εκλογές, τον οποίο πρώτα  έχει σφραγίσει

με τη σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής και μονογράψει (άρθρο 83§1

Π.Δ. 351/2003).

Επειδή κατά το παρελθόν είχαν γεννηθεί ζητήματα νοθείας με αφαίρεση σφραγισμένων και μονογραμμένων φακέλων, ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος πρέπει να τους σφραγίζει και μονογράφει έναν-έναν, όταν τους παραδίδει (και όχι μαζικά από πριν).

ε.-    Παραλαβή     πλήρους    σειράς    ψηφοδελτίων     Δημοτικών    /

Κοινοτικών εκλογών και απόσυρση στο διαχώρισμα (παραβάν).

 

Ι.-Ο εκλογέας αφού παραλάβει μια πλήρη σειρά ψηφοδελτίων (των Δημοτικών/Κοινοτικών εκλογών) εισέρχεται στο διαχώρισμα (παραβάν) για να επιλέξει το ψηφοδέλτιο που επιθυμεί και να ψηφίσει τον υποψήφιο (ή τους υποψήφιους της επιλογής του) (άρθρο 83§2 Π.Δ. 351/2003).

ΙΙ.- Ο  εκλογέας είναι υποχρεωμένος αφενός να παραλάβει όλη τη σειρά των ψηφοδελτίων και αφετέρου να εισέλθει στο διαχώρισμα (παραβάν) (άρθρο 83§§1 και 4 Π.Δ. 351/2003) αλλιώς του απαγορεύεται να ψηφίσει.

ΙΙΙ.- Αν ο εκλογέας λόγω γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας, αναλφαβητισμού  κλπ.     αδυνατεί  να  ασκήσει  μόνος  το  εκλογικό  του δικαίωμα,   υποβοηθείται στην άσκηση του δικαιώματός του από τον Δικαστικό Αντιπρόσωπο ή Μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής (άρθρο 83§3

ΠΔ 351/2003).

Απαγορεύεται να εισέλθει στο παραβάν οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο.

στ.- Σταυροί προτίμησης

Οι εκλογείς δικαιούνται να σημειώσουν στο ψηφοδέλτιο με μολύβι ή στυλό μαύρης ή γαλάζιας απόχρωσης (άρθρα 27§5 και 129§3 Ν.

3852/2010).

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΤΑΥΡ&Ν

Δημοτικές ή Κοινοτικές Εκλογές (άρθρο 27 Ν. 3852/2010)


 

 

Ι)  Δήμοι με ενιαία εκλογική περιφέρεια  επιτρέπονται μέχρι τρείς

(3) σταυροί προτίμησης.

ΙΙ) Δήμοι με περισσότερες εκλογικές περιφέρειες:

a) Εφόσον στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια εκλέγονται τέσσερις  (4)  ή  περισσότεροι  Δημοτικοί  Σύμβουλοι,  επιτρέπονται  μέχρι τρείς (3) σταυροί προτίμησης για τους υποψήφιους της συγκεκριμένης εκλογικής περιφέρειας και, πρόσθετα, μέχρι ένας (1) επί πλέον σταυρός προτίμησης σε υποψήφιο μιας από τις άλλες εκλογικές περιφέρειες του Δήμου.  (Στην  πράξη  δεν  θα  υπάρχει  πρόβλημα,  γιατί  κατά  νόμο  στα

ψηφοδέλτια  θα   υπάρχουν  δύο   αυτοτελείς  κατάλογοι,  ένας  με   τους

υποψήφιους της συγκεκριμένης εκλογικής περιφέρειας, κατ΄αλφαβητική σειρά) και δεύτερος με όλους τους υποψήφιους των άλλων εκλογικών περιφερειών, επίσης με αλφαβητική σειρά).

b) Εφόσον στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια εκλέγονται μέχρι και τρείς (3)   Δημοτικοί Σύμβουλοι, επιτρέπεται μέχρι ένας (1) σταυρός προτίμησης για τους υποψήφιους της συγκεκριμένης εκλογικής περιφέρειας και, πρόσθετα, μέχρι ένας (1) επί πλέον σταυρός προτίμησης σε υποψήφιο μιας από τις άλλες εκλογικές περιφέρειες του Δήμου.

c)    Για    την     εκλογή     Συμβουλίων    Δημοτικής     Κοινότητας

επιτρέπονται μέχρι δύο (2) σταυροί.

d)  Για  τις  περιπτώσεις  εκλογής  Συμβουλίων  ή  Εκπροσώπου

Τοπικής Κοινότητας επιτρέπεται μέχρι ένας (1) σταυρός προτίμησης.

Για  τον  υποψήφιο  Δήμαρχο  δεν  απαιτείται  σταυρός προτίμησης και αν υπάρχει δεν λαμβάνεται υπόψη (άρθρο 27§6 Ν.

3852/2010).

ΙΙ.- Περιφερειακές Εκλογές (άρθρο 29§2 ΚΝΑ)

a.- Στις εκλογικές περιφέρειες όπου εκλέγονται μέχρι και τρείς (3) Περιφερειακοί  Σύμβουλοι  επιτρέπεται  μέχρι  ένας  (1)  σταυρός προτίμησης.

b.- Στις εκλογικές περιφέρειες όπου εκλέγονται από τέσσερις (4)

μέχρι  και  επτά  (7)  Περιφερειακοί  Σύμβουλοι  επιτρέπονται  μέχρι  δύο

(2)σταυροί προτίμησης.

c.- Στις εκλογικές περιφέρειες όπου εκλέγονται από οκτώ (8) μέχρι και δώδεκα (12) Περιφερειακοί Σύμβουλοι επιτρέπονται μέχρι τρείς (3) σταυροί προτίμησης.

d.-  Στις  εκλογικές  περιφέρειες  όπου  εκλέγονται  άνω  των  δέκα τριών (13) Περιφερειακοί Σύμβουλοι επιτρέπονται μέχρι τέσσερις (4) σταυροί προτίμησης.

Για τον υποψήφιο Περιφερειάρχη ή Αντιπεριφεριάρχη δεν απαιτείται  σταυρός  προτίμησης  και  αν  υπάρχει  δεν  λαμβάνεται

υπόψη (άρθρο 129§6 Ν. 3852/2010).


 

 

ζ.- Ρίψη του φακέλου των Δημοτικών εκλογών στην κάλπη

Ι.- Ο εκλογέας προσέρχεται στην κάλπη με το φάκελο που παρέλαβε, με τη σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής και τη μονογραφή

του  Δικαστικού  Αντιπροσώπου, (μέσα  στον  οποίο  έχει  τοποθετήσει  το

ψηφοδέλτιο) κλειστό. Το Μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής, αφού διαπιστώσει ότι πρόκειται για το νόμιμο φάκελο, ανασηκώνει το βιβλίο από τη σχισμή της κάλπης και ο εκλογέας ρίχνει μέσα το φάκελο.

ΙΙ.- Απαγορεύεται να απομακρυνθεί εκλογέας από το εκλογικό τμήμα αν δεν ρίξει στην κάλπη το φάκελο που του παραδόθηκε.

ΙΙΙ.- Απαγορεύεται να δοθεί δεύτερος φάκελος σε εκλογέα αν δεν καταστραφεί ο πρώτος από το Δικαστικό Αντιπρόσωπο.

η.- Ψηφοφορία Περιφερειακών Εκλογών

Μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας στις Δημοτικές εκλογές ο

Δικαστικός  Αντιπρόσωπος  παραδίδει  στον  εκλογέα  ένα  μόνο  γαλάζιο φάκελο, για τις Περιφερειακές εκλογές, τον οποίο πρώτα έχει σφραγίσει με τη σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής και μονογράψει. Από εκεί αρχίζει ο δεύτερος κύκλος της ψηφοφορίας για τις Περιφερειακές εκλογές με τον ίδιο παραπάνω τρόπο.

ι.- Απόδοση στον εκλογέα της ταυτότητάς του και (εφόσον το ζήτησε) της συμπληρωμένης βεβαίωσης ότι ψήφισε.

Παράλληλα, εφόσον ο εκλογέας ζήτησε βεβαίωση για την άσκηση του εκλογικού του δικαιώματος, ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος (μόνος ή με τη βοήθεια του Γραμματέα) έχει ήδη συμπληρώσει τη σχετική βεβαίωση, την έχει υπογράψει και την έχει σφραγίσει με τη σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής.  Η  αστυνομική  ταυτότητα  του  εκλογέα  (ή  το  δικαιολογητικό

απόδειξης της ταυτότητάς του) και η βεβαίωση παραδίδονται σε αυτόν

μόνο   αφού   ρίξει   και   το   δεύτερο   (γαλάζιο)   φάκελο   των Περιφερειακών εκλογών στην κάλπη (εφόσον, βεβαίως, είναι από τους εκλογείς που ψηφίζουν και στις δύο εκλογές).

4.-ΨΗΦΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΥ (ΕΦΟΡΟΥ - ΜΕΛ&Ν ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ):

α.-  Στις  Δημοτικές  εκλογές  ο  Δικαστικός  Αντιπρόσωπος ψηφίζει

μόνο στην περίπτωση που είναι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους Δήμου ή της Κοινότητας της Περιφέρειας που ασκεί τα καθήκοντά του (άρθρο 17§9 Ν. 3852/2010).

β.- Στις Περιφερειακές εκλογές ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος ψηφίζει μόνο στην περίπτωση που είναι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους   Δήμου   ή   Κοινότητας   της   Περιφέρειας,   όπου   ασκεί   τα

καθήκοντά του (άρθρο 134§2 Ν. 3852/2010).

Στις  περιπτώσεις  αυτές    για  να  συμμετάσχει  στην  ψηφοφορία πρέπει να συμπληρώσει σχετική υπεύθυνη δήλωση.


 

 

γ.- Ο Έφορος των Δικαστικών Αντιπροσώπων, δικαιούται να ψηφίσει για μεν τις Δημοτικές Εκλογές στο Εκλογικό Τμήμα, όπου είναι εγγεγραμμένος,  ενώ  για  τις  Περιφερειακές  Εκλογές  σε  οποιοδήποτε εκλογικό τμήμα της περιφέρειάς που ασκεί τα καθήκοντά του, εφόσον είναι εγγεγραμμένος σε οποιοδήποτε Δήμο της περιφέρειας αυτής και υπό την προϋπόθεση ότι θα υπογράψει σχετική υπεύθυνη δήλωση (άρθρα 31§3

ΚΝΑκαι 69§1 Π.Δ. 351/2003).

δ.- Τα Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής (όχι ο Γραμματέας) ψηφίζουν στο Εκλογικό Τμήμα που ασκούν τα καθήκοντά τους, ακόμα και αν δεν είναι εγγεγραμμένοι στον εκλογικό κατάλογο, οπότε γίνεται ειδική σημείωση στο Πρωτόκολλο ψηφοφορίας (άρθρο 62§1 του Π.Δ. 26/2012 σε συνδυασμό με τα άρθρα 29 και 134 Ν. 3852/2010). Στο Εκλογικό Τμήμα που ασκεί τα καθήκοντά του, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ψηφίζει  και  ο  διερμηνέας  της  τουρκικής  γλώσσας  (όπου  προβλέπεται άρθρο 64 του Π.Δ. 26/2012).

Ο Γραμματέας ψηφίζει μόνο στο Εκλογικό Τμήμα που είναι εγγεγραμμένος.

Στο Βιβλίο Πράξεων της Εφορευτικής Επιτροπής σημειώνεται στη στήλη των παρατηρήσεων η ιδιότητα καθενός από τους παραπάνω, που ψήφισαν, εφόσον δεν έχουν εγγραφεί στον εκλογικό κατάλογο.

5.- ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ

α.- Για κάθε ζήτημα της εκλογικής διαδικασίας (συμπεριλαμβανομένης και της διαλογής) κάθε εκλογέας, υποψήφιος ή Αντιπρόσωπος δικαιούται να υποβάλει ένσταση αποκλειστικά εγγράφως. Η ένσταση καταχωρείται στο Βιβλίο Πράξεων της Εφορευτικής Επιτροπής.

Γενικά    τα    περί ενστάσεων προβλέπονται στο άρθρο 85  του Π.Δ.

26/2012).

 

β.-  Η  υποβολή  ενστάσεως  δεν  διακόπτει  την  ψηφοφορία

(άρθρο 85§2 του Π.Δ. 26/2012).

 

γ.- Για τις ενστάσεις αποφασίζει αιτιολογημένα η Εφορευτική Επιτροπή κατά πλειοψηφία (και αφού ακουσθεί η γνώμη του Δικαστικού Αντιπροσώπου) είτε αμέσως είτε μετά το πέρας της ψηφοφορίας (άρθρο

85§3 του Π.Δ. 26/2012).

 

δ.- Τόσο οι ενστάσεις, όπως προειπώθηκε, όσο και οι αποφάσεις επί  αυτών  καταχωρούνται  στο  Βιβλίο  Πράξεων  της  Εφορευτικής Επιτροπής.

Εφόσον και όπου απαιτηθεί η διενέργεια επαναληπτικών εκλογών στις 25 Μαΐου 2014, αυτή θα διενεργηθεί κατά τον ίδιο τρόπο και με τα ίδια ψηφοδέλτια με τη διαφορά ότι δεν τίθενται στα ψηφοδέλτια σταυροί προτίμησης. (Είναι σκόπιμο κατά τις επαναληπτικές εκλογές να μην υπάρχει στυλογράφος στο παραβάν).


 

 

ΣΤ

 

altΑΠΟΠΕΡΑΤ&ΣΗ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΗ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙ&Ν

 

1.- ΠΕΡΑΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

2.- ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΠΡ&ΤΟΚΟΛΛΟΥ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

3.- ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΕΡΓΟΥ

4.- ΑΝΟΙΓΜΑ ΚΑΛΠΗΣ-ΚΑΤΑΜΕΤΡΗΣΗ ΦΑΚΕΛ&Ν

5.- ΔΙΑΛΟΓΗ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙ&Ν

6.- ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΡ&ΤΟΚΟΛΛ&Ν ΔΙΑΛΟΓΗΣ

7.- ΣΥΝΤΑΞΗ-ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤ&Ν

8.- ΣΥΝΤΑΞΗ ΠΡΑΚΤΙΚ&Ν

 

 

1.- ΠΕΡΑΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

α.- Την  καθορισμένη από το Πρόγραμμα ώρα (δηλαδή στις 19.00'

μμ) λήγει η ψηφοφορία και κηρύσσεται αποπερατωμένη (άρθρο 50§1 και

89§1 του Π.Δ. 26/2012).

β.- Σε περίπτωση όμως που υπάρχουν παρόντες εκλογείς που δεν έχουν ψηφίσει η ψηφοφορία παρατείνεται μέχρι να ψηφίσουν και αυτοί (άρθρο άρθρο 89§1 του Π.Δ. 26/2012), ενώ συντάσσεται σχετικό Πρακτικό (παράτασης ψηφοφορίας).

γ.- Μετά κλείνουν οι πόρτες του εκλογικού καταστήματος (άρθρο

89§2 ΠΔ 26/2012) καθώς και τα κινητά τηλέφωνα των μελών της Εφορευτικής Επιτροπής, του Γραμματέα και των Αντιπροσώπων των Συνδυασμών (ενδείκνυται να απαγορευτεί η λειτουργία των κινητών τηλεφώνων και κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας).

2.- ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΠΡ&ΤΟΚΟΛΛΟΥ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ

α.- Στη συνέχεια κλείνεται το πρωτόκολλο ψηφοφορίας με σχετική πράξη του παρακάτω περιεχόμενου:

«Στο σημείο τούτο και ώρα ...    κλείνεται το πρωτόκολλο αυτό με σύνολο ψηφισάντων ...  μεταξύ των       οποίων   ο   Δικαστικός   Αντιπρόσωπος   -στην

περίπτωση που έχει δικαίωμα ψήφου-».

...           , 18 (ή 25 αντίστοιχα).05.2014

Η ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Η Εφορευτική Επιτροπή Ο Γραμματέας Οι Αντιπρόσωποι των Συνδυασμών»


 

 

β.- Ακολούθως απαιτείται να γίνει παραβολή μεταξύ του αριθμού των ψηφισάντων (από το Πρωτόκολλο Ψηφοφορίας) και των μη ψηφισάντων (από τον Εκλογικό Κατάλογο).

Οι δύο αυτοί αριθμοί πρέπει να συμφωνούν με τον αριθμό των εγγεγραμμένων, εφόσον προστεθούν στους τελευταίους και τα πρόσωπα των μη εγγεγραμμένων εκλογέων που ψήφισαν (Δικαστικού Αντιπροσώπου κλπ).  Αν υπάρχει ασυμφωνία είναι σκόπιμο να εξευρεθεί το λάθος προτού ανοίξει η κάλπη.

Επισημαίνεται ότι στην περίπτωση που υπάρχουν ψηφοφόροι που ψήφισαν μόνο στις Δημοτικές εκλογές, στο

αντίστοιχο Πρωτόκολλο Ψηφοφορίας θα υπάρχουν επί πλέον ψηφοφόροι και στην αντίστοιχη κάλπη περισσότερα ψηφοδέλτια κατά τον αριθμό αυτό.

 

3.-    ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΕΡΓΟΥ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ

α.-   Ο   Δικαστικός   Αντιπρόσωπος,  τα   Μέλη   της   Εφορευτικής

Επιτροπής  και  ο  Γραμματέας  καταλαμβάνουν  τις  τρεις  πλευρές  του τραπεζιού.

β.- Η τέταρτη πλευρά παραμένει ελεύθερη για να παρακολουθούν τη διαδικασία και να κρατούν τις σημειώσεις τους οι Αντιπρόσωποι των Συνδυασμών, από τα θρανία τους που τοποθετούνται δίπλα στο τραπέζι.

γ.- Κατά την πρώτη φάση ολόκληρη η Εφορευτική Επιτροπή και ο

Γραμματέας θα ασχοληθούν με την καταμέτρηση των φακέλων.

δ.- Κατά το στάδιο της διαλογής: I.- Τα δύο Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής θα ασχοληθούν με το άνοιγμα των φακέλων, ΙΙ.- Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος θα ασχοληθεί με τον προέλεγχο, την αρίθμηση, την καταγραφή ολογράφως του αριθμού των σταυρών προτίμησης και τη μονογράφηση ψηφοδελτίου και των σταυρών προτίμησης και ΙΙΙ.- Ο Γραμματέας (ή Γραμματείς) και τα δύο άλλα Μέλη της εφορευτικής επιτροπής με την καταγραφή των ψηφοδελτίων στα Βιβλία Διαλογής.

 

4.- ΑΝΟΙΓΜΑ ΚΑΛΠΗΣ-ΚΑΤΑΜΕΤΡΗΣΗ ΦΑΚΕΛ&Ν

Για την ομαλή ροή των αποτελεσμάτων τόσο των Δημοτικών/ Κοινοτικών όσο και των Περιφερειακών Εκλογών προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης  έχει  καθορισθεί  εκ  των  προτέρων  η  σειρά  διαλογής  των καλπών με την υπ'   αριθμ. 52669/2010 σχετική Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Συγκεκριμένα, σε  όλα  τα  Εκλογικά Τμήματα των  Δήμων με  το  λήγοντα αριθμό περιττό (δηλαδή 1ή 3 ή 5 ή 7 ή 9) θα αρχίσει η καταμέτρηση και διαλογή με την κάλπη των Περιφερειακών Εκλογών, ενώ στα Εκλογικά


 

 

Τμήματα των Δήμων με λήγοντα αριθμό άρτιο (δηλαδή 2 ή 4 ή 6 ή 8 ή 0) θα αρχίσει η καταμέτρηση και διαλογή με την κάλπη των Δημοτικών Εκλογών.

Η σχισμή της κάλπης που θα ανοιχθεί δεύτερη θα πρέπει να σφραγιστεί προσωρινά.

α.- Αφού διαπιστωθεί το αλύμαντο των σφραγίδων της κάλπης,

αφαιρούνται οι ταινίες, ξεκλειδώνεται η κάλπη και αδειάζεται με προσοχή το περιεχόμενό της πάνω στο τραπέζι, ώστε να παραμείνει εντελώς κενή.

β.- Τα Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής, ο Γραμματέας και ο Δικαστικός   Αντιπρόσωπος σχηματίζει δεσμίδες των πενήντα -συνήθως- (50) φακέλων που συγκρατούν με λαστιχάκια. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα είναι χρήσιμη μια δεύτερη καταμέτρηση για επαλήθευση.

γ.- Αν ο αριθμός των ψηφοδελτίων συμφωνεί με τους ψηφίσαντες, συνήθως επανατοποθετούνται οι δεσμίδες στην κάλπη (που παραμένει με κλειστό  το  καπάκι  δίπλα  στο  Δικαστικό  Αντιπρόσωπο)  και  αρχίζει  η διαλογή.

δ.- Αν υπάρχει διαφορά καταρχήν γίνεται, επίμονα και επανειλημμένα, προσπάθεια εντοπισμού του λάθους.

ε.- Σε περίπτωση που πλεονάζουν φάκελοι: Ι) Ελέγχεται αν όλοι έχουν τη σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής. ΙΙ) Αν υπάρχουν ασφράγιστοι αφαιρούνται από αυτούς, τυχαίως, τόσοι, ώστε να συμφωνήσει ο αριθμός των ψηφισάντων με τους φακέλους. ΙΙΙ) Αν υπάρχει ακόμα πλεόνασμα, αφαιρείται, τυχαίως, από τους υπόλοιπους αντίστοιχος με το πλεόνασμα αριθμός φακέλων και καταγράφεται το ψηφοδέλτιό τους στην ειδική θέση του Πρακτικού αρ. 2. Για όλη τη διαδικασία αυτή γίνεται σχετική αναφορά στην ειδική θέση του Πρακτικού αρ. 2 (άρθρο 90§§3-6 του Π.Δ. 26/2012) .

στ.- Σε περίπτωση που οι φάκελοι υπολείπονται των ψηφισάντων ο νόμος δεν προβλέπει ανάλογη διαδικασία (στην πράξη συνήθως προστίθενται άκυρα ψηφοδέλτια).

5.- ΔΙΑΛΟΓΗ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙ&Ν

altΣυνοπτικό Διάγραμμα

 

α.- Εξαγωγή ψηφοδελτίου

β.- Αναγνώριση ως εγκύρου γ.- Αρίθμηση ψηφοδελτίου

δ.- Καταγραφή ολογράφως αριθμού σταυρών ε.- Μονογράφηση ψηφοδελτίου

στ.- Μονογράφηση σταυρών προτίμησης ζ.- Καταγραφή στα Βιβλία Διαλογής

η.- ΑΚΥΡΑ - ΛΕΥΚΑ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ


 

 

α.- Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος τοποθετεί στο τραπέζι την πρώτη δεσμίδα  των ψηφοδελτίων (50άδα).Τα μέλη της Εφορευτικής, που έχουν ορισθεί προς τούτο, ανοίγουν (με προσοχή) τους φακέλους και τοποθετούν τα ψηφοδέλτια ανοικτά πάνω στο τραπέζι. Αν σκιστεί κατά το άνοιγμα κάποιο  ψηφοδέλτιο γίνεται πάνω στο ψηφοδέλτιο σχετική σημείωση από το Δικαστικό Αντιπρόσωπο και υπογράφεται από αυτόΝ.

β.- Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος παίρνει ένα-ένα τα ψηφοδέλτια στα χέρια του και ελέγχει την εγκυρότητά τους.

altγ,δ,ε,στ.- Στη συνέχεια (για τα έγκυρα ψηφοδέλτια): Ι) διαβάζει μεγαλόφωνα τον αύξοντα αριθμό του, το συνδυασμό που αφορά και τους σταυροδοτημένους υποψήφιους, ΙΙ) καταγράφει τον αύξοντα αριθμό του (ώστε το ψηφοδέλτιο να αποκτήσει ταυτότητα), ΙΙΙ) καταγράφει ολογράφως τον αριθμό των σταυρών του ή την ανυπαρξία τους (π.χ. κανένας, ένας, δύο κοκ), ΙV) μονογράφει τόσο στη σημείωσή του αυτή,  όσο  και  δίπλα  από  κάθε  σταυρό  προτίμησης  και  V) τοποθετεί το ψηφοδέλτιο στο τραπέζι σε στοίβες κατά συνδυασμό.

 

Πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα η υποχρέωση του Δικαστικού Αντιπροσώπου για την αρίθμηση και μονογράφηση των ψηφοδελτίων, την αναγραφή σε αυτά ολογράφως του αριθμού των σταυρών (για κάθε κατηγορία) και  για  τη  μονογράφηση του  κάθε σταυρού δίπλα από αυτόν, καθόσον οι σχετικές παραλείψεις καθιστούν είτε το ψηφοδέλτιο άκυρο (παράλειψη αρίθμησης ή μονογράφησης), είτε τους σταυρούς προτίμησης (παράλειψη καταγραφής των σταυρών προτίμησης ολογράφως και μονογράφηση κάθε σταυρού).

 

 

ζ.- Ταυτόχρονα ο Γραμματέας και τα άλλα Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής καταχωρούν τον αριθμό του ψηφοδελτίου στη μερίδα (έναν αριθμό σε κάθε τετραγωνάκι) του συγκεκριμένου συνδυασμού και του συγκεκριμένου υποψηφίου (ή υποψηφίων) στα Βιβλία Διαλογής ψήφων υπέρ των Συνδυασμών και υπέρ των Υποψηφίων αντίστοιχα.

Είναι    σκόπιμο    στο    τέλος    κάθε    πενηντάδας    να    γίνεται επαλήθευση για ανεύρεση τυχόν λάθους στην αρίθμηση.

 

ΣΗΜΕΙ&ΣΕΙΣ: Όπως προαναφέρθηκε ο υποψήφιος Δήμαρχος, Περιφερειάρχης και Αντιπεριφερειάρχες αντίστοιχα, δεν χρειάζονται σταυρό προτίμησης και εφόσον υπάρχει τέτοιος δεν λαμβάνεται υπόψη. β) Σε περίπτωση που το ψηφοδέλτιο έχει περισσότερους από


 

 

τους  επιτρεπόμενους  σταυρούς  προτίμησης  αυτό  είναι  καταρχήν έγκυρο για το συνδυασμό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι σταυροί.

 

η.- ΑΚΥΡΑ - ΛΕΥΚΑ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΑ

I.- Καταρχήν πρέπει να επισημανθεί ότι τα άκυρα και τα λευκά ψηφοδέλτια δεν λαμβάνουν το γενικό αύξοντα αριθμό των εγκύρων

ψηφοδελτίων, αλλά έχουν δική τους αρίθμηση (πχ. άκυρο 1,2, ... ή

λευκό 1,2,...). Τα λευκά ψηφοδέλτια δεν προσμετρώνται στα έγκυρα με ρητή νομοθετική διάταξη (άρθρο 1 Ν. 3434/2006).

II.- Κάθε άκυρο ψηφοδέλτιο συρράπτεται μαζί με το φάκελό του και τοποθετείται στη σωρό των άκυρων.

III.- Οι περιπτώσεις των άκυρων ψηφοδελτίων περιγράφονται στις διατάξεις των άρθρων 27,28 και 129 και 130 αντίστοιχα του Ν. 3852/2010

για τις Δημοτικές και Περιφερειακές Εκλογές.

IV.-  Οι  συνηθέστερες περιπτώσεις  αναμφίβολα  άκυρων ψηφοδελτίων είναι:

αα.- Ο φάκελος είναι κενός ή δεν περιέχει ψηφοδέλτιο.

ββ.- Το ψηφοδέλτιο δεν περιέχεται σε κανονικό φάκελο.

γγ.-   Ο   φάκελος   περιέχει   περισσότερα   του   ενός   ψηφοδέλτια

(ανεξάρτητα αν είναι του ίδιου συνδυασμού ή διαφορετικών).

δδ.- Το ψηφοδέλτιο δεν είναι έντυπο, ή δεν είναι της συγκεκριμένης εκλογικής περιφέρειας ή έχει ουσιωδώς διαφορετικό χρώμα ή διαστάσεις.

εε.- Το ψηφοδέλτιο (ή και ο φάκελος στον οποίο βρίσκεται) φέρει αλλοιώσεις, υπογραμμίσεις, διαγραφές ή περιέχει λέξεις ή φράσεις.

Αυτές είναι άλλωστε περιπτώσεις σκόπιμων άκυρων ψηφοδελτίων,

όπου δεν γεννάται αμφισβήτηση.

V.- Ζητήματα γεννώνται κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 28 εδ. γ και 130 εδ. γ΄του Ν. 3852/2010 κατά τις οποίες είναι άκυρο το ψηφοδέλτιο που περιέχει στίγματα ή σημεία που δύνανται να αποτελέσουν διακριτικά γνωρίσματα (σημάδια), που παραβιάζουν κατά τρόπο προφανή το απόρρητο της ψήφου.

Όπως έχει παγιωθεί νομολογιακά, διακριτικό γνώρισμα που παραβιάζει το απόρρητο της ψηφοφορίας αποτελεί μόνο εκείνο το σημείο, το οποίο κατά τα διδάγματα της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, μπορεί να προσδιορίσει, αμέσως ή εμμέσως,  του εκλογέα που ψήφισε με το συγκεκριμένο ψηφοδέλτιο (μεταξύ άλλων ΑΕΔ 20/2013 ΑΕΔ 9/2001,

40/1995, 26/1994, 39/1991, 36/1991, 33/1991, 31/1991, 14/1990. 11/1990, ΣτΕ343/2004). Σε περίπτωση αμφιβολίας, το ψηφοδέλτιο πρέπει να θεωρείται έγκυρο, ενόψει της συνταγματικής κατοχύρωσης του εκλογικού δικαιώματος  (μεταξύ  άλλων  ΑΕΔ  20/2013,  1/2009,  37/2008,  16/2005,

9/2001, 26/1999).


 

 

Το ζήτημα αν συντρέχουν κάθε φορά οι παραπάνω προϋποθέσεις είναι πραγματικό και κρίνεται ενόψει του είδους των σημείων, της θέσης αυτών, του τρόπου της χάραξής τους και των λοιπών στοιχείων, από τα οποία μπορεί να συναχθεί το τυχαίο ή σκόπιμο της ύπαρξής τους (μεταξύ άλλων ΑΕΔ 12/2011, 7/2001, 18/2001).

Με γνώμονα τα παραπάνω και κατά περίπτωση:

αα) Έχει κριθεί  ως άκυρο το ψηφοδέλτιο που:

a.- Έφερε σταυρό πράσινου χρώματος (ΑΕΔ 38/95 ΔιΔιΚ 4,


949).


 

b.- Ήταν κομμένο κατά την άνω αριστερή γωνία του (ΑΕΔ


38/1995).

c.- Έφερε γραμμή πλαγίως και καθέτως γραμμένη με μπλέ στυλό (AΕΔ 38/95).

d.- Έφερε ημισέληνο σε σχήμα παρένθεσης, εμπρός από το όνομα υποψηφίου (ΣτΕ 1260/2000).

e.-  Έφερε  αρχικά  υποψηφίου  ή  αστερίσκο  αντί  σταυρού

(ΑΕΔ 9/2001, ΔΕφΑ 3724/1986 ΕλΔ 28, 218) ή V (ΑΕΔ 9/2001, ΣτΕ

1322/2000).

f.- Έφερε σταυρό μέσα σε κύκλο (ΑΕΔ 9/2001)

g.-Έφερε  στίγματα,  προσδιοριστικά  της  ταυτότητας  του εκλογέα (ΑΕΔ 26/94 ΔιΔικ 7, 361).

h.- Έφερε κηλίδα από μελάνη στο διάκενο μεταξύ ονόματος και επωνύμου υποψηφίου (ΣτΕ 1400/2000).

i.-  Έφερε  το  χαρακτηριστικό  γράμμα  Χ  στην  οπίσθια

πλευρά του (ΣτΕ 1322/2000).

j.- Ήταν διπλωμένο κατά ιδιόρρυθμο τρόπο (και όχι κατά τον συνήθη) (ΕΑ 10.070/82 ΕλΔ 24, 113).

ββ.- Αντίθετα έχει κριθεί ως έγκυρο το ψηφοδέλτιο που:

a.- Έφερε σταυρό προτίμησης σημειωμένο κακότεχνα (ΑΕΔ

38/95), ο οποίος δεν έχει τις γραμμές του εντελώς κάθετες μεταξύ τους (ώστε το σημείο να μοιάζει με Χ) ή απόλυτα ευθείες ή τις τέσσερις πλευρές του ισομεγέθεις (ΑΕΔ 9/2001, ΔΕφΑθ   3724/86

ΕλΔ 28, 218, ΕΑ 9719/82 ΕλΔ 24, 670), ή με περισσότερες από μία προσπάθειες (ΑΕΔ 9/2001, ΠΠΘεσ. 981/82 Αρμ. 37, 524) γιατί κατά την κοινή πείρα οι ιδιορρυθμίες αυτές και παρεκκλίσεις οφείλονται σε πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ο γραφικός χαρακτήρας κάθε ψηφοφόρου, η όρασή του, η ηλικία του, η σπουδή κατά τη χάραξη και οι ειδικές αντικειμενικές και ψυχολογικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται η ψηφοφορία (ΑΕΔ 12/2011, 10/2009, 1/2009, 18/2001, 26/2001, 9/2001, 44/78,

49/78,  ΣτΕ  244/2004, 343/2004, ΔΕφΑθ  3724/1986    ΕΑ    1/79,

723/79, ΔΠρ.Θεσ 18/1986 Αρμ 41, 63).


 

 

b.- Έφερε σταυρό χαραγμένο με μαρκαδόρο ή μολυβίδα (ΕΑ

9719/82).

c.- Έφερε αποτύπωμα από σταυρό προτίμησης χαραγμένο σε προηγούμενο ψηφοδέλτιο (ΕΑ 10.070/82 ΕλΔ 24, 113).

d.- Έφερε σταυρούς με διάφορο χρώμα μελάνης -μαύρο και μπλέ ή γαλάζιο και μπλέ (ΣτΕ 3776/92 ΕΔΔΔ 38,88 με μειοψηφία, ΣτΕ 244/2004, 343/2004).

e.- Έφερε «τυχαίες και ανεπαίσθητες» μελανιές στην πίσω πλευρά (ΑΕΔ 26/94 ΔιΔικ 7, 361).

f.-  Έφερε  ανεπαίσθητα  ίχνη  από  κραγιόν  χειλέων  (ΑΕΔ

9/2005).

g.- Έφερε σταυρούς προτίμησης χαραγμένους σε διάφορη πλευρά (ένα δεξιά και ένα αριστερά) ΑΕΔ 12/2011, 26/1999, 38/95). h.-  Έφερε  μουτζουρωμένο  σταυρό,  που  οφείλεται  στο σβήσιμο του σταυρού από ψηφοφόρο που μετέγνωσε και όχι σε

πρόθεση δημιουργίας διακριτικού γνωρίσματος (ΑΕΔ 12/2011).

VI.- Είναι αυτονόητο ότι οι περιπτώσεις ακύρωσης αμφισβη- τούμενων ψηφοδελτίων πρέπει να κρίνονται με πολλή σύνεση και ψυχραιμία, γιατί η ακύρωση έγκυρων ψηφοδελτίων συνιστά αλλοίωση της λαϊκής βούλησης.

Προς τούτο είναι σκόπιμο όπως τα σχετικά ψηφοδέλτια κατακρατούνται τελευταία (χωρίς να αριθμηθούν), για να διαπιστωθεί αν το πρόβλημά τους είναι επαναλαμβανόμενο ή μεμονωμένο και για να κριθούν, τελικώς, όλα μαζί με ενιαίο τρόπο.               .


 

 

Ζ

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ

 

 

 

 

1.- ΣΥΜΠΛΗΡ&ΣΗ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤ&Ν

2.- ΣΥΜΠΛΗΡ&ΣΗ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΑΡ. 2 ΚΑΙ ΑΝΤΙΓΡΑΦ&Ν ΤΟΥ

3.- ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΒΙΒΛΙ&Ν ΔΙΑΛΟΓΗΣ

4.- ΕΚΔΟΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤ&Ν (ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΜΕΧΡΙ

5 ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ)

5.- ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΣΑΚΟΥ

6.- ΕΓΓΡΑΦΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ

7.- ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

8.- ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΦΟΡΟΥ

 

 

 

alt1.- ΣΥΜΠΛΗΡ&ΣΗ-ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑΤ&Ν α.- Μετά την ολοκλήρωση της διαλογής αθροίζονται οι ψήφοι που έλαβε ο κάθε συνδυασμός από το σχετικό Βιβλίο Διαλογής και εξάγονται τα αποτελέσματα, που καταγράφονται σε αυτά.       β.- Τα αποτελέσματα αυτά  καταγράφονται  στο  σχετικό  έντυπο  του  τηλεγραφήματος  που αφορά τις ψήφους υπέρ των συνδυασμών των Δημοτικών/Κοινοτικών εκλογών (φροντίζουμε να εκδοθούν με καρμπόν και αρκετά αντίγραφα για να χορηγηθούν στους Αντιπροσώπους των συνδυασμών).     γ.- Το σχετικό τηλεγράφημα με πλήρως συμπληρωμένα τα στοιχεία και αφού ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος:      Ι.- Το υπογράψει,      ΙΙ.- Αναγράψει καθαρά το ονοματεπώνυμό του (κάτω από την υπογραφή) Και  ΙΙΙ.-    Το σφραγίσει με τη σφραγίδα της Εφορευτικής Επιτροπής, το παραδίδει στον προς τούτο υπεύθυνο υπάλληλο του Δήμου (αγγελιοφόρο), που περιμένει έξω από το Εκλογικό Τμήμα για να το αποστείλει στη Νομαρχία.      δ.- Στη συνέχεια επαναλαμβάνεται η ίδια διαδικασία όσο αφορά τα αποτελέσματα: Ι) των ψήφων υπέρ των υποψηφίων Δημοτικών/Κοιινοτικών Συμβούλων (Συμβούλων Διαμερισμάτων κλπ., όπου   υπάρχουν),   ΙΙ)   των   ψήφων   υπέρ   των   συνδυασμών   των


 

 

Περιφερειακών εκλογών και   ΙΙΙ) των ψήφων υπέρ των υποψηφίων Περιφερειακών Συμβούλων και αποστέλλονται διαδοχικά τα σχετικά τηλεγραφήματα στη Νομαρχία.

2.- ΣΥΜΠΛΗΡ&ΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΑΡ.    2 ΚΑΙ Τ&Ν ΑΝΤΙΓΡΑΦ&Ν ΤΟΥ Είναι σκόπιμο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση των

τηλεγραφημάτων,  να συμπληρώνεται και το αντίστοιχο Πρακτικό αρ. 2

με τα αντίγραφά του. Στη συνέχεια πρέπει να αποκοπούν τα αντίστοιχα                       αντίγραφα   του   Πρακτικού   2   από   το   Βιβλίο,   να

συρραφούν  (και  να  σφραγιστούν  στο  ενδιάμεσο  των  σελίδων),

ώστε να αποτελέσουν αυτοελή πρωτότυπα.

Μετά τη συμπλήρωση του Πρακτικού αρ.  2 (και των δύο αντιγράφων του)  υπογράφονται -  τόσο το πρωτότυπο, όσο και τα αντίγραφα

πρωτοτύπως  (και  όχι  με  τα  καρμπόν)-  από  το  Δικαστικό Αντιπρόσωπο, την Εφορευτική Επιτροπή,   το Γραμματέα και τους Αντιπροσώπους των Συνδυασμών, έτσι ώστε να δημιουργηθούν τρία (3) αυτοτελή πρωτότυπα.     Η  ίδια  διαδικασία  θα  επαναληφθεί  και για τις Περιφερειακές εκλογές (ή ανάστροφα ανάλογα με το λήγοντα αριθμό του Εκλογικού Τμήματος).

3.- ΥΠΟΓΡΑΦΗ Τ&Ν ΒΙΒΛΙ&Ν ΔΙΑΛΟΓΗΣ Τα αντίστοιχα Βιβλία

Διαλογής Ψήφων (ανά δύο για τις Δημοτικές και για τις Περιφερειακές εκλογές) κλείνονται στο τέλος τους με σχετική Πράξη «Στο σημείο αυτό κλείνονται τα παραπάνω Βιβλία Κάθε Συνδυασμός και κάθε υποψήφιος έλαβαν αντίστοιχα το συνολικό αριθμό ψήφων, που αναγράφονται παραπάνω.(τόπος), 18 (ή αντίστοιχα 25) Μαΐου  2014Η Εφορευτική Επιτροπή   Ο Γραμματέας  Οι Αντιπρόσωποι των Συνδυασμών»και υπογράφονται από το Δικαστικό Αντιπρόσωπο, τα Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής, το Γραμματέα και τους Αντιπροσώπους των συνδυασμών.

ΠΡΟΣΟΧΗ! Στα βιβλία διαλογής θα πρέπει στο τέλος της σειράς των σταυρών κάθε συνδυασμού και κάθε υποψήφιου να αναγραφεί και ο συνολικός αριθμός των σταυρών που έλαβε (ολογράφως ή έστω αριθμητικά).

4.-  ΕΚΔΟΣΗ  ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤ&Ν   (ΣΕ  ΔΗΜΟΥΣ  ΜΕΧΡΙ  5

ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ)

α.- Στις περιπτώσεις που ο Δήμος αποτελείται από ένα (1) εκλογικό τμήμα η Εφορευτική Επιτροπή εκδίδει αμέσως το αποτέλεσμα της Εκλογής           και   το   δημοσιεύει   (με   τοιχοκόλληση)   στο   κοινοτικό κατάστημα.     β.- Στις περιπτώσεις που ο Δήμος έχει από δύο (2) και μέχρι πέντε (5) εκλογικά τμήματα, οι Εφορευτικές Επιτροπές των τμημάτων αυτών συνεδριάζουν μετά το τέλος της διαλογής στην έδρα του Δήμου ή της Κοινότητας και σε κοινή συνεδρίαση με βάση τα


 

 

πρακτικά διαλογής κάθε εκλογικού τμήματος εκδίδουν το τελικό αποτέλεσμα   που   δημοσιεύεται   αμέσως   με   τοιχοκόλληση   στο Δημοτικό ή στο Κοινοτικό Κατάστημα (και συμπληρώνεται το σχετικό έντυπο Κοινό Πρακτικό).ΣΗΜΕΙ&ΣΗ: Στους Δήμους κατά την Κυριακή, 18.05.2014 θα ανακηρυχθεί Δήμαρχος (και αντίστοιχα πλειοψηφήσας δημοτικός συνδυασμός) μόνο στην περίπτωση που συνδυασμός θα λάβει την προβλεπόμενη πλειοψηφία (δηλαδή υπέρ το 50%), αλλιώς θα διενεργηθούν επαναληπτικές εκλογές.

alt5.- ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΕΚΛΟΓΙΚ&Ν ΣΑΚ&Ν Συνοπτικό Διάγραμμα Περιεχομένου τους α.- Εκλογικός Κατάλογος β.- Βιβλίο Πρωτοκόλλου  Ψηφοφορίας  γ.-  Βιβλίο  Πράξεων  της  Ε.Ε.γ.- Βιβλίο Διαλογής Ψήφων υπέρ Συνδυασμών δ.- Βιβλίο Διαλογής Ψήφων υπέρ Υποψηφίων ε.- Ψηφοδέλτια (κατά συνδυασμούς, πλέον  άκυρα-λευκά).  στ.-  Φάκελοι.  ζ.-  Τυχόν  δηλώσεις εκλογέων

 

α- Εκλογικός Κατάλογος

β.- Βιβλίο Πρωτοκόλλου Ψηφοφορίας γ.- Βιβλίο Πράξεων της Ε.Ε.

δ.- Βιβλίο Διαλογής Ψήφων υπέρ Συνδυασμών και

Υποψηφίων (όπου είναι διαφορετικό)

ε.- Ψηφοδέλτια (κατά συνδυασμούς, πλέον άκυρα και λευκά.

στ.- Οι χρησιμοποιημένοι φάκελοι

ζ.- Πιστοποιητικά και δηλώσεις εκλογέων.

 

Καταρχάς  πρέπει  να  διευκρινιστεί  ότι  για  κάθε  εκλογή (Περιφερειακές και Δημοτικές) θα σχηματιστεί και παραδοθεί ιδιαίτερος εκλογικός σάκος. Όλα τα βιβλία είναι διπλά (ή συντάσσονται εις διπλούν). Μόνο ο εκλογικός κατάλογος και οι τυχόν δηλώσεις εκλογέων που δεν έχουν αντίγραφο πρέπει να τοποθετηθούν στον εκλογικό σάκο των Δημοτικών/Κοινοτικών εκλογώΝ.Μετά το πέρας των παραπάνω εργασιών: I.-   Τοποθετούνται τα ψηφοδέλτια σε δέματα κατά συνδυασμούς (εάν υπάρχουν μεγάλοι φάκελοι σε αυτούς), ενώ σε ιδιαίτερα δέματα (φακέλους) τοποθετούνται τα άκυρα και τα λευκά). ΙΙ.- Αν τυχόν υπάρχουν βεβαιώσεις και υπεύθυνες δηλώσεις εκλογέων τοποθετούνται σε άλλο φάκελο. ΙΙΙ.- Τοποθετούνται στον εκλογικό σάκο: a) ο εκλογικός κατάλογος, b) το Πρωτόκολλο Ψηφοφορίας, c) το Βιβλίο Πράξεων της Εφορευτικής Επιτροπής, d) το Βιβλίο Διαλογής (όπου είναι αυτοτελές), e) καθώς και οι φάκελοι με τα ψηφοδέλτια και τις τυχόν δηλώσεις των εκλογέων. ΙV.- ΠΡΟΣΟΧΗ: Κατά ρητή διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 του Ν. 3852/2010,


 

 

πρέπει να περιλαμβάνονται στο σάκο και οι εκλογικοί (κενοί) φάκελοι, εντός των οποίων ήσαν τα ψηφοδέλτια. Η παράλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση των εκλογών. Συνεπώς θα πρέπει να τοποθετηθούν και αυτοί σε δέματα. V.- Στη συνέχεια ο εκλογικός σάκος κλείνεται και σφραγίζεται.

6.- ΕΓΓΡΑΦΑ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ Ακολούθως    παραδίνονται στο Γραμματέα (ή στους Γραμματείς) το απόσπασμα του Πρακτικού αρ.  1 (βλ. παράρτημα) και η Βεβαίωση άσκησης των καθηκόντων του (βλ. παράρτημα), υπογραμμένα από το Δικαστικό Αντιπρόσωπο και τα Μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής και σφραγισμένα με τη σφραγίδα της.

ΠΡΟΣΟΧΗ! Στην περίπτωση που ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος ήταν αρχικά αναπληρωτής και διορίστηκε ως τακτικός θα πρέπει να μεριμνήσει να εκδοθεί και για τον ίδιο σχετική βεβαίωση (βλ. Παράρτημα) που πρέπει να φέρει τις υπογραφές του Γραμματέα και των λοιπών Μελών της Εφορευτικής Επιτροπής και τη σφραγίδα της, για να μπορέσει να εισπράξει τη συμπληρωματική αποζημίωση.

7.- ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΚΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ Στο τέλος τοποθετείται το αχρησιμοποίητο εκλογικό υλικό (σφραγίδα, ταμπόν, γραφική ύλη, αχρησιμοποίητα ψηφοδέλτια, λουκέτα) μέσα στην κάλπη και παραδίνεται στον  αρμόδιο  υπάλληλο  του    Δήμου  ή  Κοινότητας.  (άρθρο  93§3  ΠΔ

26/2012). Στην πράξη επειδή συνήθως δεν υπάρχει υπάλληλος εγκαταλείπεται η κάλπη στο εκλογικό τμήμα.

8.- ΑΝΑΦΟΡΑ ΕΦΟΡΟΥ Προτού αποχωρήσει από το εκλογικό κατάστημα ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος φροντίζει για τη σύνταξη της αναφοράς του προς τον Έφορο (βλ. παράρτημα).                           .


 

 

Η

altΤΕΛΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕ&ΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΥ Συνοπτικό Διάγραμμα Παράδοσης Εγγράφων

 

 

1.- ΔΗΜΟΣ Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ:Αντίγραφο Πρακτικού αρ. 2 (για τις Δημοτικές εκλογές)

2.- ΕΦΟΡΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚ&Ν ΑΝΤΙΠΡΟΣ&Π&Ν:Αναφορά

3.-  ΠΡ&ΤΟΔΙΚΕΙΟ  (ή  ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟγια  τις  Κοινότητες):

Εκλογικός Σάκκος

4.- ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ:Αντίγραφα Πρακτικού αρ. 2 (ανά ένα για κάθε εκλογή).

5.-   ΓΕΝΙΚΗ   ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ   ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ:   Αντίγραφο

Πρακτικού αρ. 2 (ανά ένα για κάθε εκλογή)

 

 

 

ΕΠΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

1.- Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος  οφείλει να παραδώσει:

α.- Στο Δήμο ή την Κοινότητα ένα αντίγραφο του Πρακτικού 2 για τις Δημοτικές Εκλογές (άρθρο 93§2 στοιχ. ι΄ εδ. τελευταίο του Π.Δ.

26/2012).

β.- Στον Έφορο Δικαστικών Αντιπροσώπων την αναφορά του

(άρθρο 66§3 του Π.Δ. 26/2012).

γ.- Στον ίδιο (Έφορο Δικαστικών Αντιπροσώπων) με την ιδιότητά του ως Προέδρου Πρωτοδικών, το σάκο τόσο των Δημοτικών Εκλογών

όσο  και  των  Περιφερειακών  Εκλογών  (με  τα  εκλογικά  έγγραφα,  τα

ψηφοδέλτια και τους φακέλους).

δ.- Στον Περιφερειάρχη αντίγραφο του Πρακτικού 2 για τις Δημοτικές και για τις Περιφερειακές Εκλογές (άρθρο 93§2 στοιχ. ι΄ εδ. τελευταίο του Π.Δ. 26/2012).

2.- Επειδή η μη παράδοση των παραπάνω εγγράφων συνεπάγεται  κυρώσεις  (πειθαρχικές  και  ποινικές)  για  το  Δικαστικό

Αντιπρόσωπο πρέπει για κάθε παράδοση να λαμβάνει απόδειξη.

3.- Οι παραπάνω ενέργειες και κυρίως η παράδοση του σάκου πρέπει  να  γίνει  αυθημερόν  (δηλαδή  τα  ξημερώματα  της  Δευτέρας,

19.05.2014 ή 26.05.2014 αντίστοιχα).


 

 

4.- Όπου λόγω των συνθηκών της περιοχής (μεγάλη απόσταση, κακός  δρόμος  ή και ανυπαρξία συγκοινωνιακού μέσου) καθιστούν την παράδοση αδύνατη, αυτή πρέπει να γίνει το συντομότερο δυνατό.

5.- Όπου λόγω των ειδικών συνθηκών (κυρίως αφορά τα νησιά του Αιγαίου) είναι ιδιαίτερα δυσχερής η παράδοση του εκλογικού σάκου

στο αρμόδιο Πρωτοδικείο, προβλέπεται  η δυνατότητα παράδοσης στο

πλησιέστερο (άρθρο 94§1 του Π.Δ. 26/2012).


 

 

Θ

 

ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΥ

1.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66§2 του ΠΔ 26/2012 ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ανακριτικού υπαλλήλου και ενεργεί αυτεπαγγέλτως ή μετά από μήνυση οποιουδήποτε πολίτη την ανάκριση για να εξακριβώσει όλες τις αξιόποινες

πράξεις που έγιναν μέσα ή έξω από το Εκλογικό κατάστημα.

2.- Στις περιπτώσεις αυτές ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος ενεργεί μόνος (χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα ή άλλου ανακριτικού υπαλλήλου).

3.- Τα ειδικά εκλογικά αδικήματα περιγράφονται από τα άρθρα 112-

119 του ΠΔ 26/2012.

4.- Στις σχετικές περιπτώσεις ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος οφείλει να συντάξει τις απαραίτητες εκθέσεις (έκθεση προφορικής μήνυσης, έκθεση ένορκης κατάθεσης μάρτυρα, έκθεση κατάσχεσης, έκθεση σωματικής έρευνας κατηγορουμένου και κατάσχεσης, έκθεση απολογίας κατηγορουμένου) και, σε περιπτώσεις σοβαρού αυτόφωρου αδικήματος, και έκθεση σύλληψης κατηγορουμένου.

5.- Είναι αυτονόητο ότι τα ανακριτικά καθήκοντα του Δικαστικού

Αντιπροσώπου είναι  εξαιρετικά  και  γι'  αυτό  πρέπει  να  ασκούνται  με ιδιαίτερη περίσκεψη και φειδώ.

6.- Στο παράρτημα ΙΙ παρατίθενται σχετικά υποδείγματα εκθέσεων.

7.- Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος οφείλει να διαβιβάσει τις μηνύσεις που του υποβλήθηκαν και όλες τις εκθέσεις των ανακριτικών πράξεων που συνέταξε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (άρθρο 66§ 2 εδ. 2

Π.Δ. 26/2012) μετά το πέρας της διαλογής.


 

 

Ι

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ/ΕΥΡ&ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

Τα καθήκοντα του Δικαστικού Αντιπροσώπου στις τυχόν Επαναληπτικές Δημοτικές/Περιφερειακές Εκλογές και ταυτόχρονα Εκλογές για την ανάδειξη μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25.05.2014 είναι, καταρχήν, ίδια με εκείνα της Κυριακής, 18.05.2014, που εκτέθηκαν

παραπάνω αναλυτικά και κατά στάδια.

Στο κεφάλαιο αυτό θα επισημανθούν οι πλέον ουσιώδεις διαφοροποιήσεις οι οποίες προκύπτουν από την ταυτόχρονη διεξαγωγή και των Ευρωεκλογών:

1.- Στο εκλογικό τμήμα θα πρέπει να υπάρχουν τόσες κάλπες, όσες και οι εκλογές που θα διεξαχθούν.

2.- Στον εκλογικό σάκο θα πρέπει να υπάρχουν  αντίστοιχα με τις εκλογές Βιβλία Πράξεων Εφορευτικής Επιτροπής και Διαλογής (το Βιβλίο Πρωτοκόλλου Ψηφοφορίας είναι ένα τριπλότυπο, για το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν καρμπόν).

3.- Πέρα από τα ψηφοδέλτια των επαναληπτικών Δημοτικών ή/και

Περιφερειακών Εκλογών (των δύο συνδυασμών που επικράτησαν) θα πρέπει να παραδοθεί πλήρης σειρά ψηφοδελτίων των συνδυασμών των Ευροεκλογών.

Τα ψηφοδέλτια αυτά θα πρέπει να τοποθετηθούν σε διαφορετικά τραπέζια  προκειμένου  να  περιορισθεί  η  πιθανότητα  λάθους  κατά  τη

διανομή.

4.- Σε σειρά εκλογικών τμημάτων των μεγάλων πόλεων υπάρχει, πέρα από το βασικό εκλογικό κατάλογο και Ειδικός Εκλογικός Κατάλογος Ετεροδημοτών,  οι  οποίοι  θα  ψηφίσουν  αποκλειστικά  στις Ευρωεκλογές.

Αντίστροφα, η ένδειξη «Ε» δίπλα στο όνομα εκλογέα στο βασικό εκλογικό κατάλογο υποδηλώνει ότι είναι  ετεροδημότης και θα ψηφίσει, όσο αφορά και μόνο τις εκλογές της Ευροβουλής αποκλειστικά στον τόπο διαμονής του.

Όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι ετεροδημότες απαγορεύεται να  ψηφίσουν  στη  βασική  εκλογική  τους  περιφέρεια,  όσον

αφορά τις Ευρωεκλογές, και δεν υπολογίζονται (όσο αφορά τις

εκλογές  αυτές)  στους  εγγεγραμμένους  του  Εκλογικού  τους

Τμήματος (άρθρο 96§6 Π.Δ. 26/2012).

Οι ετεροδημότες, όμως, ψηφίζουν υποχρεωτικά στη βασική τους εκλογική περιφέρεια, όσον αφορά τις επαναληπτικές Δημοτικές/ Περιφερειακές Εκλογές.


 

 

Για το λόγο αυτό οι Δικαστικοί Αντιπρόσωποι, προς αποφυγή λάθους, θα πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να επισημάνουν στους εκλογικούς καταλόγους τους ετεροδημότες, προκειμένου αυτοί, εφόσον προσέλθουν   στις   25.05.2014,   να   ψηφίσουν   μόνο   στις   Δημοτικές/ Περιφερειακές εκλογές.

 

 

5.-    ΕΙΔΙΚΟΙ    ΕΚΛΟΓΙΚΟΙ    ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ    όσον    αφορά    τις

Ευρωεκλογές:

 

α.- Στρατιωτικοί:

 

Το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και οι Στρατιωτικοί που υπηρετούν με οποιαδήποτε ιδιότητα στις Ένοπλες Δυνάμεις ή στο Λιμενικό Σώμα, που είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους Δήμου ή Κοινότητας δικαιούνται να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα και στον τόπο που υπηρετούν, οπότε εγγράφονται σε Ειδικούς Εκλογικούς Καταλόγους (άρθρο 27§1 του Π.Δ. 26/2012). Οι εκλογείς αυτοί ψηφίζουν μαζί με τους άλλους εκλογείς στα Εκλογικά Τμήματα που ορίζει ο Αντιπεριφερειάρχης (άρθρο 53§1 του Π.Δ. 26/2012).

β.- Ναυτικοί

Έλληνες ναυτικοί, που υπηρετούν σε πλοίο με ελληνική σημαία και βρίσκονται  ή   καταπλέουν  κατά  την  ημέρα  των  εκλογών  σε  λιμάνι

διαφορετικό από εκείνο που είναι εγγεγραμμένοι, ψηφίζουν με ονομαστικές καταστάσεις που συντάσσονται από τον Πλοίαρχο, η υπογραφή του οποίου θεωρείται από το Λιμεναρχείο ή το Τελωνείο ή την Αστυνομία ή το Δήμο ή την Κοινότητα, όπου ναυλοχεί το πλοίο. Οι καταστάσεις αυτές, που αποτελούν   Ειδικό   Εκλογικό   Κατάλογο,   παραδίδονται   στον   Πρόεδρο

Πρωτοδικών, του τόπου όπου είναι προγραμματισμένο να βρίσκεται το

πλοίο κατά την ημέρα της ψηφοφορίας και, στη συνέχεια, ορίζεται συγκεκριμένο  Εκλογικό  Τμήμα  για   την  ψηφοφορία.  Σε   περιπτώσεις έκτακτης άφιξης του πλοίου σε διαφορετικό λιμάνι η σχετική κατάσταση του Πλοιάρχου, στην οποία βεβαιώνεται υπεύθυνα από αυτόν α) ότι οι συγκεκριμένοι ναυτικοί αποτελούν πλήρωμα του πλοίου, β) ότι οι ναυτικοί αυτοί περιλαμβάνονται στον ειδικό κατάλογο που έχει συνταχθεί κατά τη διάταξη του άρθρου 27 του ΠΔ 96/1997 και γ) ότι το πλοίο βρίσκεται σε διαφορετικό λιμάνι από το προγραμματισμένο για λόγους ανώτερης βίας, αφού θεωρηθεί από το Λιμεναρχείο ή το Τελωνείο ή την Αστυνομία ή το Δήμο ή την Κοινότητα, όπου ναυλοχεί το πλοίο, παραδίδεται απ' ευθείας στον Πρόεδρο της Εφορευτικής Επιτροπής οποιουδήποτε Εκλογικού Τμήματος του λιμένα (άρθρο 27§7 του Π.Δ. 26/2012).


 

 

6.-  ΨΗΦΟΣ ΕΙΔΙΚ&Ν ΚΑΤΗΓΟΡΙ&Ν ΕΚΛΟΓΕ&Ν όσον αφορά τις

Ευρωεκλογές:

 

α.- Δικαστικός Αντιπρόσωπος (Έφορος Δικαστικών Αντιπροσώ-

πων και αναπληρωματικοί Δικαστικοί Αντιπρόσωποι).

Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα στο  Εκλογικό  Τμήμα  που  είναι  διορισμένος,  εφόσον  είναι εγγεγραμμένος σε εκλογικό κατάλογο Δήμου ή Κοινότητας του Κράτους. Για το σκοπό αυτό υπογράφει σχετική υπεύθυνη δήλωση, στην οποία αναφέρεται ο δήμος ή η κοινότητα, στην οποία είναι εγγεγραμμένος (άρθρο

69§1 του Π.Δ. 26/2012).

Τα ίδια ισχύουν για τον Έφορο των Δικαστικών Αντιπροσώπων, ο οποίος -με τις παραπάνω προϋποθέσεις- δικαιούται να ψηφίσει σε οποιοδήποτε Εκλογικό Τμήμα της περιφέρειάς του, ενώ οι αναπληρω- ματικοί Δικαστικοί Αντιπρόσωποι ψηφίζουν σε Εκλογικό Τμήμα που τους ορίζει  ο  Έφορος,  υποβάλλοντας  και  αυτοί  την  παραπάνω  υπεύθυνη δήλωση (άρθρο 69§1 του Π.Δ. 26/2012).

β)    Υποψήφιοι   Ευρωβουλευτές     ψηφίζουν    σε    οποιοδήποτε

Εκλογικό Τμήμα της Επικράτειας (άρθρο 88§3 του Π.Δ. 26/2012).

γ) Άνδρες φρουράς

Σε περίπτωση που διατίθεται φρουρά στρατιωτών για τη φύλαξη Εκλογικού Τμήματος, το προσωπικό αυτής, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τέσσερα (4) άτομα, ψηφίζει στο Εκλογικό Τμήμα που φρουρεί (άρθρο 54 του Π.Δ. 26/2012), εφόσον είναι εγγεγραμμένοι σε εκλογικό κατάλογο, σύμφωνα με ονομαστικές καταστάσεις που υπογράφονται από το Διοικητή της Μονάδας, στην οποία υπάγονται και αποστέλλονται απευθείας στον Δικαστικό Αντιπρόσωπο του συγκεκριμένου Εκλογικού Τμήματος (άρθρο

82§5 του Π.Δ. 26/2012), που οφείλει να βεβαιώσει με πρακτικό ότι οι συγκεκριμένοι άνδρες αποτελούσαν τη φρουρά του Εκλογικού Τμήματος. (άρθρο 82§6 του Π.Δ. 26/2012).

7.- Ακριβώς λόγω των διαφοροποιήσεων των εκλογέων στις Δημοτικές/Περιφερειακές και Ευρωεκλογές, πρέπει να τηρείται με σχολαστικότητα το Βιβλίο Πρωτοκόλλου ψηφοφορίας, από το οποίο, τελικά, θα προκύψει ο αριθμός των ψηφισάντων  σε κάθε εκλογή (συνακόλουθα και των φακέλων που υπάρχουν στην αντίστοιχη κάλπη).

 

 

Με  εγκυκλίους  του  Υπουργείου  Εσωτερικών  θα  καθορισθεί τόσο η σειρά της ψηφοφορίας για την Κυριακή, 25 Μαΐου 2014 (αν δηλαδή θα η ψηφοφορία για τις Ευρωεκλογές θα έπεται ή θα προηγείται των επαναληπτικών εκλογών), καθώς και η σειρά του ανοίγματος των καλπών.


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤ&Ν


 

 

 

 

 

 

 

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣ

ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

 

 

 

altΒΕΒΑΙ&ΣΗ

Η Εφορευτική Επιτροπή του                         ου       Εκλογικού     Τμήματος     του

Δήμου                          της Δημοτικής Ενότητας

βεβαιώνει

ότι                                                                   του

που διορίστηκε  Γραμματέας  του παραπάνω εκλογικού τμήματος με το Πρακτικό υπ' αριθμ. 1, άσκησε τα καθήκοντά του κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές Εκλογές της 18ης Μαΐου 2014 (ή κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές - Ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου 2014) και απασχολήθηκε επί δύο (2) ημέρες

,      .05.2014

Η Εφορευτική Επιτροπή

Ο Πρόεδρος                     Τα Μέλη


 

 

 

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣ

ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

 

altΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ 1

Στ                                                της Περιφέρειας                        (Αντιπεριφέρεια

και στο κατάστημα                                                                       που ορίστηκε ως κατάστημα ψηφοφορίας του                                                    εκλογικού τμήματος του

Εκλογικού Διαμερίσματος του Δήμου

 

σήμερα την   η του μηνός Μαΐου του έτους 2014, ημέρα Κυριακή και ώρα 06.00 συνήλθε η εφορευτική επιτροπή του παραπάνω εκλογικού τμήματος, που ορίστηκε σύμφωνα με το νόμο και η οποία αποτελείται από τους παρακάτω:

Α) &ς Πρόεδρος (ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚ. ΑΡΧΗΣ)

Όνομα

Επίθετο

Όνομα Πατρός

Ιδιότητα

Τόπος κατοικίας

Τηλέφωνο

Β) &ς Μέλη που κληρώθηκαν

1.- Όνομα

Επίθετο

Όνομα Πατρός

Ιδιότητα

Τόπος κατοικίας

Τηλέφωνο

2.- Όνομα

Επίθετο

Όνομα Πατρός

Ιδιότητα

Τόπος κατοικίας

Τηλέφωνο

3.- Όνομα

Επίθετο

Όνομα Πατρός

Ιδιότητα

Τόπος κατοικίας

Τηλέφωνο

4.- Όνομα

Επίθετο

Όνομα Πατρός

Ιδιότητα

Τόπος κατοικίας

Τηλέφωνο

Η  Εφορευτική  Επιτροπή  αφού  βρέθηκε  σε  απαρτία  έκανε  τις  ακόλουθες


 

 

ενέργειες που προβλέπονται από το  νόμο, για την  προετοιμασία της έναρξης της ψηφοφορίας:

1.- Ανέθεσε τα καθήκοντα του Γραμματέα στ      :

Όνομα

Επίθετο

Όνομα Πατρός

Ιδιότητα

Τόπος κατοικίας

Τηλέφωνο

...

Το Πρακτικό αυτό αφού συντάχθηκε και αναγνώστηκε, υπογράφτηκε από τον Πρόεδρο, τα μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής, το Γραμματέα και του αντιπροσώπους των συνδυασμών.

Ο Πρόεδρος     Τα Μέλη      Ο/Η Γραμματέας Οι αντιπρόσωποι των συνδυασμών

Υπογραφές

 

 

 

Ακριβές απόσπασμα από το Βιβλίο

Πράξεων Εφορευτικής Επιτροπής

, αυθημερόν

Ο Πρόεδρος


 

 

 

 

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣ

ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

 

 

 

 

altΒΕΒΑΙ&ΣΗ

Η Εφορευτική Επιτροπή του          ου Εκλογικού Τμήματος του Δήμου βεβαιώνει

ότι                                                                                     του

,

άσκησε   τα καθήκοντά του ως αντιπρόσωπος της Δικαστικής Αρχής στο παραπάνω εκλογικό τμήμα.

,  Μαΐου 2014

Η Εφορευτική Επιτροπή

Ο Πρόεδρος          Οι Γραμματείς          Τα Μέλη


 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛ&ΣΗ

υπογραφόμεν                                                                 του                                        ,

δικηγόρος Αθηνών, που κατοικώ στ

(οδός                                                            αρ.                     )   και   ασκώ   σήμερα   τα καθήκοντα του αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής στο     Εκλογικό      Τμήμα      του Δήμου         της Αντιπεριφέρειας

δηλώνω υπεύθυνα ότι

είμαι εγγεγραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου

,

,                Μαΐου 2014

Ο/Η Δηλ


 

 

 

 

 

 

 

ΠΡΟΣ

Τον       κ.       Έφορο       Δικαστικών

Αντιπροσώπων      της      Εκλογικής

Περιφέρειας

 

ΑΝΑΦΟΡΑ

Τ

,

αντιπροσώπου της Δικαστικής

 

Αρχής στο υπ' αριθμ.

 

εκλογικό τμήμα Δήμου

 

 

 

 

 

 

 

 

altΣύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 3 του ΠΔ 26/2012, Σας αναφέρω ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου οποιοδήποτε αξιοσημείωτο γεγονός κατά  την άσκηση των καθηκόντων μου.

, η Μαΐου 2014

 

Ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος


 

 

 

 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΕΝΟΡΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑ

Στ                             της Αντιπεριφέρειας                       και  μέσα  στο κατάστημα ψηφοφορίας του                             εκλογικού τμήματος του Δήμου

κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές (και Ευρωεκλογές) σήμερα στις       Μαΐου

2014, ημέρα Κυριακή και ώρα           , ενώπιον εμού τ

αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, που σύμφωνα με το Νόμο εκτελώ καθήκοντα                      ανακριτικού     υπαλλήλου  και   ενεργώ  χωρίς  τη   σύμπραξη

Γραμματέα,  παρουσιάστηκε  ύστερα  από  προφορική  πρόσκλησή  μου παρακάτω μάρτυρας,   οποί  ερωτηθεί    για τα στοιχεία της ταυτότητάς τ    μου δήλωσε ότι ονομάζεται

του                        και της                   , που γεννήθηκε στ                    το έτος 19

επαγγέλματος                                και κατοικεί στ                          (οδός

αρ       ) κάτοχος του υπ' αριθμ.                                     δελτίου ταυτότητας που εκδόθηκε από το                                            Έλλην      και ΧριστιανΟρθόδοξ   ,

οποί    απλώς γνωρίζει τ ν κατηγορουμεν  . Αυτ     αφού έβαλε το δεξί χέρι τ πάνω  στο Ιερό Ευαγγέλιο και ορκίσθηκε ότι θα πεί την αλήθεια χωρίς να προσθέσει ή αποκρύψει κάτι, κατέθεσε τα εξής:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε πίστωση συντάχθηκε η έκθεση αυτή, που αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα υπογράφηκε, όπως ακολουθεί.

ΜΑΡΤΥΡΑΣ              ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ


 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝ

Στ                             της Αντιπεριφέρειας                       και  μέσα  στο κατάστημα ψηφοφορίας του                             εκλογικού τμήματος του Δήμου

κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές (και Ευρωεκλογές) σήμερα στις       Μαΐου

2014, ημέρα Κυριακή και ώρα           , ενώπιον εμού τ

αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, που σύμφωνα με το Νόμο εκτελώ καθήκοντα                      ανακριτικού     υπαλλήλου  και   ενεργώ  χωρίς  τη   σύμπραξη

Γραμματέα, προσήχθη σε μένα   παρακάτω κατηγορουμεν ,   οποί    ερωτηθεί για τα στοιχεία της ταυτότητάς τ      μου δήλωσε ότι ονομάζεται

του

και της                                 , που γεννήθηκε στ                                 , το έτος 19

, επαγγέλματος                                 και κατοικεί    στ

(οδός                        αρ         ) κάτοχος  του υπ' αριθμ.                           δελτίου ταυτότητας που εκδόθηκε από το                                       Ελλην                  και ΧριστιανΟρθόδοξ   ,  με σκοπό να απολογηθεί για τη σε βάρος τ     κατηγορία για παράβαση

 

 

Στ   ν   παραπάνω   εξήγησα ότι δεν μπορώ να του δώσω προθεσμία για να απολογηθεί,  σύμφωνα  με  τις  διατάξεις των άρθρων 100-104 ΚΠΔ γιατί κατά την κρίση μου βλάπτεται το έργο   της   ανάκρισης   και   ο χρόνος είναι περιορισμένος, αλλά ότι έχει το δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 105 ΚΠΔ να απολογηθεί  με  την  παρουσία  του συνηγόρου του και τ ν κάλεσα να δηλώσει αν επιθυμεί να απολογηθεί αμέσως ή όχι.  Αυτ    μου  δήλωσε ότι επιθυμεί να εξετασθεί αμέσως και χωρίς συνήγορο. Ύστερα  από  αυτά τ   απάγγειλα την κατηγορία που είναι: Κατηγορείσαι ότι:

 

 

 

 

 

 

 

Επί της παραπάνω κατηγορίας   κατηγορούμεν   απολογήθηκε τα εξής:

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε πίστωση συντάχθηκε η έκθεση αυτή, που αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα υπογράφηκε, όπως ακολουθεί.

ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝ               ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ


 

 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΜΗΝΥΣΗΣ

Στ                             της Αντιπεριφέρειας                       και  μέσα  στο κατάστημα ψηφοφορίας του                             εκλογικού τμήματος του Δήμου

κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές (και Ευρωεκλογές) σήμερα στις     Μαΐου

2014, ημέρα Κυριακή και ώρα           , ενώπιον εμού τ

αντιπροσώπου  της  Δικαστικής  Αρχής,  που  σύμφωνα  με  το  Νόμο  εκτελώ καθήκοντα                      ανακριτικού      υπαλλήλου  και   ενεργώ  χωρίς  τη   σύμπραξη

Γραμματέα, προσήχθη σε μένα  παρακάτω μηνυτής,

οποί      ερωτηθεί      για τα στοιχεία της ταυτότητάς τ         μου   δήλωσε ότι ονομάζεται


γεννήθηκε στ κατοικεί


του και της                                          , που

 

, το έτος 19      , επαγγέλματος                                       και


στ                                                                                   (οδός                       αρ

) κάτοχος  του υπ' αριθμ.                             δελτίου  ταυτότητας που εκδόθηκε από το

Ελλην               και ΧριστιανΟρθόδοξ   ,    οποί    μου δήλωσε ότι καταμηνύει τ ν

του                            και της                                 , επαγγέλματος

που κατοικεί στ                                          (οδός                            αρ.     ) γιατί σήμερα:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

τους :


Μάρτυρες για την απόδειξη της παραπάνω αξιόποινης πράξη προτείνει


 

 

 

 

 

 

Σε πίστωση συντάχθηκε η έκθεση αυτή, που αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα υπογράφηκε, όπως ακολουθεί.

ΜΗΝΥΤ                  ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ


 

 

 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ

Στ                             της Αντιπεριφέρειας                       και  μέσα  στο κατάστημα ψηφοφορίας του                             εκλογικού τμήματος του Δήμου

κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές (και Ευρωεκλογές) σήμερα στις       Μαΐου

2014, ημέρα Κυριακή και ώρα           , ενώπιον εμού τ

αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, που σύμφωνα με το Νόμο εκτελώ καθήκοντα                      ανακριτικού     υπαλλήλου  και   ενεργώ  χωρίς  τη   σύμπραξη

Γραμματέα, προχώρησα σε κατάσχεση στα χέρια τ

παρακάτω,    οποί      ερωτηθεί      για τα στοιχεία της ταυτότητάς τ         μου δήλωσε ότι ονομάζεται                                                                           του

και της                                 , που γεννήθηκε στ                                 , το έτος 19

, επαγγέλματος                                 και κατοικεί    στ

(οδός                        αρ         ) κάτοχος  του υπ' αριθμ.                           δελτίου ταυτότητας που εκδόθηκε από το                                       Ελλην                  και ΧριστιανΟρθόδοξ  ,  οποί    έχει διαπράξει το αδίκημα

 

 

 

 

 

το  εξής  κινητό  πράγμα,    που    έχει  άμεση  σχέση  με  το  αδίκημα,  για  να αποσταλεί ως πειστήριο στον Εισαγγελέα:

 

 

 

 

 

 

Σε πίστωση συντάχθηκε η έκθεση αυτή, που αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα υπογράφηκε, όπως ακολουθεί.

ΚΑΘΟΥ Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ     ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ


 

 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Στ                              της Αντιπεριφέρειας                        και  μέσα  στο κατάστημα ψηφοφορίας του            εκλογικού τμήματος του Δήμου

κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές (και Ευρωεκλογές) σήμερα στις     Μαΐου

2014, ημέρα Κυριακή και ώρα           , ενώπιον εμού τ

αντιπροσώπου  της  Δικαστικής  Αρχής,  που  σύμφωνα  με  το  Νόμο  εκτελώ καθήκοντα                      ανακριτικού      υπαλλήλου  και   ενεργώ  χωρίς  τη   σύμπραξη

Γραμματέα, προχώρησα στη σύλληψη του παρακάτω κατηγορουμεν  ,   οποί ερωτηθεί    για τα στοιχεία της ταυτότητάς τ                            μου δήλωσε ότι ονομάζεται

του

και της                                , που γεννήθηκε στ                                , το έτος 19

, επαγγέλματος                                και κατοικεί     στ

(οδός                      αρ         ) κάτοχος του υπ' αριθμ.

δελτίου ταυτότητας που εκδόθηκε από το                             Ελλην

και ΧριστιανΟρθόδοξ   , οποί   έχει καταμηνυθεί ότι διέπραξε το εξής αδίκημα,

που διώκεται ως πλημμέλημα:

 

 

 

 

 

 

Επειδή δεν παρήλθαν 24 ώρες από τη διάπραξη του προκείμενου αδικήματος  και ακολουθείται η διαδικασία του αυτοφώρου,  ενήργησα  τη σύλληψή τ     και την προσωρινή τ     κράτηση στο χώρο του εκλογικού καταστήματος,  μέχρι  την αποστολή του,  μαζί  με τη δικογραφία που θα σχηματισθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

Σε πίστωση συντάχθηκε η έκθεση αυτή, που αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα υπογράφηκε, όπως ακολουθεί.

ΣΥΛΛΗΦΘΕΙ           ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ


 

 

 

 

ΕΚΘΕΣΗ Σ&ΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ

Στ                             της Αντιπεριφέρειας                       και  μέσα  στο κατάστημα ψηφοφορίας του                             εκλογικού τμήματος του Δήμου

κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές (και Ευρωεκλογές) σήμερα στις       Μαΐου

2014, ημέρα Κυριακή και ώρα           , ενώπιον εμού τ

αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, που σύμφωνα με το Νόμο εκτελώ καθήκοντα                      ανακριτικού     υπαλλήλου  και   ενεργώ  χωρίς  τη   σύμπραξη Γραμματέα, και επειδή α) απήγγειλα  ήδη  κατηγορία  κατά τ    παρακάτω κατηγορουμεν  ,   οποί    ερωτηθεί    για τα στοιχεία της ταυτότητάς τ       μου δήλωσε ότι ονομάζεται

του                                               και της που γεννήθηκε στ                                    , το έτος 19     , επαγγέλματος

και κατοικεί    στ                                       (οδός

αρ          ) κάτοχος  του υπ' αριθμ.                               δελτίου  ταυτότητας που εκδόθηκε από το

Ελλην              και ΧριστιανΟρθόδοξ  ,    οποί    έχει διαπράξει το αδίκημα

 

 

και β) υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ότι το υλικό αντικείμενο του αδικήματος, δηλαδή ο φάκελος που τ    παρέδωσε η  Εφορευτική Επιτροπή και  αρνήθηκε να τον ρίξει στην κάλπη ή να μου τον παραδώσει,  παρά τη σύστασή μου, έχει αποκρυβεί από αυτόν σε σημείο του σώματός του, προχώρησα στη  σωματική του έρευνα, από την οποία προέκυψαν τα εξής:

 

 

 

 

 

 

 

Στη  συνέχεια  κατέσχεσα  κινητό  πράγμα  αυτό  (φάκελο),    που  έχει άμεση  σχέση  με  το  αδίκημα,    για    να    αποσταλεί    ως  πειστήριο  στον Εισαγγελέα.

Σε πίστωση συντάχθηκε η έκθεση αυτή, που αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα υπογράφηκε, όπως ακολουθεί.

ΚΑΘΟΥ Η ΕΡΕΥΝΑ                   ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ

ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ


 

 

ΕΚΘΕΣΗ ΒΕΒΑΙ&ΣΗΣ ΑΥΤΟΦ&ΡΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

Στ                              της Αντιπεριφέρειας                        και  μέσα  στο κατάστημα ψηφοφορίας του            εκλογικού τμήματος του Δήμου

κατά τις Δημοτικές/Περιφερειακές (και Ευρωεκλογές) σήμερα στις       Μαΐου

2014, ημέρα Κυριακή και ώρα           , ενώπιον εμού τ

αντιπροσώπου της Δικαστικής Αρχής,   που σύμφωνα με το Νόμο εκτελώ καθήκοντα      ανακριτικού     υπαλλήλου  και   ενεργώ  χωρίς  τη   σύμπραξη

Γραμματέα, και επειδή     παρακάτω κατηγορουμεν ,   οποί    ερωτηθεί   για τα στοιχεία της ταυτότητάς τ      μου δήλωσε ότι ονομάζεται

του

και της                             , που γεννήθηκε στ

, το έτος 19     , επαγγέλματος                                 και κατοικεί     στ

(οδός                        αρ         ) κάτοχος  του υπ' αριθμ.                           δελτίου ταυτότητας που εκδόθηκε από το                                       Ελλην                  και ΧριστιανΟρθόδοξ  , έχει διαπράξει το αδίκημα

 

 

 

 

 

 

Επειδή  δεν παρήλθαν 24 ώρες από τη διάπραξη του προκείμενου αδικήματος  και ακολουθείται η διαδικασία του αυτοφώρου,  ενήργησα  τη σύλληψή τ     και την προσωρινή τ         κράτηση στο χώρο του εκλογικού καταστήματος,  μέχρι   την αποστολή τ        , μαζί   με τη δικογραφία που θα σχηματισθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα ΠλημμελειοδικώΝ.

Σε πίστωση συντάχθηκε η έκθεση αυτή, που αφού διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα υπογράφηκε, όπως ακολουθεί.

ΣΥΛΛΗΦΘΕΙ    ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣ&ΠΟΣ


ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΕΣ ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜ.ΦΟΡ/ΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛ/ΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ 

ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΑΙ Ε.Φ.Κ.

ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ ' ΤΜΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΠΑΡΑΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΩΞΗΣ ΤΗΛ: 23230- 41232, 23210-45401

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ενδεικτικά σας γνωρίζουμε παρακάτω., στοιχεία τα οποία πρέπει να προσκομίσετε με επίσημη μετάφραση. προκειμένου να αποδείξετε ότι είστε δικαιούχο πρόσωπο ελεύθερης χρήσης Ι.Χ.Ε. με ξένες πινακίδες κυκλοφορίας (άρθρο 137 N. 2960/01 & Δ.247/88 Α.Υ.Ο)
1.. Άδεια μόνιμης διαμονής των αρμοδίων Αρχών του άλλου Κράτους - Μέλους.
2. Βεβαίωση του Δήμου περί διαμονής.
3. Δελτίο ταυτότητας του άλλου Κράτους Μέλους
4. Στοιχεία σχετικά με την διαμονή σας «κατοικία ιδιόκτητη - συμβόλαιο αγοράς ή κατοικία μισθωμένη - μισθωτήριο συμβόλαιο)
5. Διάφορα στοιχεία συναλλαγών (λογαριασμού ηλεκτρικού, τηλεφώνου κ.λ.π.)
6. Εάν έχετε κοινωνική ασφάλιση στο άλλο Κ. Μ ή στην Ελλάδα.
7. Στοιχεία διαμονής των υπολοίπων μελών της οικογένειας σας (άδεια διαμονής συζύγου και παιδιών, εγγραφή σε εκπαιδευτικά ιδρύματα του άλλου ΚΜ, εργασία συζύγου στο άλλο ΚΜ)
I. Στοιχεία εργασίας στο άλλο Κράτος Μέλος . 
α) σε περίπτωση εργασίας σας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. αντίγραφο της σχετικής σύμβασης και βεβαίωση εργοδότη 
β) σε περίπτωση ατομικής επιχείρησης ή εταιρείας:
- το καταστατικό εταιρείας από το οποίο να προκύπτει η σχέση σας με την επιχείρηση - εταιρεία,
- μισθωτήριο συμβόλαιο ή συμβόλαιο αγοράς του επαγγελματικού χώρου εγκατάστασης της επιχείρησης σας
- βεβαίωση αρμοδίων αρχών για την καταχώρηση της εταιρείας στα σχετικά εμπορικά μητρώα . Φορολογικές δηλώσεις στο άλλο K.M. - φορολογική δήλωση στην Ελλάδα.
Σας γνωρίζουμε ακόμη η απόδειξη της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων βαρύνει εσάς ενώ μπορείτε να προσκομίσετε και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο αποδεικνύει την διαμονή και εργασία σας στο εξωτερικό για 185 ημέρες τον χρόνο.
Η ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΕΙΟΥ